«Music’s not for Everyone»: Λίγα post-mortem λόγια για τον Sir Andrew Weatherall

Ήταν από τους πρώτους που έκαναν το acid σύννεφο να βρέξει άφθονους τους καρπούς του πάνω από την clubbing σκηνή του Λονδίνου, συνδέθηκε άρρηκτα με την εποποιία του Screamadelica των Primal Scream (1991) και βρέθηκε πίσω από ό,τι εξακολουθούμε να θεωρούμε «φρέσκο» και «αλλιώτικο» σε επίπεδο μίξης, παραγωγής και δισκοθεσίας...

Τάνια Σκραπαλιώρη
Τάνια Σκραπαλιώρη
φωτογραφίες: John Barrett (1,3), Πηνελόπη Γερασίμου (2), Alex Zalewska (4)

Καθώς αγαπημένοι καλλιτέχνες αφήνουν τον μάταιο αυτόν κόσμο με ανησυχητικά αυξανόμενο ρυθμό, έχει γίνει «μόδα» (κακή, τείνω να πιστεύω) να τους αποχαιρετάμε με περισσότερο ή λιγότερο δακρύβρεχτες αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα, επιστρατεύοντας για το κατευόδιο κάποιο τραγούδι από το YouTube, φωτογραφίες και καταθέσεις ψυχής. Η μαζικότητα τέτοιων επιμνημόσυνων αναρτήσεων ενέχει μοιραία (και) ικανές δόσεις δηθενισμού, αλλά και «too much drama» γαρνιτούρες. Υπάρχουν ωστόσο και εκείνες οι περιπτώσεις στις οποίες η καθαρότητα του αγγίγματος του προσώπου στα μέτωπα και στις ψυχές όσων σοκαρίστηκαν με την είδηση του θανάτου λούζει στην ειλικρίνεια όσα γράφονται ή θα γραφτούν, λέγονται ή θα λεχθούν post-mortem.

Τις τελευταίες ημέρες, δεν έχω μπορέσει να βρω την παραμικρή ανειλικρινή ή μεγαλόστομη ανάρτηση για την ξαφνική αναχώρηση του σπουδαίου Βρετανού DJ και παραγωγού Andrew Weatherall από τα εγκόσμια. Αν και αναμενόμενα περιορισμένες αριθμητικά –σε σύγκριση ας πούμε με τον επίσης αιφνίδιο θάνατο του David Bowie, πριν 5 χρόνια– ξεπηδούσαν όλες λιτές και ταπεινές από το ιδιαίτερο λίπασμα που βρίσκεται σε αφθονία σ’ εκείνο το ιδιαίτερο σημείο μέσα σου, όπου σε έχει αγγίξει η μουσική.

Κάτω λοιπόν από το λιτό και ταπεινό ανακοινωθέν για την ξαφνική πνευμονική εμβολή και τον ήσυχο θάνατο του Sir Andrew Weatherall στα 56 του χρόνια, άρχισαν να προσέρχονται σοκαρισμένοι και γεμάτοι σεβασμό όλοι οι γνωστοί και άγνωστοι θαυμαστές του: από τον Gilles Peterson, τον Tim Burgess και τον Irvine Welsh, μέχρι δεκάδες κόσμου απ' όσους χόρεψαν κάποιο βράδυ εξαιτίας του· όλοι έγραψαν μερικές γραμμές στα social media τους, έμπλεες αγάπης και σεβασμού, γνήσιου σοκ και στενοχώριας. Ίσως γιατί τότε συνειδητοποιείς ακαριαία και τη δική σου θνητότητα, όταν φεύγει ξαφνικά ένα ζωντανό, παλλόμενο, δημιουργικό –και δη προσιτό– πνεύμα, με το οποίο έχεις συνδέσει πολλές αναμνήσεις της πρώτης και ύστερης νεότητάς σου.

Όλα αυτά τα γραπτά αναθήματα για τον Weatherall ήταν απλά και ήσυχα, καταλήγοντας μοιραία στον κοινό παρονομαστή της ιδιοφυΐας του. Δεν θα μπορούσε βέβαια και να γίνει αλλιώς για έναν άνθρωπο που κυκλοφορούσε αμέριμνος στα δισκάδικα της Αθήνας όποτε την επισκεπτόταν, ψάχνοντας με ζήλο διαμάντια και χαλίκια, παρότι ήταν παράλληλα ο πατέρας, ο θείος και ο θεός ο ίδιος της σύγχρονης DJ και χορευτικής κουλτούρας. Και πράγματι, αν επιδοθούμε στο προσφιλές μουσικολαγνικό παιχνίδι επιρροών «Αν δεν ήταν ο/η/το/οι τάδε, δεν θα υπήρχε ο/η/το/οι δείνα», η περγαμηνή των αιτιατών για τα οποία ευθύνεται ο Andrew Weatherall θα ξετυλιγόταν για χιλιόμετρα, κυλώντας ως τα πόδια κάμποσων μελλοντικών γενεών μπροστά.

Όπως πολλοί της γενιάς του, απ' όσους είχαν το underground στο αίμα τους, έτσι και ο Andrew James Weatherall ξεκίνησε πίσω από το μικρόφωνο μιας post-punk μπάντας στη γενέτειρά του Γουίνδσορ, γράφοντας παράλληλα σε φανζίν με το ψευδώνυμο Audrey Witherspoon. Μ’ αυτό το φανζίν, το Boy's Own, και με μια επιδρομή ένα Σαββατοκύριακο στο Λονδίνο για δίσκους, βρέθηκε (όπως ανέφερε συχνά) «στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή», με τους σωστούς δίσκους στα χέρια του.

Με συνοπτικές διαδικασίες έγινε κατόπιν ένας περιζήτητος DJ, ακριβώς τότε που άναβε το τοξικό φυτίλι στην ευρύτερη clubbing σκηνή του Λονδίνου. Και καταγράφηκε ανάμεσα στους πρώτους απ' όσους έκαναν το acid σύννεφο να βρέξει άφθονους τους καρπούς του πάνω από τις υπόγειες σκηνές των βρετανικών χορευτάδικων, με το φανζίν Boy's Own να εξελίσσεται παράλληλα σε έναν κατατοπιστικό χάρτη της ταχέως αναδυόμενης rave κουλτούρας, πριν μεταμορφωθεί σε επιδραστικό label χορευτικής μουσικής. Από τον σπόρο του θα φύτρωνε μερικά χρόνια αργότερα το ντεμπούτο των Chemical Brothers.



Στη συνέχεια, ο DJ άρχισε να γίνεται και αυτόνομος ηλεκτρονικός καλλιτέχνης, μπαίνοντας για πρώτη φορά στο στούντιο το 1989, όταν διασταυρώθηκε με τον Paul Oakenfold πάνω από ένα remix για το "Hallelujah" των Happy Mondays. Μετά, έφυγε από ένα μαραθώνιο πάρτι με μια «ανάθεση» για remix από τους Primal Scream, η οποία θα κατέληγε στην παραγωγή ενός ορόσημου της σύγχρονης μουσικής ιστορίας: η κυκλοφορία του Screamadelica το 1991, έγινε ο θεμέλιος λίθος πάνω στον οποίον μία συγκεκριμένη γενιά της ροκ και της ηλεκτρονικής κουλτούρας συνομολόγησαν τα κοινά τους και υπέγραψαν μια συμμαχία αισθητικής εις τους αιώνες των αιώνων, αμήν.

Οι dub ανησυχίες που ήδη είχε αρχίσει να θρέφει ο Weatherall –πάλι μίλια μπροστά από την εποχή του– με το νέο του τότε project, τους Sabres Οf Paradise, διοχετεύτηκαν (πάλι στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή) στην κορυφαία ίσως μπασογραμμή της indie κουλτούρας, οπλίζοντας το “Loaded” των Primal Scream για μια βολή μουσικής αθανασίας. Η επιτυχία του Screamadelica δεν εκτόξευσε μόνο την καριέρα των Primal Scream, αλλά και το brand του Weatherall ως κορυφαίου παραγωγού της απανταχού εναλλακτικής και cool δισκογραφίας.



Επιπλέοντας στη συνέχεια στα νερά μιας ζήτησης που ουδέποτε επεδίωξε χάρη στο σωσίβιο ενός καλώς εννοούμενου «κωλοπαιδισμού», o Weatherall ξεκίνησε να βγάζει από το μανίκι του μια εκπληκτική σειρά δημιουργικών άσσων, επεμβαίνοντας με τη χάρη του Μίδα σε ό,τι πιθανό κι απίθανο του έκανε κλικ: από τη διασκευή των Saint Etienne στο “Only Love Can Break Your Heart” του Neil Young, μέχρι το “Soon” των My Bloody Valentine. Κάνοντας αυτό ειδικά το τελευταίο αγνώριστο, ακόμα ίσως και για τους ίδιους τους Ιρλανδούς.

Τα zeros τον βρήκαν βουτηγμένο σε ενεργειακό ζενίθ και ξέφρενα sets, τα οποία μοίραζαν –σύμφωνα τουλάχιστον με τις διηγήσεις και τις ανταποκρίσεις όσων τυχερών τα έζησαν– έκσταση, δάκρυα και ιδρώτα. Οι ασκήσεις του στην πίστα και στο label του Rotters Gold Club αποκρυσταλλώνονται στο πρώτο επίσημο (σόλο) άλμπουμ του Α Pox Οn Τhe Pioneers (2009) και εκλύονται στη δεύτερη καταλυτική του στιγμή ως παραγωγού μετά το Screamadelica: το Tarot Spot των υπέροχα θορυβωδών Fuck Buttons (2009).

Η τελευταία δεκαετία της ζωής του Weatherall χαρακτηρίζεται από την ήρεμη δύναμη ενός ανθρώπου χορτασμένου με σπουδαία μουσική, καλή και κακή νύχτα, επιτυχίες και εκπλήξεις. Ενός ανθρώπου που έχει κερδίσει το δικαίωμα της εσωστρέφειας και του ελεύθερου από κάθε συνθήκη ψυχαναγκαστικής νεότητας πειραματισμού, πάνω σε εκείνο που γνωρίζει πέρα και πάνω απ' όλα: τη μουσική, απ' όπου κι αν αυτή προέρχεται. Όλες του οι εμπειρίες και όλα του τα καλλιτεχνικά οράματα, τα καντάρια γνώσεων που κατέχει για τα grooves των 1960s, την τζαμαϊκανή παράδοση, μέχρι το punk και το Detroit techno, συγχωνεύονται αρμονικά στα ώριμα σκοτεινά disco sets του, στο φεστιβαλικό του παιδί Covenanza και στη μνημειώδη πια ραδιοφωνική εκπομπή του στο βρετανικό NTS, με τίτλο Music’s not for Everyone.

Όσοι είχαμε την τύχη να προλάβουμε να τον ακούσουμε να μιλάει και να παίζει στον Φάρο του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος τον Φεβρουάριο του 2019 (δείτε εδώ), καταλάβαμε πολύ καλά γιατί οικονόμησε το ιπποτικό του χρίσμα. Με μια έμφυτη ευγένεια που απ’ ότι φαίνεται δεν χάθηκε ούτε την περίοδο που εντρυφούσε σε «κακές συνήθειες», αλλά και με την καθηλωτική αύρα ενός punk άρχοντα, ο sir Andrew Weatherall έγραψε ένα τελευταίο συλλεκτικό καρέ. Χαιρετώντας με τον χαρακτηριστικό του τρόπο τους Αθηναίους που ήρθαν να τον δουν, να τον ακούσουν και να χορέψουν (για τελευταία, όπως αποδείχτηκε φορά) κάτω από το λάβαρο του “Fail We May, Saιl We Must”. Έστω κι αν όσοι έγιναν μάρτυρες του θρυλικού του DJ set στο Bios, πίσω στο 2010, είχαν ευτυχήσει περισσότερο.

Συνηθίζουμε συχνά να μιλάμε για «μεγάλους» και «κορυφαίους» DJs και παραγωγούς, αλλά λίγοι είναι εκείνοι που πραγματικά μπορούν να εκχυλίσουν την πεμπτουσία της άδολης μαγείας από αυτόν τον κλάδο της δευτερογενούς καλλιτεχνικής παραγωγής. Είναι λοιπόν εξαιρετικά δύσκολο να βρεθούν τα λόγια ν’ αποτυπώσουν με κάποια ελάχιστη ακρίβεια το διαχρονικό εκτόπισμα του Andrew Weatherall στα τελευταία 30 χρόνια μουσικής, την εκούσια ή ακούσια παρουσία του πίσω από σχεδόν οτιδήποτε χαρακτηρίζεται σήμερα ως «φρέσκο» και «αλλιώτικο» σε επίπεδο μίξης, παραγωγής και δισκοθεσίας. Αλλά και την ποιότητα της διορατικότητας που τον διέκρινε κατά την αέναη επίδοσή του σε δημιουργικές προσμίξεις ειδών, οι οποίες έμελλε να γράψουν ιστορία μία προς μία.

Μόνο ίσως η τελευταία πενταετής θητεία του στο NTS μπορεί να συνοψίσει σε μερικά απολαυστικά επεισόδια τις διανοητικές και καλλιτεχνικές περιπλανήσεις της σπάνιας του ιδιοφυΐας. Κρατώντας έτσι ζωντανή την κληρονομιά του, αλλά και το μήνυμά του, που –κόντρα στον οξύμωρο τίτλο αυτού του σπουδαίου ραδιοφωνικού σόου– θέλει τη μουσική να είναι για όλους. Τουλάχιστον για όσους ξέρουν να δημιουργούν και να ακούν, να χορεύουν και, πάνω απ' όλα, να σπάνε τα όρια. Όπως έκανε και εκείνος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Πίσω στο 1992, η 28άχρονη Αμερικανίδα δεν σχετιζόταν ούτε με την ηλεκτρονική επίγευση που άφησαν
Ο γνώριμος χαρακτήρας του Rob γίνεται τώρα μια μαύρη, ανεξάρτητη, δυναμική, bisexual γυναίκα, με

Με αφορμή την επικείμενη επιστροφή των Θεσσαλονικιών Northwind στη δισκογραφία, 33 χρόνια μετά το

FEATURED TODAY

Πίσω στο 1992, η 28άχρονη Αμερικανίδα δεν σχετιζόταν ούτε με την ηλεκτρονική επίγευση που άφησαν τα 1980s, ούτε με τον grunge ορυμαγδό που ακουγόταν στον ...
Το 1993, ο Αμερικανός βιοφυσικός και συγγραφέας Gregory Stock δημιούργησε για λογοτεχνικούς σκοπούς τον Metaman: έναν υπερ-οργανισμό, που, συνδυάζοντας ...
Ο γνώριμος χαρακτήρας του Rob γίνεται τώρα μια μαύρη, ανεξάρτητη, δυναμική, bisexual γυναίκα, με δικό της δισκάδικο στο Μπρούκλιν. Όμως το νέο σίριαλ, αν και

HOT STORIES

Δωρεάν πρόσβαση στο υλικό από 12 συνολικά συναυλίες, μεταξύ 1983 και 2011
Τέλος στα 69 για τον άνθρωπο που έγραψε το "I Love Rock 'N' Roll"
25 χρόνια μετά, δίνεται στη δημοσιότητα το πλήρες κομμάτι και αποκαλύπτεται το «παρασκήνιο» της δημιουργίας του
Top
0
Shares
0
Shares