50 ελληνικοί δίσκοι για τη δεκαετία 2010-2019

239 δίσκοι διεκδίκησαν την είσοδό τους στην 50άδα της δεκαετίας σύμφωνα με την ψηφοφορία των συντακτών μας, η οποία «έδειξε» τελικά προς χιπ χοπ κορυφή, σε μια αρκετά σκληρή μάχη για τις 3 πρώτες θέσεις. Ας είμαστε όμως σαφείς: το νόημα μιας τέτοιας λίστας βρίσκεται πρώτα στην «πρόταση» κι έπειτα στην «κατάταξη»...

avopolis.team
avopolis.team
φωτογραφία: Θάνος Λαΐνας

50. Μαρία Φαραντούρη: Sings Taner Akyol [Enja/AN Music, 2011]
του Χάρη Συμβουλίδη

Παρά τη μικρή έως ανύπαρκτη προβολή της δράσης της, η Μαρία Φαραντούρη συνέχισε και σε αυτήν τη δεκαετία να έχει μια διεθνή καριέρα με σημαντικό καλλιτεχνικό εκτόπισμα. Ο πιο ολοκληρωμένος δίσκος που κατέθεσε στη συγκεκριμένη ακτίνα δράσης τη βρήκε σε εκλεκτό γερμανικό label, να συναντά τη γραφή του Τούρκου δημιουργού Taner Akyol και τα παιξίματα της Berlin Concerto Chamber Orchesta (σε διεύθυνση Συμεών Ιωαννίδη).

Γεφυρώνοντας το βάθος της λόγιας Ανατολής με τα πρότυπα της κλασικής Δύσης, η Φαραντούρη εκπροσώπησε με τις καταπληκτικές της ερμηνείες (π.χ. "Πουλιά") μια ξεθωριασμένη πια Ελλάδα-σταυροδρόμι, αλλά και μια άποψη για το ντόπιο έντεχνο τραγούδι που πέρασε δυστυχώς στο περιθώριο των εξελίξεων, χάριν χλιαρών επιλογών, οι οποίες φασούλι-φασούλι φτώχυναν σημαντικά το ελληνικό πεντάγραμμο· με τις ευλογίες βέβαια ενός εγχώριου Τύπου αυξητικά γεμάτου με γραφιάδες που άρχισαν να ακούν έντεχνα στη δεκαετία του 1990, μένοντας ανίδεοι και ανυποψίαστοι για το βάθος και το βάρος του παρελθόντος του είδους.

49. Μανώλης Γαλιάτσος & Σωκράτης Άνθης - 2011: Εδώ, Έξω [Puzzlemusik, 2011]
του Στυλιανού Τζιρίτα

Κάθε άλμπουμ του Μανώλη Γαλιάτσου –ακόμα και όταν δεν σε κερδίζει– είναι δουλειά μουσικής, σύνθεσης, σκέψης. Γράφοντας ένα έργο ειδικά για τον τρομπετίστα Σωκράτη Άνθη, καταδύεται εδώ σε ηχητικά άδυτα άγνωστα και απροσμέτρητα, διατηρώντας όμως σχέση εμπιστοσύνης με τον ακροατή, στον οποίον παρέχει μια ολοκληρωμένη αισθητική πρόταση, που διεκδικεί τον δικό της χώρο στη σύγχρονη ελληνική δισκογραφία.

Στο 2011: Εδώ, Έξω Γαλιάτσος & Άνθης προσπαθούν –μέσω της σύνθεσης ο πρώτος και της εκτέλεσης ο δεύτερος– να βρουν μια νέα γαία, που να απομακρύνεται από όλες τις γνωστές ετικέτες κατάταξης ειδών.

48. Septicflesh: The Great Mass [Season Of Mist, 2011]
του Νίκου Σβέρκου

Το Great Mass είναι ένα αδιαίρετο έργο: το soundtrack ενός θεατρικού τρόμου, με εισαγωγή, κορύφωση και εντυπωσιακό τέλος. Αυτή η λογική δεν είναι εύκολο να φτιαχτεί, χρειάζεται μάλιστα μπόλικες ακροάσεις για να καταλαγιάσει η έκπληξη που φέρει μια τόσο διαφοροποιημένη τακτική.

Ο 8ος δίσκος των Αθηναίων είναι ένα τεχνικά άρτιο ηχητικό έργο, που συνδυάζει στην πλοκή του ακραίες metal φόρμες και εύληπτες μελωδίες, κρατώντας ψηλά την τεχνικότητα, χωρίς όμως να τη «γδύνει» από ουσία.

47. Λάκης Χαλκιάς: Μνήμες Της Ξενιτιάς - 12 Δημοτικά Τραγούδια Της Ηπείρου [Music Corner, 2011]
του Χάρη Συμβουλίδη

Στη μορφή τουλάχιστον που το ξέραμε επί δεκαετίες, το δημοτικό τραγούδι δείχνει πλέον να δύει ανεπιστρεπτί ως επίκαιρο μουσικό είδος. Παρά ταύτα, ευτύχησε κατά την τρέχουσα δεκαετία να εκπροσωπηθεί από έναν θαυμάσιο δίσκο, ο οποίος είχε ως «καύσιμο» την παράδοση της Ηπείρου και ως αιχμή του δόρατος τις λεβέντικες ερμηνείες του Λάκη Χαλκιά.

Το μέταλλο της φωνής του Χαλκιά μοιάζει αλώβητο στον χρόνο: είναι σαν ο τελευταίος απλά να το έχει προικίσει με περισσότερη στόφα, τονίζοντας τη δωρικότητα που πάντα τον χαρακτήριζε και τόσο πάει σε τούτα τα τραγούδια. Εύσημα όμως ανήκουν και στους μουσικούς που τον συνοδεύουν εδώ, παίζοντας στο στούντιο λες και βρίσκονται σε πανηγύρι στα Ζαγοροχώρια ή στα Θεοδώριανα.

46. Κ.ΒΗΤΑ: Ομόνοια [Minos-EMI, 2016]
του Ανδρέα Κύρκου

Ο Κ.ΒΗΤΑ μεγαλώνει όμορφα, χωρίς να ξοδεύεται δημιουργικά. Με αφετηρία του τα πλήκτρα, ατενίζει ξανά την αστική αποξένωση, το τραύμα της απόρριψης και τη δύναμη της αγάπης.

Και εκτίθεται άφοβα (απλώς ντροπαλά) μπροστά μας, καθώς απ’ το μυαλό του περνάει η ιδέα πως η απέραντη μοναξιά είναι υπόθεση που μπορεί να κερδηθεί και ότι η αγάπη ίσως να μη φαντάζει απ' την αρχή σαν καμένο χαρτί. Αν υπάρχει καλλιτεχνικό βλέμμα αντίστοιχο με το δικό του στην Ελλάδα τα τελευταία 25 χρόνια, είναι κάτι που πρέπει να συζητήσουμε πολύ σοβαρά.

45. Κωστής Δρυγιανάκης: Επί Πτερύγων Ανέμων [Granny, 2016]
του Βαγγέλη Πούλιου

Ο Βολιώτης δημιουργός βάζει εδώ στον εαυτό του –και κατ' επέκταση στους ακροατές– έναν δύσκολο γρίφο: να δοθεί μια μορφή, ένα σχήμα, μια υπόσταση στον άνεμο και στα πτερύγιά του, δηλαδή στο κατεξοχήν αμορφοποίητο από τα στοιχεία της φύσης.

Για να το κάνει, χρησιμοποιεί 26 συνολικά μουσικούς, στους οποίους μπορούν και συμπεριλαμβάνονται το death metal σχήμα των Atavism, ο δεινός αυτοσχεδιαστής και πιθανώς από τους καλύτερους τζαζ ντράμερ της ημεδαπής Χρήστος Γερμένογλου, ο Jason Lescalleet (σημαντικό όνομα του αμερικανικού πειραματισμού), κιθάρες, βιολιά, κανονάκια, κλαρινέτα, ζουρνάδες, φωνές, μπόλικα ηλεκτρονικά και βέβαια ακόμα περισσότερα samples: αμάξια που μαρσάρουν, χέρια που χτυπάνε πόρτες, φράσεις οι οποίες λέγονται με τα απλούστερα, τα πιο καθημερινά λόγια και κουδουνίζουν στο μυαλό σου για ώρα («πού να μπούμε εμείς μέσα στο άπειρο;»).

44. Sun Of Nothing: The Guilt Of Feeling Alive [Catch The Soap Productions, 2010]
του Θανάση Μπόγρη

Παρά το γεγονός ότι η μουσική είναι περισσότερο post-metal σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές τους (τα riffs του "Catharsis" π.χ. είναι μουλιασμένα στους Neurosis), η ένταση και η αγωνία που αποτυπώνεται στο The Guilt Of Feeling Alive, παραμένει αναλλοίωτη.

Τα γνώριμα black, doom και sludge στοιχεία είναι ακόμα παρόντα, όλα δεμένα ιδανικά μεταξύ τους, δείχνοντας μια προοδευτικότερη πτυχή του αθηναϊκού γκρουπ. Τα ακραία φωνητικά του Ηλία Αποστολάκη διανθίζονται με κάποια καθαρά, ενώ η παραγωγή –που σου επιτρέπει να ακούς ευδιάκριτα κάθε όργανο– δίνει στο τελικό αποτέλεσμα μια άλλη διάσταση.

43. Tania Giannouli Ensemble: Transcendence [Rattle, 2015]
του Βαγγέλη Πούλιου

Η Τάνια Γιαννούλη καταφέρνει να κεντρίζει συναισθηματικά τον ακροατή δίχως προφανείς, εύκολες λύσεις, μα και χωρίς υπερβολές. Η μουσική της μοιάζει εγγενώς διαλεκτική, έτσι όπως περιηγείται μεταξύ της ελεγείας και της έξαψης, της απουσίας –με τη νοσταλγική της ραθυμία και τον ευάλωτο συναισθηματισμό της– και της παρουσίας, με τις επείγουσες εκκλήσεις του σώματος.

Η πιο ευανάγνωστη αναφορά πατάει στους ευρωπαϊκούς τρόπους της ECM, στις καλομελετημένες συνδέσεις μεταξύ της κλασικής και της τζαζ, σ’ εκείνη την πολύ λεπτή τομή μεταξύ ρομαντισμού και ορθολογισμού που αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό, ίσως, «σήμα κατατεθέν» του σημαντικού γερμανικού label. Υπάρχει όμως και μια «μεσογειακότητα»: ρυθμοί και μελωδίες που, δίχως να αγνοούν τα παραπάνω, εστιάζουν σε ένα πιο οικείο, πιο ζεστό περιβάλλον.

42. Planet Of Zeus: Macho Libre [B-Otherside, 2011]
του Δημήτρη Λιλή

Ακόμα κι αν διαρκούσε τα μόλις 3 λεπτά και 51 δευτερόλεπτα του "Leftovers", το Macho Libre θα έπρεπε να φυλάσσεται ως Άγιο Δισκοπότηρο της ελληνικής stoner σκηνής. Ριφ για μεταλλικές χαίτες, grooves που διδάσκονται στα μεταπτυχιακό τμήματα με τίτλο «πώς να τους κουνήσεις με μια κάσα, ενώ νομίζουν ότι έχεις δύο» και η φωνή του Μπάμπη Παπανικολάου σε διαολεμένα κέφια –απαλλαγμένη και επίσημα από το άγχος της προφοράς– δένουν τον πιο εύκολο δεύτερο δίσκο που άκουσε ποτέ η σκηνή του Μο Βetter.

Έτσι όπως το hard στυλ έφυγε από το Σιάτλ των Soundgarden για να συναντήσει το desert rock της Καλιφόρνια (βλέπε Queens Of The Stone Age), έτσι και οι Planet Οf Zeus πήραν τoν τσαμπουκά του ντεμπούτο Eleven The Hard Way (2008) και τον έκαναν το rock success story της τρέχουσας δεκαετίας για την εγχώρια σκηνή.

41. Xylouris White: Goats [Other Music/Minos-EMI, 2014]
του Βαγγέλη Πούλιου

Σε παραγωγή του Guy Picciotto των Fugazi, Γιώργος Ξυλούρης & Jim White αφήνουν τις πολλές βεβαιότητες, χωρίς να παραγνωρίζουν τη δυναμική τους. Βρίσκουν π.χ. έξυπνους τρόπους να αποδομούν χωρίς να χάνουν στιγμή επαφή με τη δομή, ανασύροντας έτσι έναν εμπνευσμένο διάλογο, για τον οποίον και δουλεύει τελικά η δεξιοτεχνία τους.

Περιέχει ορισμένες καμπύλες το Goats που είναι όντως συναρπαστικές: ένα «ανάμεσα» μεταξύ της ορθοδοξίας που δημιουργεί μια κατά βάση ανορθόδοξη σύμπραξη και κάποιων αραιώσεων, στις οποίες οι ισορροπίες γίνονται ξανά ρευστές και η συνομιλία προτιμά να ψάχνει εκ νέου τους ιδιωματισμούς της, παρά να βασίζεται σε φιξαρισμένους κανόνες.

40. Μπάμπης Παπαδόπουλος: Παραλογές Του Άχρηστου [Puzzlemusik, 2019]
του Μιχάλη Τσαντίλα

Στις Παραλογές Του Άχρηστου, έτσι για αλλαγή, οι μεγάλες αποκαλύψεις απουσιάζουν· στα 10 ορχηστρικά κομμάτια ο γνώστης της διαδρομής του Μπάμπη Παπαδόπουλου δεν θα βρει κάποια πρωτόφαντη χειρονομία. Όμως, εξαρχής, το άλμπουμ μοιάζει να έχει μια άλλη στόχευση: να εντάξει για πρώτη φορά σε ενιαίο σύνολο όλα τα διαφορετικά μονοπάτια της πρότερης περιπλάνησής του.

Συνυπάρχουν έτσι το ακουστικό και το ηλεκτρικό ηχόχρωμα της κιθάρας, οι λυρικές και οι μινιμαλιστικές τάσεις, η λαϊκότητα και η ελλειπτικότητα –κάποιες φορές, μάλιστα, μέσα στην ίδια σύνθεση. Είναι ένα στοίχημα που δεν είχε βάλει μέχρι στιγμής ο συνθέτης, τουλάχιστον όχι σε τέτοιον απόλυτο βαθμό. Και το κερδίζει με άνεση.

39. Ψ.Χ.: Το Φως Το Αληθινό [Cryptia Productions, 2016]
του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη

Χρειάστηκαν χρόνια για να αποφασίσει η οντότητα Ψ.Χ. να συγκεντρώσει τα κομμάτια με τα οποία στοίχειωνε το διαδίκτυο από το 2008, να προσθέσει κάποια νέα, και να «κυκλοφορήσει» το σύνολο με έναν αρκετά ανορθόδοξο τρόπο. Το αποτέλεσμα είναι ένας απίστευτα μαύρος δίσκος, ό,τι πιο κοντά στο απειλητικό φάσμα του black metal έχει παρουσιαστεί εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Με μανιασμένο πάθος και απροσδόκητη εξέλιξη, με ανάσα που θαρρείς βγήκε από τα μπουντρούμια ενός φυματικού De Mysteriis Dom Sathanas. Καλημέρα Απειλή, καλώς (επαν)ήλθες στο black metal με νυχτερινή φτερούγα για να σβήσεις τα κεριά, για να βουτήξεις μέσα στην Παράδοση κάνοντας τα τζάκια να βήχουν σαν φυματικά.

38. Δημήτρης Μυστακίδης: Εσπεράντο [Fishbowl, 2015]
του Γιώργου Μυζάλη

Σε μια εποχή κατά την οποία κυριαρχούν οι διασκευές σε παλαιοτέρο ρεπερτόριο από καινούριες μπάντες και νέους μουσικούς, ο Δημήτρης Μυστακίδης πρωτοτυπεί, τόσο ως προς τις επιλογές των τραγουδιών, όσο και ως προς τον τρόπο με τον οποίον τα διασκευάζει και που –βέβαια– τα παίζει. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, επίσης, επέλεξε εδώ και τον καταλληλότερο ερμηνευτή για το κάθε τραγούδι.

Όλα αυτά λαμβάνουν ιδιαίτερη αξία στον ορυμαγδό νεόκοπων οπαδών του Django Reinhardt, που ξεπηδούν από παντού με gypsy jazz παιξίματα και swing αναφορές, κάνοντας τα πάντα να μοιάζουν ίδια. Έχουν «στενάξει» τα τελευταία χρόνια ο Χιώτης, ο Τσιτσάνης και ο Μουζάκης από ανέμπνευστες επανεκτελέσεις, στηριγμένες στο ίδιο πατρόν. Μέσα λοιπόν σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο Μυστακίδης κάνει εκείνο που ξέρει καλά, μένοντας ανεπηρέαστος από τις σειρήνες της ευκολίας.

37. Sokratis Sinopoulos Quartet: Eight Winds [ECM/AN Music, 2015]
του Μιχάλη Τσαντίλα

Στο Eight Winds ο Σωκράτης Σινόπουλος «σκηνοθετεί» ένα ακόμα επεισόδιο της (μακράς) σειράς «η καθ' ημάς Ανατολή συναντά τη Δύση», θέτοντας τη λύρα του επικεφαλής ενός κουαρτέτου, το οποίο συμπληρώνεται από το πιάνο του Γιάννη Κιριμκυρίδη, το όρθιο μπάσο του Σωτήρη Τσεκούρα και τα τύμπανα του Δημήτρη Εμμανουήλ. Το αποτέλεσμα ίσως θέτει για κάποιους ζητήματα ετικέτας: είναι τζαζ αυτό που ακούμε ή μήπως πρέπει να το πούμε world;

Το παιχνίδι ισορροπιών που στήνεται εδώ, είναι αριστοτεχνικό. Αριστoτεχνικό, ναι, αφού το να βρεθούν οι κώδικες και οι συνθήκες μέσα από στις οποίες θα συνυπάρξει το «ξεχωριστό κλάμα» της λύρας με τα υπόλοιπα όργανα –που, σε επίπεδο δυναμικής, ηχοχρώματος και ιστορίας έρχονται από έναν αρκετά διαφορετικό κόσμο– δεν είναι και το πιο προφανές πράγμα. Γίνεται άλλωστε ξεκάθαρο από την ακρόαση, ότι το όλο σκηνικό είναι ιδιαίτερα εύθραυστο και «ζωντανό»· ότι κάθε του στιγμή διατρέχεται από μεγάλο ρίσκο.

36. Sacral Rage: Beyond Celestial Echoes [Cruz Del Sur, 2018]
του Κωνσταντίνου Διαμαντόπουλου

Το Beyond Celestial Echoes αποτελεί ξεκάθαρο βήμα προόδου σε σχέση με το Illusions Ιn Infinite Void (2015), κυρίως ως προς τον τρόπο με τον οποίον αποφάσισαν οι Sacral Rage να παρουσιάσουν τις ιδέες, το ταλέντο και τις πολλαπλές επιρροές τους μέσα στις συνθέσεις. Κακά τα ψέματα, όσο εντυπωσιακή κι αν ήταν μέχρι τώρα η εκτελεστική δεινότητα και η ενορχηστρωτική πολυπλοκότητα, κανείς δεν μπορούσε να παραβλέψει ότι ενίοτε υπήρχε ένας συνωστισμός, που κάπου-κάπου άφηνε μια αίσθηση ασφυξίας στις ακροάσεις.

Τώρα, όμως, είδαν το πράγμα διαφορετικά, κρατώντας μεν όλα τα ταυτοτικά τους στοιχεία, αλλά σε σωστότερες αναλογίες και με πιο εύστοχο προσανατολισμό: οι ιδέες και το ταλέντο δεν βιάζονται να επιδειχθούν· αντίθετα, απλώνονται αρχοντικά.

35. The Man From Managra: Half A Century Sun [Inner Ear, 2017]
του Βαγγέλη Πούλιου

Ένας παράξενος συνδυασμός μελαγχολίας και ελπίδας, μοναξιάς και συντροφικότητας, ματαιώσεων και υποσχέσεων· να μερικά «μεταξύ» στα οποία κινείται το Half Α Century Sun. Δεν υπάρχουν εκρήξεις θυμού ή πικρίας· ούτε βέβαια η έξαψη εκείνη του ακράτητου ενθουσιασμού. Υπάρχει όμως η συνομιλία τους, μια είδους συμφιλίωση με τα καλώς και τα κακώς κείμενα που προσφέρει η ωριμότητα (στην ωραία της εκδοχή). Κι έτσι, παρότι οι εντάσεις γενικώς αποφεύγονται, η μουσική διατηρεί ένα νεύρο, έναν ευχάριστο παλμό και μια ζεστή πνοή.

Στο τελευταίο, συμβάλει και το γεγονός ότι ο Coti K. ξεκινά με αφετηρία το μπάσο και τη βαρύτονη κιθάρα, δίνοντας έτσι στα τραγούδια του μια δομική ζεστασιά και σε επίπεδο συχνοτήτων. Οι απαλές συγχορδίες του μπάσου στο “Sailor”, το χάδι των αρπισμάτων στο “Se Ti Rivedro” ή η θαλπωρή του “Martha’s Home” είναι μερικά από τα σημεία στα οποία η επιλογή αυτή δικαιώνεται πανηγυρικά.

34. Βασίλης Λαγός Quintet: Καντάδες Για Ένα Δαίμονα [B-Otherside, 2016]
του Μιχάλη Τσαντίλα

Ο Βασίλης Λαγός εφευρίσκει έναν νέο ηχητικό κόσμο στον οποίον τοποθετεί την ποίηση του Γιώργου Δάγλα –ή, καλύτερα, την αντανάκλασή της. Αντί να αρκεστεί στο να φορέσει ατμόσφαιρες σε spoken word αποδόσεις των ποιημάτων, ο κιθαρίστας και συνθέτης μπήκε στην πολύ πιο επίπονη μα και εποικοδομητική διαδικασία να μελοποιήσει τον λόγο του Δάγλα, έτσι όπως αυτός διασκευάστηκε σε έμμετρες φόρμες από τη νεαρή Ντόρα Βλάσση, την ικανότατη ερμηνεύτρια του δίσκου.

Το αποτέλεσμα δίνει ουσιαστικά ζωή σε μια νέα πνευματική οντότητα, σε κάτι που φτιάχτηκε από συστατικά τα οποία δεν υπάρχουν αυτούσια αλλού. Για να συμβεί τούτο, μοιάζει να στήθηκε μια αβέβαιης έκβασης διελκυστίνδα: πότε τα έλλογα νοήματα χρειάστηκε να αναδιπλωθούν για να αποκτήσουν μουσικότητα, άλλοτε οι μελωδίες απαιτήθηκε να αποκτήσουν δύστροπο χαρακτήρα ώστε να αποτελέσουν ενσάρκωση των ποιημάτων. Οι επαναστατημένες, πυρετώδεις, βαθιά ανθρωπιστικές λέξεις του Δάγλα χρειάστηκαν την ελευθεριάζουσα jazz metal γλώσσα του Λαγού –και το αντίστροφο.

33. Regressverbot: Music For Ordinary Life Machines [Fabrika, 2016]
του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη

Σε μια σκηνή που δείχνει να είναι δεμένη πάνω στο φάντασμα των 1980s, οι Regressverbot του Παντελή Θεοδωρίδη δημιούργησαν διαδικτυακά ίχνη λίγο μετά την αρχή της δεκαετίας, κάποια από τα οποία συγκεντρώθηκαν το 2016 σε έναν δίσκο με πειραματική, ηλεκτρονική κατεύθυνση, που δεν αρκείται στο να αναμασά τις σάρκες του παρελθόντος.

Εν αντιθέσει, το Music For Ordinary Life Machines απλώνεται σε διάφορα εδάφια της synth ηπείρου, από το synthpunk μέχρι το minimal synth και την ambient, μελοποιεί Μίλτο Σαχτούρη στον ομώνυμο φόρο τιμής και πιάνει ιδανικά το zeitgeist, παραδίδοντας τον μνημειώδη ύμνο "Kids Οf December".

32. Βήτα Πεις: Βάπτισμα Πυρός/Εύφλεκτον [ανεξάρτητη έκδοση, 2012]
του Τάσου Μαγιόπουλου

Έξι χρόνια δισκογραφικής απουσίας είναι σίγουρα πολλά, οι Βήτα Πεις όμως φρόντισαν να αποζημιώσουν τους οπαδούς όχι με μία, αλλά με δύο κυκλοφορίες και με 46(!) συνολικά κομμάτια. Το σύνολο που αποτελείται από το Βάπτισμα Πυρός και το Εύφλεκτον σηματοδοτεί την επιστροφή ενός στυλ σκεπτόμενου μεν, του δρόμου δε, που τσαμπουκαλεύεται το ίδιο εύκολα με το πόσο προβληματίζεται.

Κάποιοι παραπονέθηκαν βέβαια για την αλλαγή στον ήχο των beats, όμως οι πιουρίστες του είδους θα πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν βρισκόμαστε πλέον μερικά χρόνια πριν το Y2K: το underground στυλ χρειάζεται ανανέωση για να συνεχίσει να εξελίσσεται. Κι αυτό ακριβώς πέτυχαν εδώ οι Βπεις, κατορθώνοντας έτσι να ακουστούν «σχετικοί» για μία ακόμα δεκαετία.

31. Chickn: Chickn [Inner Ear, 2016]
του Ανδρέα Κύρκου

Στον πρώτο τους δίσκο, οι Chickn μας πήραν από το χέρι για να σερβίρουν ένα πανσεξουαλικό χαρμάνι από μετα-ψυχεδελικά groove και απαστράπτουσες κιθάρες, που, όταν λικνίζονται, αφήνουν χρώματα στον αέρα. Σαν την αύρα γύρω από τα κεφάλια, την οποία παράγουν οι παραισθησιογόνες ουσίες.

Σε γκρουβάτα και εθιστικά κομμάτια όπως το "Aleppo/Jam", σχεδόν νιώθεις να στήνεται στα αυτιά σου μια τελετουργική γιορτή, όπου οι μασκοφορεμένοι καλεσμένοι θα επιδοθούν σε δέηση μέσω μιας βακχικής παρτούζας, πίνοντας νέκταρ και απαγορευμένους χυμούς. Οι διεγερτικές πάλι κιθάρες δίνουν έναυσμα για ένα πληθωρικό «χάσιμο» σε ηχητικές πεδιάδες, πλήρες σε περιπετειώδεις ρυθμούς, που συχνά κλείνουν το μάτι και στην Ανατολή.

30. Χειμερινοί Κολυμβητές: 23 Κόκκινα Φώτα [Lyra, Δεκέμβριος 2009]
του Αλέξη Βούκαλη

Ανάμεσα στα 8 χρόνια που μεσολάβησαν απ' τη ζωντανή ηχογράφηση Όχι Λάθη, Πάντα Λάθη (1997) μέχρι τη Μαστοράντζα Του Ερντεμπίλ (2005), καλλιεργήθηκε μία αίσθηση πως οι Χειμερινοί Κολυμβητές είχαν κλείσει τον κύκλο τους, φτάνοντας σε δημιουργικό αδιέξοδο. Aυτού του είδους οι εκτιμήσεις διαψεύδονται πανηγυρικά από τα 23 Κόκκινα Φώτα, με τα οποία το συγκρότημα επανέρχεται στο ρηξικέλευθο ύφος των πρώτων του δισκογραφικών καταθέσεων –χωρίς μάλιστα κάποιου είδους νοσταλγία.

Αντλώντας λοιπόν στοιχεία από μεγάλο φάσμα του ελληνικού ρεπερτορίου (ρεμπέτικο, παραδοσιακό, έντεχνο) και φιλτράροντάς τα μέσα απ’ την κοφτερή της ματιά, η παρέα του Αργύρη Μπακιρτζή φτάνει σε έναν δίσκο που επαναπροσδιορίζει με σαφή τρόπο το πώς μπορεί να ηχεί το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι.

29. Κτίρια Τη Νύχτα: Σαχτούρης [Tenant, 2015]
του Βαγγέλη Πούλιου

Η μουσική του Κτίρια Τη Νύχτα μοιάζει πρόχειρη, αφτιασίδωτη, ο ορισμός του homemade: αυτή είναι εν πολλοίς και η γοητεία της. Σαν σελίδες προσωπικού ημερολογίου περισσότερο, παρά σαν μια ολοκληρωμένη και λυσιτελής σύναψη· μια είδους «αντι-τέχνη», αν προτιμάτε, που κρατιέται ηθελημένα ατελής, ίσως για να διατηρηθεί ανοιχτή στα ενδεχόμενα.

Τα ηλεκτρονικά απ’ τις προηγούμενες δουλειές του παραμερίζονται και η γοητεία μεταφέρεται μόνο με μία φωνή και με μία κιθάρα (κλασική ή ακουστική), παιγμένη, όπως διαβάζουμε, «με διάφορες τεχνοτροπίες και ηχογραφημένη με πλήθος διαφορετικών τεχνικών». Όσο για την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, έτσι όπως είναι αφ’ εαυτού της κατεβασμένη από το βάθρο, φέρνει μαζί κυρίως εκείνον τον υπερρεαλισμό της, εντάσσοντάς τον στην …τραγουδοποιία της καθημερινότητας, στην οποία ασκείται ο Κτίρια Τη Νύχτα.

28. Σαβίνα Γιαννάτου & Primavera En Salonico: Songs Of Thessaloniki [ECM/AN Music, 2015]
του Βαγγέλη Πούλιου

Τραγούδια της Θεσσαλονίκης, δηλαδή της πόλης και –κυρίως– των φαντασμάτων της. Των ανθρώπων που ανέπνεαν τον υγρό της αέρα πριν από (μόλις) 100, 150 χρόνια, συγκροτώντας ένα πολύβουο, πολύγλωσσο και πολυπολιτισμικό κέντρο της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σήμερα, ό,τι έχει απομείνει από αυτούς είναι θραύσματα μνήμης, να θυμίζουν ένα παρελθόν που καταχωνιάστηκε βίαια στο πίσω μέρος του συλλογικού υποσυνειδήτου, όντας ουσιαστικά απόν από την κυρίαρχη αφήγηση των τελευταίων δεκαετιών.

Η Σαβίνα Γιαννάτου και οι Primavera περιδιαβαίνουν νοητά τα στενά σοκάκια εκείνης της Θεσσαλονίκης, αφουγκράζονται ήχους, εικόνες και μυρωδιές. Και είναι άξιο θαυμασμού το πώς καταφέρνουν και εμφυσούν στα τραγούδια που επιλέγουν τη ζεστασιά του ζωντανού. Το πώς δηλαδή παίρνουν τις ανάσες τους για να τις μετασχηματίσουν σε κάτι που αντλεί την ύπαρξή του από το παρελθόν, αλλά που, μ’ έναν τρόπο, σχετίζεται εξίσου και με το παρόν.

27. Παύλος Παυλίδης & B-Movies: Αυτό Το Πλοίο Που Όλο Φτάνει [Archangel Music, 2010]
της Αναστασίας Τουρούτογλου

Αν κάποιος έχει παρακολουθήσει έστω και επιπόλαια την τραγουδοποιία του Παύλου Παυλίδη, δεν μπορεί παρά να έχει παρατηρήσει την εμμονή του για το θαλασσινό στοιχείο. Καράβια, λιμάνια, κύματα και θαλασσοπούλια εναλλάσσονται από τραγούδι σε τραγούδι, ενώ συχνά μπλέκονται όλα μαζί μέσα στο ίδιο, εκφράζοντας πιθανόν μια βαθιά τάση φυγής.

Από την ίδια αφετηρία ξεκινάει και Αυτό Το Πλοίο Που Όλο Φτάνει –ή μήπως θα ήταν πιο σωστό να πούμε, εκτοξεύεται; Διότι μπορεί οι θεματικές βάσεις να παραμένουν σταθερά οι ίδιες, οι μελωδίες να αναπτύσσονται πάνω στα ίδια καθαριστικά ακόρντα και ο τρόπος ερμηνείας να διατηρεί για άλλη μια φορά ένα «καραβοτσακισμένο» σπάσιμο στη φωνή, όμως η ημέρα που ξημέρωσε για τον πρώην frontman των Ξύλινων Σπαθιών (τι να γίνει; Όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν γίνεται να το ξεχάσουμε) με τον συγκεκριμένο δίσκο, φαίνεται πως τον βρήκε με μια διαφορετική, φωτεινότερη ψυχοσύνθεση.

26. The Last Drive: The Last Drive [Labyrinth Of Thoughts, 2018]
του Στυλιανού Τζιρίτα

Σκάει μέσα από μια ηχητική ομίχλη ζαλωμένη περιττωματολογίες, διφορούμενης κατεύθυνσης ντόπιες κυκλοφορίες και εργαστηριακά πειράματα ναογραφίας (λονδρέζικης, νεοϋορκέζικης ή και σουηδικής) για να παίξει τη δική του ζαριά –σταράτα και αντρίκια. Και μόνο τυχαίο δεν είναι που ως τίτλος τίθεται απλά το όνομα του γκρουπ.

Κάποιοι ίσως το ερμηνεύσουν βέβαια ως «μαλάκα, πάνε για τον τελευταίο δίσκο», άλλοι θα πουν «ώπα! Και καλά το magnus opus τους;», καλό θα ήταν πάντως να παρατεθεί εδώ η αμερικανική σημειολογία περί δισκογραφικής πορείας, η οποία θέλει να τιτλοφορείται ένα άλμπουμ από το όνομα του καλλιτέχνη όταν εκείνος θέλει να δράσει απερίσπαστα από ερμηνείες. Αυτός είμαι/είμαστε. Σήμερα.

25. Στίχοιμα: Μηχανές [ανεξάρτητη έκδοση, 2012]
του Μιχάλη Τσαντίλα

Η λέξη-κλειδί εδώ είναι «οριακός». Γιατί όντως παίζει ο δίσκος ετούτος με τα όρια, σε όλα τα επίπεδα. Με το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει όχι μόνο η ομάδα των Στίχοιμα, αλλά και το ελληνικό χιπ χοπ συνολικά. Με το πόσο καλά μπορεί να συλλάβει ένα ηχογράφημα την ατμόσφαιρα της εποχής του, αλλά και μια διαχρονική αίσθηση περί της ανθρώπινης ζωής.

Με το πόσο χύμα αλλά ταυτόχρονα αλάνθαστο μπορεί να είναι, με το πόσο πολυαναφορικό αλλά συνάμα απόλυτα προσωπικό μπορεί να ακούγεται. Και βέβαια με το πόσο ζωντανό και μυστηριώδες μπορεί να παραμένει, όσο κι αν έχει ακουστεί και συζητηθεί. Συμβαίνει με τις Μηχανές ό,τι και με όλους τους κλασικούς δίσκους: η ύπαρξή τους μοιάζει τόσο κρίσιμη και απαραίτητη, όσο και κάπως απίθανη.

24. Hail Spirit Noir: Mayhem In Blue [Dark Essence, 2016]
του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη

«Βαθιά η ρίζα του κακού, ούτε το χέρι του Θεού δεν τη φτάνει». Με αυτήν τη φράση ξεκινάει ο 3ος δίσκος των Hail Spirit Noir, ως επίκληση σε ένα άχρονο γνωμικό, που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι και αυτοαναφορικό. Μπορεί η μπάντα να μην πάταγε ποτέ αυστηρά σε black metal χωράφια, αλλά η κατεργάρικη/παιχνιδιάρικη σατανική οπτική αποτελεί πιστό τους σύντροφο μέχρι και σήμερα, και ενίοτε λειτουργεί πολύ πιο αποτελεσματικά από την τυπική σατανολατρεία που κυριαρχεί στο είδος.

Πιστοί λοιπόν στη συχνότητα δισκογραφικής παραγωγής, 2 χρόνια μετά το ομολογουμένως εξαιρετικό Oi Magoi, οι Θεσσαλονικείς κατέθεσαν ένα 40άλεπτο άλμπουμ, στο οποίο προσπαθούν να ωθήσουν ακόμη πιο πέρα τα όρια αυτού που οι ίδιοι αποκαλούν «psychedelic black metal».

23. Κυριάκος Σφέτσας: Greek Fusion Orchestra Vol. 1 [Teranga Beat, 1976/2018]
της Χριστίνας Κουτρουλού

Όποιος αναρωτιέται για το αν (και πώς) μπορούν να ταιριάξουν πολιτισμοί με χάσμα εμπειριών και συνθηκών καθημερινότητας, ίσως απλά να πρέπει να ανατρέξει στις ηχογραφήσεις αυτές του Κυριάκου Σφέτσα με τη Greek Fusion Orchestra από το 1976, που μόλις πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητας, χάρη στην Teranga Beat.

Το vol. 1 αυτών των ανέκδοτων ηχογραφήσεων αφήνεται να παρασύρει βλέψεις και αρώματα των δύο κόσμων, Ανατολής και Δύσης, κουμπώνοντας ακριβώς στο μεταξύ τους, δημιουργώντας έτσι ένα και αδιαίρετο (μουσικό) όλον. Με τέτοιον μάλιστα τρόπο, ώστε να θεωρείς ότι έτσι ήταν από πάντα. Οι ισορροπίες μεταξύ τζαζ, ελληνικής παράδοσης και μιας ηλεκτρικής, progressive αισθητικής, συνυπάρχουν με αρμονική ισότητα. 42 χρόνια μετά, η ματιά του Σφέτσα παραμένει αυθεντική και πρωτοποριακή, δίχως να της λείπει η συναισθηματική χροιά.

22. Στέρεο Νόβα: Ουρανός [Inner Ear, 2018]
του Ανδρέα Κύρκου

Οι μουσικοί δρόμοι στον Ουρανό είναι διπλής κατευθύνσεως, καθώς οι Στέρεο Νόβα επιθυμούν να συμμετέχουμε –στοχεύουν στο «μαζί». Έχουν μάλιστα τη διαύγεια να μην περάσουν ξανά απ’ το βιομηχανικό έρεβος του Τέλσον (1996) ή απ’ τη συνεσταλμένη ορμή του Ασύρματου Κόσμου (1994). Οι απαντήσεις άλλωστε για το προς τα πού πάνε οι προσευχές μας όταν πετούν σαν πουλιά, έχουν δοθεί. Αυτό που θέλουν, είναι να ξαναθέσουν τις ερωτήσεις. Και το επιχειρούν με ανάγλυφα instrumentals, τα οποία μπορεί να μην σου χαρίζονται εύκολα, αλλά σε περικυκλώνουν με θέρμη, όπως λ.χ. το υπέροχο "Θηβών".

Ευτυχώς, δεν μας θέλουν απλούς θεατές, να ξαναβλέπουμε και φέτος το καλοκαίρι από έναν εξώστη την ίδια ταινία. Αντί λοιπόν να αντλήσουν από την παλέτα του περιφανή μύθου τους, μας χαρίζουν ένα φρέσκο, μορφωμένο σύνολο ιδεών, που φαίνεται πως γράφτηκαν με αφοσίωση από δύο ευαίσθητους τεχνίτες των synths, οι οποίοι χαρτογραφούν το σημερινό αστικό τοπίο και δοκιμάζουν ξανά να το εξημερώσουν.

21. Rotting Christ: Κατά Τον Δαίμονα Εαυτού [Season Of Mist, 2013]
του Στυλιανού Τζιρίτα

Δεν ξεμπερδεύεις εύκολα με το Κατά Τον Δαίμονα Εαυτού. Κι όχι επειδή χρειάζεται πολλά ακούσματα για να σε πιάσει, όπως λέμε. Δεν ξεμπερδεύεις εύκολα διότι διαθέτει κι άλλα επίπεδα, εκτός από τα πρωτογενή.

Το black το αλέθει, βάζει κι έναν βόστρυχο από epic, κλίνει ιδιότυπα (και χωρίς να προδίδει τις ωμές αρχές του) προς το prog, κρατεί τα καλά στοιχεία της folk όπως αναζωπυρώθηκε σε πρόσφατα χρόνια μέσα από το metal και εν τέλει φτιάχνει το καλύτερο δυνατό προφίλ για μια μπάντα με τόσους δίσκους πίσω της. Δημιουργικοί, πατώντας στις κατακτήσεις του Aealo (2010), αλλά και της Θεογονίας (2007), οι Rotting Christ προχωρούν, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές.

20. Sarabante: Poisonous Legacy [Southern Lord, 2016]
του Χάρη Συμβουλίδη

Το Poisonous Legacy μεταθέτει σαφώς την crust εξίσωση προς το hardcore punk μισό της, τιμώντας παράλληλα την πολιτική κληρονομιά σχημάτων σαν τους Crass και τους Discharge. Οι Sarabante κολυμπάνε στα βαθιά, κάτω από την ηλιόλουστη επιφάνεια της τακτοποιημένης κοινωνικής ζωής σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας.

Και γράφουν τραγούδια τα οποία (σε πείθουν ότι) είναι βίαια κι επιθετικά όχι γιατί έτσι προστάζουν οι ρυθμοί ή μια καναπεδάτη «αντί» νοοτροπία, μα επειδή αποτυπώνουν κάτι από τη βία των σύγχρονων δρόμων, κάτι από την τρομακτική στιγμή που βουτάς το χέρι στον κάδο με τα σκουπίδια. Τηρουμένων όλων των αναλογιών, προβάλλουν εδώ ως οι αξιότεροι διάδοχοι όσων κατέγραψε η ιστορική συλλογή Διατάραξη Κοινής Ησυχίας (1984) για την Αθήνα μιας άλλης εποχής, κατά την οποία φτιάχτηκαν πολλοί από τους αγανακτισμένους νοικοκυραίους του σήμερα.

19. May Roosevelt: Μουσική Σε Ποίηση Ντίνου Χριστιανόπουλου [Ιανός, 2013]
του Στυλιανού Τζιρίτα

Ο Θεσσαλονικιός ποιητής είναι μία από τις πλέον ιδιαίτερες μορφές της ελληνικής γραμματείας. Μ' έναν λόγο ο οποίος ισορροπεί ιδιόρρυθμα (και αριστουργηματικά) ανάμεσα στην ηθογραφική γλώσσα, στον παρελθοντικό παραισθητισμό, σε έναν ισχυρότατο ερωτισμό και σε μια μεταμοντέρνα μετα-παουντιανή διάλεκτο, έχει συγκροτήσει μια περσόνα στην οποία δεν μπορείς παρά να σκύψεις με ενδιαφέρον (αν όχι με συγκίνηση) κάθε φορά που την προσεγγίζεις. Και επειδή ακριβώς ο λόγος του Ντίνου Χριστιανόπουλου είναι τόσο ιδιαίτερος, η May Roosevelt προέβη σε μια πολύ έξυπνη κίνηση: επένδυσε, δεν μελοποίησε· κάρφωσε πρόκες ήχου, αλλά –επίτηδες– δεν σταθεροποίησε τη φόρμα.

Έτσι, το πιάνο της και η χαρακτηριστική της θερεμίνη παρελαύνουν εδώ ως ηχητικά τοπία πίσω από τους λόγους του ποιητή (σημειώστε ότι οι απαγγελίες γίνονται από τον ίδιο, στοιχείο εξαιρετικά σημαντικό για την αποτίμηση του δίσκου), περισσότερο λειτουργώντας ως field recordings κάποιας αστικής λεωφόρου, στην ευθεία της οποίας ξεπηδούν μέσα από ραδιόφωνα αυτοκινήτων, παράθυρα ωδείων και ηχεία μεσοαστικών σαλονιών.

18. Lüüp: Canticles Οf Τhe Holy Scythe [I, Voidhanger, 2017]
του Μιχάλη Τσαντίλα

Διαμέσου της όλης διαδρομής, αποτυπώνεται η άσβεστη πίστη του Στέλιου Ρωμαλιάδη στον χαρακτήρα των Lüüp: black metal, progressive folk, τοπική λαϊκή παράδοση περνούν μέσα από το φίλτρο λόγιων αναφορών (με τον Igor Stravinsky και τον György Ligeti να είναι οι πιο ευδιάκριτες) και αποτυπώνονται μέσω αποκλειστικά ακουστικών οργάνων και μέσω της γνωστής λογικής ορχήστρας δωματίου την οποία και εμπιστεύεται.

Δεδομένης της θεματολογίας, το Canticles Of The Holy Scythe προκύπτει βέβαια ακρόαμα βλοσυρό και δυσπρόσιτο. Έχει όμως πολύ ενδιαφέρον το προαναφερθέν παιχνίδι καθ’ όλη τη διάρκειά του, το πώς δηλαδή διαθλώνται και παραμορφώνονται τα διάφορα ετερόκλητα στοιχεία μέσω της μινιμαλιστικής αρμονικής και ενορχηστρωτικής λογικής που χρησιμοποιείται.

17. Νατάσσα Μποφίλιου: Εισιτήρια Διπλά [Lyra, 2010]
του Χάρη Συμβουλίδη

Για να συλλάβει κανείς τα Εισιτήρια Διπλά σε όλη τους την έκταση, θα πρέπει να τα περάσει δια πυρός και σιδήρου, να τα αντιπαραβάλει ξανά και ξανά στις ευθείες αναφορές τους: κόντρα στον Σταμάτη Κραουνάκη και στη Λίνα Νικολακοπούλου, κόντρα στην Τάνια Τσανακλίδου, κόντρα στον Μάνο Χατζιδάκι. Όχι μόνο δεν κλονίζεται ο δίσκος κόντρα σε τόσο δύσκολα τεστ, αλλά αποδεικνύει ότι οι επιρροές είναι καλώς αφομοιωμένες και μετασχηματισμένες από ένα άγγιγμα με σημερινά χαρακτηριστικά.

Εδώ, περισσότερο ίσως από ποτέ, η Νατάσσα Μποφίλιου, ο Θέμης Καραμουρατίδης και ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος έδειξαν ότι εμπεριέχουν τον σπόρο του μέλλοντος, τυλιγμένο στο τσόφλι του παρόντος. Μέχρι στιγμής, καθώς τελειώνει κι αυτή η δεκαετία, δεν τον έχουν ξεπεράσει –κι ας αύξησαν έκτοτε σημαντικά την εμβέλεια της αποδοχής τους.

16. Villagers Of Ioannina City: Riza [Mantra, 2014]
του Βαγγέλη Πούλιου

Οι «Χωριάτες» εισβάλλουν στα Γιάννενα, η βουκολική παράδοση στο αστικό δίκτυο, το κλαρίνο στο grunge και στο stoner. Δίκαιος ο ντόρος που έγινε γύρω από τους Villagers Of Ioannina City στην τρέχουσα δεκαετία, αν και ίσως όχι πάντοτε για τους σωστούς λόγους.

Ακούγοντας το άλμπουμ καθίσταται εμφανές ότι και αρκετή έμπνευση κρύβει, αλλά και αρκετή δουλειά προϋποθέτει ώστε αυτή η έμπνευση να ευοδωθεί σε ένα αποτέλεσμα ουσιώδες, πέρα από λειτουργικό. Δείχνει επίσης να είναι μια τίμια και ειλικρινής δουλειά, φτιαγμένη από ανθρώπους που (εικάζω πως) μεγάλωσαν με ακούσματα τύπου Alice In Chains ή Tool, ενόσω το ηπειρώτικο κλαρίνο ή το πολυφωνικό τραγούδι (ξαναεικάζω πως) τριγυρνούσε πάντοτε στ’ αυτιά τους, μέχρι που (ξανα-ματα-εικάζω πως) αποφάσισαν να δώσουν την πρέπουσα σημασία. Το Riza είναι ακριβώς η συνέχεια μιας τέτοιας της απόφασης.

15. Φοίβος Δεληβοριάς: Ο Αόρατος Άνθρωπος [Εξώστης/Inner Ear, 2010]
του Χάρη Συμβουλίδη

Δεν αποτελεί πρωτοπορία να έχεις theremin, μουσικά πριόνια και στυλόφωνα σε έναν δίσκο, ούτε συνιστά καινοτομία επειδή δεν τα ακούγαμε μέχρι πρότινος σε δουλειές εγχώριων τραγουδοποιών –θέλω να είμαι ξεκάθαρος σε αυτό. Τέτοια πράγματα τα νομίζουν άνθρωποι με φτωχό ορίζοντα αναφορών, οι οποίοι αντιλαμβάνονται μόνο τον κλασικό συνδυασμό κιθάρα/μπάσο/τύμπανα και όλα τα υπόλοιπα τους φαίνονται διανοουμενίστικα. Σημασία για την περίπτωσή μας έχει ότι εδώ ο Φοίβος Δεληβοριάς τα επιστρατεύει όλα αυτά όχι για να κοσμήσουν ως εξωτικά μπιζού τον ήχο του, μα για να τον ανατρέψουν.

Ο Αόρατος Άνθρωπος αποτελεί σημαντικό άλμπουμ όχι μόνο γιατί βρίσκει τον δημιουργό του να προχωρά, αλλά και γιατί έχει να δώσει κάτι στο σήμερα του μουσικού γίγνεσθαι. Πρόκειται για δουλειά που εγείρει ερωτήματα και αμφισβητεί το δεδομένο της ηλεκτρικής φόρμας των τραγουδοποιών, επιδεικνύοντας μάλιστα τόλμη που δεν συναντάς ούτε σε περιπτώσεις πολυδιαφημισμένων singer-songwriters του εξωτερικού, που η κριτική βιάστηκε να αποθεώσει στη βάση (συνήθως) μιας κουτσής κιθάρας κι ενός ιδιοσυγκρασιακού λυγμού.

14. Bazooka: Άχρηστη Γενιά [Slovenly Recordings, 2016]
του Βαγγέλη Πούλιου

Χέστηκαν για την τέχνη (ιδίως γι' αυτήν που είθισται να γράφεται με κεφαλαίο) και μας χαρίζουν κι όλη τη φρεσκάδα της δήθεν πλούσιας εναλλακτικής μας παιδείας να την κλείσουμε σε κανά μπουκαλάκι, μη και μπαγιατέψει όταν έρθει σε επαφή με την πραγματικότητα τριγύρω. Τούτοι κλέβουν από το μισό songbook του ροκ εν ρολ και το κάνουν χωρίς συστολές και προκαλύψεις. Και, παρόλα αυτά (ή ίσως ακριβώς γι’ αυτά), όποιος/α τους έχει πετύχει σε κάποιο λάιβ, γνωρίζει ότι είναι ικανοί να κάνουν το όλο πράγμα να δονείται όπως λίγα γκρουπ του παρόντος, εδώ στη μικρή μας επαρχία.

Νομίζω πως το σημείο-κλειδί βρίσκεται στην punk ιδιοσυγκρασία της τετράδας απ’ τον Βόλο, η οποία μεταφράζεται σε μουσικούς τρόπους, αλλά όχι απαραιτήτως και όχι μόνο. Είναι μια καλώς εννοούμενη τσογλανιά, μια διάθεση να τα φέρουν όλα σβούρα, χωρίς να κρατάνε τα μπόσικα μεταξύ αγιοτήτων, μουσειακών θώκων και μιας δήθεν ατημέλητης καλλιτεχνίας. Το κλου, φαντάζομαι, είναι να αφήσεις το ιδρωμένο σου χνώτο να σου δείξει τον δρόμο. Αυτό, συνήθως, ξέρει καλύτερα.

13. Xylouris White: Black Peak [Bella Union/Minos-EMI, 2016]
του Θάνου Σιόντορου

Τιτλοφορημένο από μια βουνίσια κορυφή στην Κρήτη, το πολυπολιτισμικό και ηχητικά εύφορο άλμπουμ των Xylouris White είναι ένα ακόμα σπουδαίο επιχείρημα για όλους εμάς που υποστηρίζουμε πως η μουσική, στην ουσία της, είναι μία –και όλα τα υπόλοιπα έπονται. Με μοναδική μου ένσταση μια έλλειψη ομογενοποίησης των συστατικών κάποιες από τις φορές που η ταχύτητα ανέβαινε και κοίταγε προς punk ή rock μεριά, αλλά πλήρη εξισορρόπηση όταν έπεφτε και άφηνε τη δημιουργική πλευρά της εσωστρέφειας να πάρει τα ηνία, το Black Peak είναι τόσο γερό, αληθινό, καλοδουλεμένο και δυνατό, όσο και ο μακροχρόνιος δεσμός των δύο μουσικών.

Δεν φανταζόμουν ποτέ στη μέχρι τώρα ζωή μου ότι θα κλείσω κείμενο με μαντινάδα, μιας και η σχέση μου με την Κρήτη περιορίζεται στον απλό θαυμασμό ενός επισκέπτη. Αλλά τα λόγια του Ψαρογιώργη «πολύ καιροί με δέρνουνε μα οι κλώνοι μου δεν σπούνε, γιατί έχω ρίζες δυνατές βαθιά και με βαστούνε» αντικατοπτρίζουν πλήρως το παρελθόν, το παρόν και (καλώς εχόντων των πραγμάτων) το μέλλον των Xyloyris White.

12. Σtella: Σtella [Inner Ear, 2015]
του Νίκου Δασκαλόπουλου

Το ομώνυμο ντεμπούτο της Σtella είναι απροκάλυπτα, συγκλονιστικά, απροσδόκητα, απλά και μοναδικά pop. Πρόκειται για έναν δίσκο καλοδουλεμένο από την αρχή έως και το τέλος, με μια οργανικότητα σπάνια. Η Στέλλα Χρονοπούλου είναι αυτό που λέμε multi-artist: σπουδές στην Καλών Τεχνών, συμμετοχή σε διάφορες εναλλακτικές μπάντες, συνεργασίες με σπουδαίες ηλεκτρονικές φιγούρες όπως o Coti K. και ο ΝΤΕΙΒΙΝΤ, τον οποίον συναντούμε και στην παραγωγή αυτού του άλμπουμ, καθώς την επιμελείται μαζί με τη Σtella.

Επιβλητικές μπασογραμμές, φωνητικά τόσο σίγουρα όσο και οι στίχοι που ομολογούν· σίγουρα για την αλήθεια τους, όχι όμως αυτάρεσκα. Πρωτόγνωρα και βαθύτατα ευαίσθητα, διαλεγμένες μία-μια οι λέξεις όπως και τα σύνθια, τα κρουστά και κάθε τι στην παραγωγή που φτιάχνει έναν κόσμο φανταχτερό αλλά και συνάμα σκοτεινό. Σαν θλίψη που καθρεφτίζεται στη ντισκομπάλα ενός club. Οι όροι με τους οποίους μας παραθέτονται αυτά τα στοιχεία σε καμία περίπτωση δεν περιορίζουν, ούτε καν φτιασιδώνουν το pop momentum της Σtella, που σε κάνει να θες να χορέψεις, να διασκεδάσεις, να συλλογιστείς, να ψυχαγωγηθείς.

11. Αλκίνοος Ιωαννίδης: Μικρή Βαλίτσα [Cobalt Music, 2014]
του Βαγγέλη Πούλιου

Η Μικρή Βαλίτσα είναι μια ιδιότυπη αναδρομή σε παρελθόν και παρόν ταυτοχρόνως. Η ματιά του Αλκίνοου Ιωαννίδη είναι καθαρή και διεισδυτική, ικανή να φέρει το βάρος αυτών των συνεχών παλινδρομήσεων. Και βάζει μπροστά έναν καθρέπτη (αναφέρεται ή εννοείται αρκετές φορές στην περασιά του δίσκου), δηλαδή την κριτική εκείνη που έχει αφετηρία την αυτοκριτική, αλλά είναι παράλληλα αρκετά οξυδερκής για να εγκλωβιστεί μέσα της.

Οι στίχοι διατηρούν –εκούσια ή ακούσια– επαφή με τη θεωρία, από τον αντιφασισμό μέχρι τη… φετιχοποίηση της ιδιοκτησίας· δεν οδηγούμαστε όμως μέσω αυτής σε κάποιο από τα νεφελώματά της. Αντιθέτως, αν επιδιώκεται κάτι, είναι το ρίζωμα στην πραγματικότητα· καταλήγοντας έτσι σε εύληπτα και καλοσχηματισμένα τραγούδια, τα οποία, σαν σύνολο, ισορροπούν τέλεια μεταξύ της λαϊκότητας κι ενός πιο λόγιου πλαισίου. Το μπουζούκι και το κουαρτέτο εγχόρδων, ο «Αμερικάνος» ρεμπέτης Γιώργος Κατσαρός μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Νίκο Γκάτσο και τη Μαρία Φαραντούρη, όλα εκεί, «όλα μαζί ανάκατα, μπερδεμένα, στριμωγμένα κι ακριβά».

10. Μπάμπης Παπαδόπουλος: Μέσα Στον Πόνο Ειν’ Η Χαρά, Μες Στη Χαρά Ο Πόνος [Puzzlemusik, 2014]
του Μιχάλη Τσαντίλα

Για κάποιον που ξεκίνησε ξεπατικώνοντας τα ριφ των Gang Of Four, η μουσική πορεία του Μπάμπη Παπαδόπουλου εκτυλίχθηκε με τρόπο αναπάντεχο και συναρπαστικό. Όχι μόνο βοήθησε ο Θεσσαλονικιός κιθαρίστας τους Τρύπες να βρουν τη φωνή τους και να αναδειχθούν στη σημαντικότερη περίπτωση στο βασίλειο της εγχώριας ροκαρίας, αλλά επέδειξε στη συνέχεια θαυμαστή οξύνοια στις επιλογές του.

Δεν είναι απλά μια μελωδική δεινότητα που κάνει αυτά τα 11 κομμάτια σπουδαία, αλλά το ότι την υποστηρίζει μια μουσικότητα αρχαία μα και σύγχρονη συνάμα· μια φαντασία τολμηρή αλλά και οικονομημένη, ένα πνεύμα που αναζητά ολούθε το καινούριο, ενώ απορρίπτει με σπουδή το σκάρτο και το περιττό.

9. Κόρε. Ύδρο. - Απλές Ασκήσεις Στον Υπαρξισμό [Ανούσια Ένταση/Inner Ear, 2013]
του Χάρη Συμβουλίδη

Τζάμια τρίζουν, κουρτίνες σκίζονται, τα φώτα τρέμουν, οι σοβάδες πέφτουν στο κεφάλι σου και τα αστεία κόβονται μαχαίρι. Αυτό δεν είναι μπάσιμο δίσκου, μα κανονική επέλαση της Κερκυραϊκής Ταξιαρχίας. Ή, αλλιώς, του μακράν σπουδαιότερου ροκ, ποπ, ποπ/ροκ, ροκοπόπ –πείτε το όπως αγαπάτε– συγκροτήματος το οποίο αναδύθηκε στο αμήχανο μεσοδιάστημα μεταξύ της καλλιτεχνικής κατάρρευσης της ελληνόφωνης σκηνής και της αναιμικής, ανολοκλήρωτης προσπάθειας να συγκροτηθεί μια αντίστοιχη αγγλόφωνη.

Το CD κόβεται λοιπόν στο μοντέλο του κέρματος της μίας δραχμής (το θυμάστε, με το καραβάκι)· στο βιβλιαράκι ο Ιωάννης Καποδίστριας μας κλείνει με νόημα το μάτι. Αφήστε δε τα "Βράδια Της Κρίσης". Με την αναφορά στον καπηλευτικό πασοκισμό των μπαξέδων και τον βαθιά, βαθύτατα πολιτικό στίχο «μαζί τα φάγαμε απ' τον κώλο, μωρό μου». Είναι αλλιώς να σου λέει ένας Κερκυραίος ότι δεν θα κλάψει τις αξίες της Δύσης, έχε το υπ' όψιν. Δεν έγραψε το ίδιο η νεοελληνική ιστορία για τα Επτάνησα, όπως έγραψε για τη Ρούμελη, τον Μωριά ή τον θεσσαλικό κάμπο.

8. Socos & Δημήτρης Πουλικάκος: Η Ύδρα Των Πουλιών [Puzzlemusik, 2010]
του Βύρωνα Κριτζά

Η χροιά του Δημήτρη Πουλικάκου παραμένει αξεπέραστη, είτε όταν φωνασκεί πίσω από αφηνιασμένες κιθάρες (“Στα Όρη Της Μυουπόλεως”), είτε όταν απαγγέλλει απαλά (“Η Ύδρα Των Πουλιών”). Πέρα πάντως από τον έτσι κι αλλιώς γοητευτικό ήχο της φωνής, οι ερμηνείες του είναι υποδειγματικές. Η βιωματική του σχέση με την ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου και η όλη του τριβή με το κίνημα του υπερρεαλισμού (που ξεκινά από την έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού Πάλι το 1964) αφήνει εδώ μια στάμπα αυθεντικότητας, που δεν είναι απλά θέμα ταλέντου ή σωστής δουλειάς.

Από την άλλη μεριά βρίσκεται ο Socos. Η παντελής έλλειψη ομοιοκαταληξίας που χαρακτηρίζει το έργο του Εγγονόπουλου, του επιτρέπει απεριόριστη ελευθερία στις μελοποιήσεις. Δεν ποντάρει στις στρωτές μελωδίες, αλλά στη δημιουργία της σωστής ατμόσφαιρας· και, μέσα από ποικιλία ήχων και εναλλαγές ρυθμών, πετυχαίνει να προσαρμόσει τη μουσική στη δυναμική του κάθε ποιήματος.

7. Οδός 55: Οδός 55 [Εἰρκτή, 2016]
του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη

Χορευτικό, υπνωτικό, λυσσαλέο και επαναστατικό, το υλικό των Αθηναίων πείθει ότι δεν είναι απλά ένα αναμάσημα της νεκραναστημένης synthpunk σκηνής των εγχώριων 1980s (ANTI..., Χωρίς Περιδέραιο), αλλά δημιούργημα που στέκεται άνετα στο τώρα, ως γέννημα των συνθηκών των προσφάτων ετών.

Στιχουργικά, ο δίσκος κινείται στα όρια της δυστοπικής κριτικής της καθημερινότητας, με όχημα, μεταξύ άλλων, και τον φουτουρισμό, ενσωματώνοντας και μια υποψία λαχτάρας για όσμωση τεχνολογίας και βιολογίας: «Αίμα-Σώμα-Μηχανή» βρυχάται το φρενήρες “Ύπνωση Τηλεκίνηση”, ίσως το πιο ορμητικό κομμάτι του άλμπουμ.

6. Θανάσης Παπακωνσταντίνου: Ο Ελάχιστος Εαυτός [Εξώστης/Inner Ear, 2011]
του Αλέξη Βούκαλη

Οι πρώτες ακροάσεις ενδεχομένως να ξενίσουν και τον πιο εξοικειωμένο με το έργο του δημιουργού. Τα περισσότερα κομμάτια στέκουν, θαρρείς, απόμακρα· με έναν ήχο κάπως «ψυχρό», που προκαλεί αρχικά μια αίσθηση ανοικειότητας. Η εγκατάλειψη μάλιστα από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου (σε μεγάλο βαθμό) της στιχουργικής αμεσότητας δημιουργεί ένα σύνολο που περισσότερο έχει την απαίτηση να πλησιάσει ο ακροατής σ’ αυτό, παρά το αντίθετο. Μόλις όμως συμβεί κάτι τέτοιο, τα τραγούδια σαν να ανθίζουν.

Ο υπαινικτικός και βαθιά εσωτερικός λόγος του Παπακωνσταντίνου έρχεται για ακόμα μία φορά να εντυπωσιάσει. Οι αλαφροΐσκιωτοι, οι ληστές των ορέων και τα στοιχεία της φύσης αποτελούν ξανά τους γνώριμους χαρακτήρες των τραγουδιών του. Οι θαυμάσιοι εικονοπλαστικοί του στίχοι ταξιδεύουν μέσα από υπόγειες διαδρομές για να φέρουν στην επιφάνεια πρόσωπα, αισθήματα και νοήματα ξεχασμένα, αλλά καθόλου ξεπερασμένα.

5. Mohammad: Som Sakrifis [PAN, 2013]
του Χάρη Συμβουλίδη

Δικαιούμαστε άραγε, περιπλανώμενοι στην εντροπία του πειραματισμού των Mohammad, να χαράξουμε ανάλογα, μιλώντας λ.χ. για το κατευόδιο μιας κοινότητας κόντρα στο μεταφορικό ξόδι για τον Άνθρωπο του Διαμερίσματος; Για τον κλαπατσίμπαλο αποχαιρετισμό «ενός από μας» έναντι στο επιφανειακά βουβό, υπόγειο αντίο προς κάποιον μυστηριώδη συνάνθρωπο σε μια από τις αναρίθμητες Δυτικές πολυκατοικίες; Έχουν τέτοιες σκέψεις αντίστοιχη βαρύτητα με εκείνες της δισκογραφικής του εγχώριου τρίο, η οποία διείδε στο Som Sakrifis έναν μουσικό συγγενή της κινηματογραφικής λογικής του Béla Tarr, όπως λ.χ. αποτυπώθηκε στις Αρμονίες του Βερκμάιστερ (2000); Ή με αυτές άλλων, για υφολογική συγγένεια με τις βαθιά μεταφυσικές ηλεκτρακουστικές συνθέσεις του Iancu Dumitrescu;

Ίσως το Som Sakrifis, επιδερμικά, να μην προχωράει την κατακτημένη στιλιστική οπτική των Coti K., ILIOS & Νίκου Βελιώτη, τις τεχνικές τους, το «όραμά» τους τέλος πάντων για τη δημιουργία. Οπωσδήποτε όμως προχωράει το βάθος αυτής της δημιουργίας, την ακριβή της ουσία. Και δεν είναι τυχαίο ότι, όσο πιο πολύ κερδίζει σε σκάψιμο, τόσο πιο διακριτά όρια αρχίζει ν' αποκτά με την Επικράτεια του Εύληπτου.

04. Φοίβος Δεληβοριάς: Καλλιθέα [Inner Ear, 2015]
του Χάρη Συμβουλίδη

Ο Φοίβος Δεληβοριάς ξαναθυμάται τα επικά καλάθια του Νίκου Γκάλη, τον Ιππότη της Ασφάλτου, το Space Invaders, τους διαρκείς τσακωμούς για τον Morrissey με κάποιον έρωτα (καιρό πριν), τον Ραλφ Μάτσιο να κάνει την κίνηση του πελαργού. Αναρωτήθηκε βέβαια και για την εξωραϊστική «αλήθεια» της μνήμης, συγκρίνοντας το χθες με το σήμερα: η Καλλιθέα βούλιαξε, όπως και πολλές ακόμα αθηναϊκές γειτονιές, τον περιπτερά διαφορετικό τον θυμόταν και τον βρήκε Χρυσαυγίτη, η γενιά του γι' αλλού κίνησε, μα στέκει τώρα αποκαρδιωμένη και αποπροσανατολισμένη.

Δεν υπάρχουν «εκεί έξω» (που λένε οι Αγγλοσάξονες) πολλοί δίσκοι που θα σε βάλουν να σκεφτείς ποιος ήσουν, ποιος είσαι, και κατά πόσο συνάδεις με εκείνο που ονειρεύτηκες όταν το Μέλλον φαινόταν ως το φαρδύτερο χωράφι του κόσμου κι ένιωθες τον Χρόνο με το μέρος σου.

03. GravitySays_i: The Figures Of Enormous Grey And The Patterns Of Fraud [Restless Wind, 2011]
του Χάρη Συμβουλίδη

Το άλμπουμ αποτελείται από 2 μόλις συνθέσεις, μακράς χρονικής διάρκειας και ουσιαστικά άτιτλες. Συνθέσεις περίπλοκες σε κατασκευές και αναφορές, με πλοκή κινηματογραφικής ταινίας, οι οποίες θέτονται στην υπηρεσία μιας κεντρικής ιδέας γύρω από τον σύγχρονο άνθρωπο και τις σκοτεινές πτυχές της επιφανειακά θαυμαστής μοντερνικότητας (γι’ αυτό και το γκρίζο του τίτλου είναι πελώριο, γι’ αυτό και η μπάντα κάνει λόγο για μοτίβα εξαπάτησης). Οι Pink Floyd αναδεικνύονται σε κεντρική επιρροή, αλλά δεν έχει τόση σημασία: η κληρονομιά τους έχει αντιμετωπιστεί με θάρρος και με προσωπικότητα, ούτε μιμητικά, ούτε μεταπρατικά.

Αμφότερες οι συνθέσεις αποτελούν περιπετειώδη και πολυσχιδή παζλ, με συχνά εξαιρετική δουλειά στις κιθάρες και με χορωδιακά φωνητικά. Τα τελευταία ξενίζουν νομίζω σε πρώτη επαφή και μάλλον θα αποτελέσουν παράγοντα δυσπροσπέλαστο για το λεγόμενο «μέσο αυτί»: δεν είναι συνηθισμένος ο ακροατής στη χορωδιακή λογική, ειδικά όταν χρησιμοποιείται σε όλη τη διάρκεια ενός άλμπουμ. Ωστόσο, η επιλογή της μπάντας είναι σωστή. Όποιος σκύψει πάνω από το εγχείρημα και ασχοληθεί με τους στίχους, θα κατανοήσει γιατί έπρεπε να υπάρχει αυτή η «κοινότητα» φωνών, αντί για τον μοναχικό «πρωταγωνιστή».

02. The Boy: Κουστουμάκι [Inner Ear, 2010]
του Ζαννή Βούλγαρη

Φανταστείτε έναν υπεραιωνόβιο, βαλσαμωμένο τύπο Νικόλα Άσιμου να τρυγεί τα σταφύλια της οργής και της ξεφτίλας στο μετά-αποκαλυπτικό σκηνικό της Αθήνας του 21ου αιώνα, εξακοντίζοντας κάπου μέσα από τον δαίδαλο του αστικού ιστού οργίλες αυτοεκπληρούμενες προφητείες, κραδαίνοντας το τσεκούρι που θα εξαφανίσει τους εφιάλτες του... Τους τρομοκράτες του. Ηχητική υπόκρουση ένα μονότονο ταμπούρλο, το κυκλοθυμικό του πιάνο και τα ηλεκτρονικά του παιχνίδια, συνεπικουρούμενα από εγχώρια τοτέμ της Μεταπολίτευσης –και όχι μόνο– οικεία όσο και ανοίκεια στις απαιτούμενες δόσεις για ταυτόχρονο καταυγασμό και αποδόμηση της ελληνικότητάς τους.

Τώρα σταματήστε να φαντάζεστε και αφουγκραστείτε. Αναποδογυρισμένα τα Τραπεζάκια ΈξωΈκανα εμετό με ιδανικά...πέρασε του ήλιου η υπερβολή»)· σκεπτικιστής και υπερεθνικόφρων από την ανάποδη («Ελλάδα...βοήθεια δεν θέλεις, βοήθεια δεν ζητάς/γιατί έχεις τους Αρχαίους και τον Μάνο και τον Μίκη»)· γλαφυρές, τερατολογημένες αναπαραστάσεις δρώμενων της καθημερινότητας στον υπόγειο («Ήτανε πολύ ωραία η σημερινή διαδρομή/Νιώθετε κάτι να σας ακουμπάει; Ε;/Είμαι αυτός που κολλάει από πίσω σας στο μετρό») –από τον καταλύτη του δίσκου “Είμαι Αυτός”.

01. ΛΕΞ: 2XXX [Τέχνη Για Κολλημένους, 2018]
του Χάρη Συμβουλίδη

Ενώ στο Ταπεινοί Και Πεινασμένοι (2014) υπήρχε μια ανάγκη να τιμηθούν οι αναφορές, εδώ ο βασικός συνθέτης Dof Twogee στρέφει τον δίσκο προς τις πιο σύγχρονες τάσεις, εδράζοντας πολλά στις δωρικές, ομιχλώδεις λούπες και στη ναρκοληπτική τους επανάληψη, η οποία αφήνει μια αίσθηση ερήμωσης βγαλμένη θαρρείς από το Dead Cities των Future Sound Of London (1996), ειδικά όταν μπλέκεται και ο Deathwish στην παραγωγή τους, σε κομμάτια-ορόσημα σαν το "Vittorio" και το "Γρανίτες Και Τσιγάρα". Δεν είναι τυχαίο ότι και ο ίδιος ο ΛΕΞ απηχεί την αλλαγή στους στίχους του, κάνοντας μεν έξυπνες αναφορές στο τιμημένο παρελθόν (Ice Cube, Wu-Tang Clan, μα και Τρύπες, Sex Pistols), αλλά ριμάροντας κατά τα λοιπά για το grime που ακούνε στις αυλές των φίλων, για το trap που βάζει σε κάποια ερωτική του σύντροφο, για τον Kendrick Lamar τον οποίον προφανώς θαυμάζει.

Είναι πάντως οι ...λέξεις του ΛΕΞ εκείνες που σε τσούζουν σαν καρφί που μπήγεται στο γυμνό σου πέλμα. Πρόκειται για στίχους γραμμένους με καρδιά και με ένα βλέμμα περισσότερο κουρασμένο παρά λυπημένο, που αποτυπώνεται και στον εξαιρετικό τρόπο με τον οποίον ο ΛΕΞ πλησιάζει ή απομακρύνεται από το μικρόφωνο ενώ ραπάρει. Δεν υπάρχει δε η παραμικρή σχέση με όσους μας έχουν φλομώσει στον λυγμό και στις φλωροταξιδιάρικες περικοκλάδες. Είναι επίσης στίχοι οι οποίοι ντύνονται τη σκληρή καθημερινότητα που περιστοιχίζει έναν νέο άνθρωπο στην υποβαθμισμένη Θεσσαλονίκη των 18 χρόνων αυτού του 21ου αιώνα, αλλά χωρίς να καταφεύγουν στο ανέξοδο θα σου κάνω/θα σου δείξω ζοριλίκι το οποίο πουλάνε έτεροι ράπερ. Ακόμα δηλαδή και όταν περιαυτολογεί για τον πρώτο του δίσκο, ο ΛΕΞ έρχεται να σου πει για τις ημέρες που δεν τον γεμίζει τίποτα ή για τις μανάδες των 20άρηδων fans, οι οποίες τον θεωρούν υπαίτιο που τα τέκνα τους «χέζουν το μέλλον τους».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Το Avopolis αποχαιρετά τον σπουδαίο συνθέτη που έφυγε από τη ζωή στα 91 του χρόνια, ξανακούγοντας

Κάθε μήνα το Avopolis θα συγκεντρώνει τους δίσκους που έμειναν λίγο παραπάνω στα ακουστικά του. Ο

 

Η ηχομπάρα Bluetooth Soundbar CASB240 της Crystal Audio υπόσχεται κορυφαία ποιότητα ήχου στην

FEATURED TODAY

Στο νέο του Incoming, ο Δημήτρης Λιλής ακούει δυνατά τσιτωμένο hardcore, από την Ουάσινγκτον μέχρι την Αθήνα κι από εκεί στο Λος Άντζελες.

Στο νέο του Diggin', ο Ζώης Χαλκιόπουλος ξανακούει την πρώτη κυκλοφορία του Madlib ως Quasimoto και απολαμβάνει το καρτουνίστικο alter ego του, ...

Το Avopolis αποχαιρετά τον σπουδαίο συνθέτη που έφυγε από τη ζωή στα 91 του χρόνια, ξανακούγοντας 10 εμβληματικά soundtracks του.

HOT STORIES

Ο Kevin Parker έκατσε σε μια καρέκλα μόνο με την κιθάρα του για να παίξει το κομμάτι από τον τελευταίο δίσκο της μπάντας του, The Slow Rush.

Ο μουσικός θα εμφανιστεί το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων.

Top