Τετάρτη απόγευμα στην Πλατεία Νερού, με ένα γλυκό πορτοκαλί να χαϊδεύει τα ενθουσιασμένα κεφάλια μας. Είναι 24 Ιουνίου και στη σκηνή του Release Athens πρόκειται να βρεθούν ο Baxter Dury και ο αγαπημένος του ελληνικού κοινού Nick Cave, μαζί με τους The Bad Seeds, στην πέμπτη μέρα του φεστιβάλ. Είχαν προηγηθεί οι μεγάλες εμφανίσεις των Limp Bizkit, David Byrne και Jean-Michel Jarre, και φυσικά η επετειακή συναυλία των Ημισκουμπρίων, με τις προσδοκίες και για αυτή τη βραδιά να είναι υψηλές.
Υψηλές, βεβαίως, οι προσδοκίες, αλλά αισθητή η απουσία της Anna Von Hausswolff, η οποία για ιατρικούς λόγους χρειάστηκε να ακυρώσει σειρά των καλοκαιρινών της εμφανίσεων, όπως μας είχε ενημερώσει και η διοργάνωση, υποσχόμενη εκτενέστερα set από τους δύο headliners.
Και λέω δύο headliners καθώς μόνο άδικο θα ήταν εάν λέγαμε πως ο Baxter Dury «άνοιξε» τη συναυλία του Nick Cave (παρά το γεγονός της μάλλον σταδιακής, κατά τη διάρκεια του σετ του, προσέλευσης του κόσμου). Με δύο και πλέον δεκαετίες συνεχούς παρουσίας στα μουσικά τεκταινόμενα, ο Dury παρουσιάστηκε με αδιαμφισβήτητη άνεση πάνω στη σκηνή – ακριβώς στις 19:15, με τη συνέπεια που θα περίμενε κανείς από έναν Άγγλο. Φορώντας λευκά All Star, μαλακό γκρι κουστούμι και λευκό πουκάμισο, τη χαρακτηριστική του effortless περιβολή, κι έχοντας δίπλα του μια δεμένη τριμελή μπάντα, με την τσελίστρια και τραγουδοποιό Blossom Caldarone στα φωνητικά, μας έβαλε αμέσως το ρυθμικό, βρώμικο περιβάλλον στο οποίο υπάρχουν τα τραγούδια του. Διαγράφοντας διαρκώς τη σκηνή από άκρη σ’ άκρη, σταματώντας μόνο για τις χαρακτηριστικές πόζες του ή για να απαιτήσει το χειροκρότημα του κοινού, έμοιαζε πως ήξερε πολύ καλά πως ήταν το πιο κουλ άτομο στο χώρο. Με μια παρουσία που ξεγελούσε άλλοτε για αυταρέσκεια και άλλοτε για αυτοπαρωδία, χωρίς να αποκαλύπτει βέβαια σε ποια πλευρά βρίσκεται πραγματικά, ο Dury ακολούθησε μια μάλλον ποπ συνταγή, με κομμάτια όπως το “I’m Not Your Dog”, “Mockingjay”, “Return of the Sharp Heads”, “Pleasure”, “Miami”, και φυσικά τα “Allbarone” και “Schadenfreunde”. Αυτό που κάνει τον Baxter Dury ενδιαφέροντα δεν είναι ότι υποδύεται τον σταρ. Είναι ότι δεν σε αφήνει ποτέ να καταλάβεις αν η αλαζονεία του είναι αληθινή ή μια διαρκής performance. Μέχρι τα μισά του σετ, στο "Return of the Sharp Heads", το λευκό πουκάμισό του είχε μουσκέψει ολοκληρωτικά, αλλά ούτε αυτό έσπασε την εικόνα του ατσαλάκωτου anti-star που είχε χτίσει. Βέβαια, αν κάποιος ήταν αρκετά προσεκτικός, θα είδε τα μικρά χαμόγελα που έμοιαζαν σχεδόν να του ξεφεύγουν, μια ειλικρινή χαρά που βρισκόταν εκεί. Κι ίσως αυτό ήταν που έκανε πιο γοητευτική την εμφάνιση του, πέρα από την καλοστημένη περσόνα του και τα άριστα εκτελεσμένα τραγούδια.

Μία ώρα μετά, με την συνέπεια που εμφανίστηκε στη σκηνή αποχώρησε από αυτή, αφήνοντας τα κορμιά ζεστά από το χορό, αλλά και από την ίδια την εγγύτητα των σωμάτων, μιας και η πλατεία Νερού είχε πλέον γεμίσει από τους φίλους του Nick Cave. Σε συνέχεια μίας σαρανταπεντάλεπτης αναμονής (και, παραθέτω λόγια ενός φίλου, το καλό πράγμα αργεί να γίνει), ο Αυστραλός καλλιτέχνης και η δεκαμελής μπάντα των Bad Seeds βρισκόταν ενώπιον μας. Και τι μπάντα, όπως θα έλεγε αργότερα ο ίδιος ο Cave. Πρώτος μεταξύ ίσων ο Warren Ellis, η πιο καθοριστική δημιουργική παρουσία δίπλα στον Cave τα τελευταία χρόνια. Με το βιολί, τις κιθάρες και τα synthesizers να κλέβουν οπωσδήποτε τις εντυπώσεις, και τον ίδιο να μεταμορφώνεται σε ποιητή, σε γητευτή ή σε τρελό. Δίπλα του, ο Colin Greenwood των Radiohead, πλήρως ενταγμένος πλέον στο σύμπαν των Bad Seeds, προσέφερε μια διακριτική αλλά ουσιώδη παρουσία, προσθέτοντας ακόμη ένα ιστορικό όνομα σε μια ήδη σπουδαία μουσική συντροφιά. Jim Sclavunos και Larry Mullins σε τύπανα και κρουστά κρατούσαν το ρυθμό και φώτιζαν τις εντάσεις και τα συναισθήματα, ενώ George Vjestica στις κιθάρες (με ωραία τοποθέτηση στο μπροστά μέρος της σκηνής) και Carly Paradis στα πλήκτρα συγκροτούσαν τον πυρήνα ενός ήχου που δεν έχασε ποτέ τη συνοχή του. Και πάνω από όλα αυτά υψώνονταν οι φωνές των Janet Ramus, T Jae Cole, Wendi Rose και Miça Townsend, σε ένα gospel chorus που δυστυχώς έχω την αίσθηση πως δεν ακούσαμε ποτέ λόγω της ποιότητας του ήχου.

Η σετλιστ διάρκειας δυόμιση ωρών περιλάμβανε 24 κομμάτια, που διαπερνούσαν όλη την δισκογραφική πορεία του Cave, από το εμβληματικό “From Her To Eternity” του 1984 μέχρι το πρόσφατο άλμπουμ Wild God, με πιο χαρακτηριστικό το γεγονός πως, σαν πάστορας ή μεσσίας μαγνήτιζε το κοινό, που έστρεφε μάτια και σώμα προς εκείνον. “Get Ready For Love”, “From Her To Eternity” οδήγησαν στο “Train Long-Suffering”, ένα κομμάτι που, κατά την ολοκλήρωσή του, όπως ο Cave εκμυστηρεύτηκε, συναντά αντιδράσεις, αλλά το να το παίξουν στην Αθήνα “was fucking awesome”. Το “Wild God” διαδέχτηκε το “Oh Children”, με τον συγκλονιστικό Warren Ellis να αποδεικνύει σταθερά την μουσική του ποιότητα. Στο “Tupelo” το κοινό συσσωρεύτηκε στο κάγκελο, επιδιώκοντας ένα άγγιγμα του Cave, μια στιγμή μετάληψης του πολιτισμικού μεγέθους του. Βέβαια, η Ελλάδα δεν είναι ξένη προς την θρησκευτική ευλάβεια, με την οποία αντιμετώπισε και αυτή τη φορά τον αγαπημένο καλλιτέχνη. Ακολούθησαν τα “Carnage” και “Joy” με τον Cave στο πιάνο και η πρώτη πραγματικά συγκινητική στιγμή της εμφάνισής του, το πραγματικά σπουδαίο τραγούδι-μανιφέστο, όπως το περιέγραψε ο ίδιος, “Bright Horses”, ένα κομμάτι από το δίσκο του Ghosteen που κυκλοφόρησε μετά την τραγική απώλεια του δεκαπεντάχρονου γιου του Arthur.

Στη συνέχεια μπροστά στη σκηνή βρέθηκε η απολαυστική Janet Ramus, χαρίζοντας στο “Henry Lee” το οποίο ερμήνευσε μαζί με τον Cave, μια βαθιά, βελούδινη υφή που θα μας μείνει αξιομνημόνευτη, όπως και η ώριμη εκδοχή του “Mercy Seat”, που δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική μιας και έχουν μεσολαβήσει σχεδόν σαράντα χρόνια από την αρχική κυκλοφορία του. Το “Papa Won't Leave You, Henry” αποτέλεσε την πιο μεσιανική στιγμή του Cave, που βρέθηκε μαζί με τους θεατές, μπροστά από τα κάγκελα, με το κοινό να παραληρεί. Λίγο πριν το τέλος, ο Cave και οι Bad Seeds μας έδωσαν μια εκστατική εκδοχή του “Jubilee Street” και μια υπέροχα gospel αίσθηση στο “Kingdom in the sky”, ολοκληρώνοντας το βασικό μέρος του σετ με το εκτενέστατο “Hollywood”, ένα κομμάτι επίσης από το άλμπουμ Ghosteen, και την μάλλον πιο ευάλωτη στιγμή του ίδιου του Cave.

Ο οποίος, συνολικά, στάθηκε άξια στο ύψος των περιστάσεων, παρουσιάζοντας μια άρτια σκηνοθετημένη performance, όπως ήταν αναμενόμενο. Ελάχιστες ήταν οι στιγμές αυτοσχεδιασμού, όπως όταν ζήτησε από το κοινό ένα κομμάτι χαρτί για να σκουπίσει τη μύτη του, ή όταν ανέφερε πως η σύζυγός του, Susie Cave βρίσκεται στην Αγγλία πλένοντας πιάτα ενώ εκείνος περιοδεύει - συμπληρώνοντας γρήγορα πως μάλλον δεν ισχύει κάτι τέτοιο και αφιερώνοντας της το “Wide Lovely Eyes”, ένα κομμάτι που έγραψε για εκείνη και του ζήτησε η ίδια να παίξει στο ανκόρ. Το οποίο περιλάμβανε επίσης το “City of Refuge”, με την μπάντα να διαψεύδει την υπόθεση του Cave που αστειεύομενος είπε ότι "έχουμε καιρό να παίξουμε αυτό το τραγούδι και μάλλον θα το κάνουμε θάλασσα". Γιατί δεν τα έκαναν θάλασσα, αλλά μας παρέσυραν σε ένα μεθυστικό, διονυσιακό ρυθμό, κατάλληλη κορύφωση ενός live με ευρύτερη αίσθηση λειτουργίας. Εδώ ήταν άλλωστε που, δίνοντας το μικρόφωνο στο κοινό, άκουσε τον κόσμο να του λέει πως του δίνει δύναμη, απαντώντας πως κι εκείνος παίρνει εξίσου δύναμη πίσω.

Το ανκόρ περιλάμβανε επίσης το “The Weeping Song” κι ένα παιδί που ανέβηκε από το πλήθος στη σκηνή, σε άλλη μία βιβλική αναφορά, και μία solo εκτέλεση του “Into My Arms” με τον Cave στο πιάνο να αποχαιρετά το κοινό για μία ακόμη φορά, μέχρι την επόμενη. To "μέχρι την επόμενη", φυσικά, να ακούγεται περισσότερο ως υπόσχεση παρά σαν αποχαιρετισμός.














