Το μαγικό με τους Einstürzende Neubauten είναι ότι ποτέ δεν είναι οι ίδιοι. Αν τους γνωρίζεις καλά, δεν πας ποτέ να τους ακούσεις με προσδοκίες, να αναβιώσεις το παρελθόν ή να βυθιστείς στη νοσταλγία. Ξεκινάς πάντα με μια μικρή περιέργεια κι έτοιμος για μια καινούρια έκπληξη. Κάθε φορά είναι άνθρωποι διαφορετικοί -στη βάση οι ίδιοι- με πείρα μουσικής και ζωής πολλαπλασιασμένη. Όπως πολύ εύστοχα επισήμανε ο Uli M Schueppel στο ΤΡΙΑΝΟΝ μετά την προβολή του Elektohohle (Von Wegen) από το Lung, όταν τον ρώτησαν αν έχει αλλάξει από τότε που έκανε την ταινία «ούτε εγώ είμαι ο ίδιος, ούτε οι Neubauten βέβαια». Αν περίμενες Πέμπτη βράδυ στο Ηρώδειο να αναβιώσεις την "ωμή πρόκληση των Neubauten των 80s-90s και το σοκ των πρώτων χρόνων, μάντεψε. Έχασες.
Η μπάντα, της οποίας η μουσική βρισκόταν ήδη στα 80s στα αρχεία της Στάζι ως “μουσικά εφέ αγνώστου ταυτότητας” που μας φέρνει και το πρόσφατο APM (alien pop music) στο μυαλό, Πέμπτη βράδυ στο Ωδείο του Ηρώδη Αττικού επιβεβαίωσε τους λόγους για τους οποίους μας γοητεύει και την αγαπάμε βαθιά.
Από τις πρώτες κιόλας νότες, το χαρακτηριστικό στίγμα του βερολινέζικου συγκροτήματος ήταν παρόν: μέταλλα, κρουστά, ελατήρια, ένας αεροσυμπιεστής, αυτοσχέδια μουσικά όργανα με σωλήνες, μπιτόνια, βαρέλια, το γνωστό από το 1983 καρότσι σούπερ μάρκετ, μια αυτοσχέδια κατασκευή με πλαστικά μπουκάλια αναψυκτικών σαν διώροφη τούρτα γενεθλίων και όλες εκείνες οι βιομηχανικές αρχιτεκτονικές ηχητικές υφές που ανέκαθεν χαρακτήριζαν τους Neubauten. Κι όμως, χάος πουθενά.
Όλα ξεκίνησαν λίγα λεπτά μετά τις 21:00 με ένα setlist σχεδόν προκαθορισμένο - πλέον στις συναυλίες τους παρατηρείται μια πιο σταθερή σειρά τραγουδιών, αντί για τις απρόβλεπτες επιλογές ή τους εκτεταμένους πειραματικούς αυτοσχεδιασμούς του παρελθόντος. "Ten Grand Goldie" για το ξεκίνημα με ένα αυτοσχέδιο μουσικό όργανο που θύμιζε τόξο στα χέρια της Josefine Lukschy να κλέβει την παράσταση, πριν αυτή πιάσει το μπάσο, το καθένα από τα μέλη της μπάντας να παίρνει θέση μπροστά στο μικρό του “οικοσύστημα” και 6 εντυπωσιακές μπαγκέτες σε απόλυτο συγχρονισμό. "Pestalozzi" και "Ist Ist" για τη συνέχεια με τη συνδρομή γυναικείας δεύτερης φωνής, τις γνώριμες στριγγλιές του Blixa και τους μεταλλικούς ήχους, δύο κομμάτια από το Rampen που αποτελούν έναν ισχυρό συνδυασμό ως εναρκτήρια βολή, τονίζοντας τη μεγαλοπρεπή δύναμη που οι Neubauten μπορούσαν πάντοτε να επικαλούνται στις ζωντανές εμφανίσεις τους. "Grazzer Damm" αισθησιακό και καθηλωτικό, ένα τραγούδι για τον δρόμο στον οποίο μεγάλωσε ο Blixa -όπως ανέφερε- το γνωστό μας καρότσι στη σκηνή να ακούγεται σχεδόν σαν κρύσταλλο και τον Bargeld θεατρικά να ρίχνει τις μεταλλικές ράβδους μπροστά του. Στο "Die Befindlichkeit des Landes" επικράτησε ο θόρυβος, η θεατρικότητα κι ο θρήνος για την πόλη τους, ο Bargeld άνοιξε το τρανζιστοράκι του και τραγούδησε μέρος του στα αγγλικά, στη "Sabrina", το δεύτερο κομμάτι από το Silence Is Sexy μια γλυκιά μελαγχολία στο αρχαίο θέατρο.

Στο "Wedding" που ακολουθεί ο Blixa εξηγεί ότι αναφέρεται στη συνοικία Wedding του Βερολίνου -για να αποφύγει συνδέσεις με γάμους και γιορτές- ίσως τη φτωχότερη περιοχή της μητρόπολης που θυμίζει το Βερολίνο της δεκαετίας του ’80 από το οποίο ξεπήδησαν οι Neubauten. Όταν ακούγεται το "Sonnenbarke", απλώνεται στο θέατρο μια μυστήρια ένταση καθηλωτική με το Barke να χτυπά κάθε φορά στο στήθος μας, την γνωστή ηχητική αίσθηση ενός σιδηρουργείου που προσομοιάζει με ορχήστρα μεταλλόφωνων και την αφήγηση να θέτει τον ρυθμό.
Αυτό που συμβαίνει πλέον είναι ότι τα τραγούδια των Neubauten ακούγονται σχεδόν αισθησιακά κάποιες στιγμές και η φωνή του Blixa ενισχύει αυτή την αίσθηση. Ο Blixa Bargeld είναι ένας συναρπαστικός ερμηνευτής. Η φωνή του πέφτει σχεδόν σαν ψίθυρος και στη συνέχεια εκτοξεύεται ψηλά, διαπερνώντας την ατμόσφαιρα. Σε αυτή την εμφάνισή τους υπήρξε κάτι ανησυχητικά απτό σε τραγούδια όπως το "How Did I Die".
Ξεκάθαρα, επίσης, πλέον διακρίνεται μια θερμότερη σχέση με το κοινό, πράγμα στο οποίο συμβάλλει και το λιτό σκηνικό φόντο και οι προσωπικές ιστορίες-αφηγήσεις του Blixa, οποίος περιηγήθηκε με χιούμορ σε προσωπικές αφηγήσεις από τον Καναδά κι ένα απολίθωμα τριλοβίτη που του χάρισαν το 1986 εκεί και τα παιδικά του χρόνια με αφορμή τίτλους των τραγουδιών μέχρι περήφανες δηλώσεις για την κόρη του («I have a daughter, not a son») που τόλμησε να αντιταχθεί ακόμα και στο βιολογικό κατεστημένο. Δεν δίστασε να ευχαριστήσει στα ελληνικά το κοινό και να φορέσει ένα φτερωτό κασκόλ (boa), προσδίδοντας στη σκηνική του παρουσία κάτι από την παρακμιακή γοητεία της εποχής της Weimar Republic, θυμίζοντας το λαμπερό Βερολίνο άλλων εποχών.

Η καλύτερη προσωπική μου στιγμή το "Let’s Do It A Dada" και το twist στο δεύτερο encore για έναν φίλο εκλιπόντα του Jochen Arbeit. Μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές της βραδιάς επίσης στο τρίτο encore, όταν η Josefine Lukschy άφησε το μπάσο και ενώθηκε με τον Blixa Bargeld στο ντουέτο "Stella Maris", στο τέλος του οποίου έστειλε ο ένας στον άλλο φιλί ικανοποίησης για την όμορφη εκτέλεση.
Μια μικρή ορχήστρα θορύβου υπό τη διεύθυνση του μαέστρου-μάγου Blixa Bargeld σε απόλυτη τάξη, σαν μουσικά σύνολα όπου κάθε στοιχείο είχε τη δική του ακριβή θέση μέσα σε ένα αυστηρό ηχητικό σχέδιο. Κι αν αρχικά σε κάποιους έμοιαζε με μια σχεδόν αφηρημένη κατασκευή αυτή τους η εμφάνιση, στην εξέλιξή του το εγχείρημα άρχισε να αποκαλύπτει τις εσωτερικές του δομές.
Πειθαρχία εντυπωσιακή, χημεία εξαιρετική, ισορροπία ανάμεσα στον πειραματισμό και τη μουσική συνοχή εξωπραγματική.
Οι Einstürzende Neubauten συνεχίζουν να τραγουδούν με έμφαση στις δυναμικές εναλλαγές ανάμεσα στον θόρυβο και τη σιωπή για καταστάσεις, πόλεις, ζωές που αλλάζουν διαρκώς και έχουν την ικανότητα να ακούγονται μινιμαλιστικοί και οργισμένοι ταυτόχρονα. Μοιράζουν ψιθύρους και ανάσες απόλυτης σιωπής, πριν σε χτυπήσουν με τα συντρίμμια μιας ετοιμόρροπης αρχιτεκτονικής που εξακολουθεί να πλανάται σαν φάντασμα μέσα στα πιο ισχυρά τραγούδια τους.

Ο ρόλος των κρουστών των N.U. Unruh και Rudolf (Rudi) Moser εξαιρετικά σημαντικός τόσο στον καθορισμό του ρυθμού, όσο και στην ολοένα αυξανόμενη ηχητική ένταση στη σύνθεση. Ο N.U. Unruh χτυπά τη συστοιχία των οργάνων με πάθος και λεπτότητα, και είναι ωραίο να βλέπεις ότι το χαρακτηριστικό μεταλλικό ελατήριο-μπάσο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ύστερα από τόσα χρόνια. Τα κρουστά του Rudi Moser προσθέτουν βάθος και δύναμη δίπλα στον Unruh. Είναι πολύ διαφορετικός κρουστός από τον F.M. Einheit, αλλά ταιριάζει απόλυτα στους σύγχρονους Neubauten, εξερευνώντας τα τραγούδια με νέους και ενδιαφέροντες τρόπους. Για όσους τους είχαν δει τη δεκαετία του ’90, παραμένει παράξενο να μη βλέπουν τη σκηνική παρουσία του F.M. Einheit, μιας μορφής-κλειδί στην πιο σωματική και βιομηχανική εικόνα των Neubauten. Ακριβώς, όμως, γι’ αυτό είναι εντυπωσιακό το πώς το συγκρότημα κατάφερε με τα χρόνια να οικοδομήσει μια νέα ισορροπία και χημεία χωρίς να αναπαράγει απλώς το παρελθόν.

Μία από τις πιο εμφανείς καινοτομίες φυσικά είναι η παρουσία της Josefine Lukschy -μιας γυναικείας φωνής μετά από πολλά χρόνια στην μπάντα-, η οποία εντάχθηκε στο συγκρότημα μετά την αποχώρηση του Alexander Hacke το 2025. Οι μπασογραμμές της συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση του σημερινού ήχου των Neubauten, προσφέροντας συνοχή και ένα βάθος διαφορετικό. Σκηνικά ξεχωρίζει με φυσικότητα, χωρίς υπερβολές, με μια παρουσία διακριτική.
Το παίξιμο κιθάρας του Jochen Arbeit επίσης εξαίσιο. Μπορεί να τον θυμάσαι από τους Die Haut. Δημιουργεί υφές, παράγει ουρλιαχτούς θορύβους και συχνά γλιστρά ανεπαίσθητα πάνω στην ταστιέρα. Εξίσου ενδιαφέρουσα η παρουσία του πληκτρά Felix Gebhart, του οποίου η συμβολή εισάγει νέες αποχρώσεις και χρώματα. Ορισμένοι ήχοι και υφές φαίνεται να ανήκουν σε μια πιο πρόσφατη φάση της ιστορίας του συγκροτήματος και διευρύνουν ακόμη περισσότερο την ηχητική του παλέτα.

Στο κέντρο όλων, ωστόσο, πάντα παραμένει ο Blixa Bargeld. Η επιβλητική παρουσία ενός ξυπόλυτου frontman, μέσα στον οποίο συγκλίνει ολόκληρη η ψυχή των Neubauten. Η φωνή του, με εκείνη την ελεγχόμενη θεατρικότητα και την αδιαμφισβήτητη εκφραστικότητα που πάντα τον χαρακτήριζαν, συγκρατεί τις πολλές όψεις της μπάντας σε ένα ενιαίο σύνολο. Γύρω του κινείται με απόλυτη πειθαρχία ένα συγκρότημα που σήμερα μοιάζει αρκετά διαφορετικό από εκείνο της δεκαετίας του ’90, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί μια ισχυρή συλλογική ταυτότητα.
Οι Einstürzende Neubauten είναι ένα συγκρότημα που κατάφερε να εξελιχθεί χωρίς να αρνηθεί τον εαυτό του. Είναι αυτοί που εξακολουθούν να διαθέτουν αυτή τη σπάνια ικανότητα να μετατρέπουν τον θόρυβο σε γλώσσα και τον ήχο σε εμπειρία. Στην περίπτωσή της συναυλίας αυτής οι Neubauten έφεραν σε διάλογο τον βιομηχανικό τους ήχο με ένα Ηρώδειο που φέρνει μέσα του πολιτισμό χιλιάδων χρόνων. Η αντιπαράθεση του αρχαίου χώρου με τη βιομηχανική αισθητική του συγκροτήματος δημιούργησε μια μοναδική ατμόσφαιρα, σχεδόν τελετουργική. Κι εμείς λίγο πριν το αρχαίο θέατρο ρίξει προσωρινά αυλαία είχαμε την μοναδική ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μια “ιστορική συνάντηση” ανάμεσα σε ένα από τα σημαντικότερα avant-garde συγκροτήματα της Ευρώπης και έναν χώρο φορτισμένο με δύο χιλιετίες ιστορίας.
Η κατακλείδα για ακόμα μία φορά η ίδια. Οι Einstürzende Neubauten είναι πάντοτε μια συντριπτική δύναμη επί σκηνής. Οπουδήποτε κι αν τους τοποθετήσεις.













