Το 2016, ένα νέο φεστιβάλ έκανε την εμφάνισή του στα συναυλιακά δρώμενα της χώρας μας. Σε έναν ολοκαίνουριο τότε χώρο, την Πλατεία Νερού, το Release Athens Festival κατάφερε όλα αυτά τα χρόνια να γίνει η αγαπημένη μας καλοκαιρινή συνήθεια. Μας έφερε παλιά και αγαπημένα συγκροτήματα (Judas Priest, Manowar, Prodigy, Duran Duran), μπάντες που μετράνε πάνω από 20 χρόνια στη σκηνή αλλά μέχρι πρότινος δεν είχαμε δει ποτέ στην Ελλάδα (Avenged Sevenfold, Disturbed, Alice In Chains), αλλά και φρέσκα, μεγάλα ονόματα του σήμερα που πήραν τη σκυτάλη από τους παλιούς (Fontaines D.C., IDLES, While She Sleeps, Rosalía).
Όλα αυτά τα χρόνια, από τη στιγμή που τελείωνε το ένα φεστιβάλ μέχρι τις πρώτες ανακοινώσεις για το επόμενο, το μυαλό σου γύριζε πάντα στο τι θα θέλαμε να δούμε την επόμενη φορά. Το είχαμε γράψει, άλλωστε, και στο αφιέρωμα: το όνομα των Limp Bizkit κάποτε «έκανε τζιζ» και δύσκολα κάποιος Έλληνας διοργανωτής θα έπαιρνε το ρίσκο να τους φέρει. Φέτος, όμως, ήρθε η ώρα. Για πρώτη φορά στην ιστορία τους, οι Limp Bizkit θα πάταγαν ελληνικό έδαφος, έχοντας μαζί τους την ανερχόμενη Ecca Vandal και τους Viagra Boys.
Πριν τη συναυλία είχα διαβάσει κάπου ότι πάνω από 20.000 οπαδοί είχαν προμηθευτεί εισιτήρια. Κρατούσα τις επιφυλάξεις μου, αλλά φτάνοντας στον χώρο την ώρα που ξεκίναγε η Ecca Vandal, εντυπωσιάστηκα. Η αρένα ήταν σχεδόν γεμάτη μέχρι τον ηχολήπτη και η ροή του κόσμου συνεχιζόταν αμείωτη. Μόνο με κιθάρα, ντραμς και την ίδια στην προφανή πρώτη γραμμή, η Ecca Vandal κινήθηκε με τεράστια άνεση ανάμεσα σε alternative rock, hip hop, electronica και soul. Στα 40 λεπτά που είχε στη διάθεσή της, κέρδισε με ευκολία το κοινό χάρη σε κομμάτια όπως τα "Bleed But Never Die", "Cruising To Self Soothe" και "Do It Anyway". Εισέπραξε θερμό χειροκρότημα, άφησε τις ευχαριστίες της και φαντάζομαι ότι κάποια στιγμή στο μέλλον θα τη δούμε ξανά.

Για τους Viagra Boys θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής. Δεν είχα ασχοληθεί ιδιαίτερα μαζί τους πριν ανακοινωθούν. Τους άκουσα αρκετά εν μέσω προετοιμασίας, αλλά δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα στο στούντιο. Ένας φίλος, όμως, με παρότρυνε λέγοντάς μου ότι «ζωντανά είναι άλλη φάση». Έχοντας ξανάρθει στη χώρα μας, η αλήθεια είναι ότι έχουν το δικό τους, φανατικό κοινό.
Τα φώτα δικαίως πέφτουν στον τραγουδιστή Sebastian Murphy. Μιλάμε για έναν απίστευτα χαρισματικό frontman που μοιάζει να βγήκε από το ίδιο καλούπι που γέννησε τον μεγάλο Iggy Pop – κυκλοφορούσε όλη την ώρα χωρίς μπλούζα και έχει μια αύρα που ξεχωρίζει στο δευτερόλεπτο. Το σαξόφωνο έδινε πανέμορφες πινελιές σε διάφορα τραγούδια, η αναφορά τους στην Παλαιστίνη ήταν άκρως επίκαιρη, αλλά και πάλι... το υλικό τους δεν με κέρδισε.

Στη μία ώρα που είχαν στη διάθεσή τους, έπαιξαν πάνω από 10 κομμάτια από όλη τη δισκογραφία τους. Ανάμεσά τους δεν έλειψαν τα πιο γνωστά τους, όπως τα “Sports” και “Punk Rock Loser”, ενώ έκλεισαν την εμφάνισή τους, όπως συνηθίζουν, με το “Research Chemicals”. Έπαιξαν καλά, είχαν τρομερό κέφι, ενέργεια και εξαιρετική αλληλεπίδραση με τον κόσμο, απλά εμένα δεν μου έκανε το κλικ. Ενδεχομένως άλλος συντάκτης να έγραφε διθυράμβους –και το κατανοώ απόλυτα– αλλά πάμε τώρα στο κυρίως πιάτο της βραδιάς.
Setlist: Man Made of Meat • Slow Learner • Waterboy • Punk Rock Loser • Uno II • Ain't No Thief • Pyramid of Health • Troglodyte • Down in the Basement • Cold Play • Sports •Research Chemicals
Κατά τη διάρκεια των Viagra Boys είχα πιάσει την αγαπημένη μου θέση, αριστερά της σκηνής. Έχοντας δει δεκάδες συναυλίες από εκείνο το σημείο, ξέρω ότι σχεδόν πάντα υπάρχει μια σχετική άπλα. Μισή ώρα, όμως, πριν την έναρξη των Limp Bizkit, ακόμα κι εκείνο το spot είχε πλέον «πήξει» από κόσμο που συνέχιζε να συρρέει.
Και μιας και μιλάμε για τον κόσμο: έβλεπες αμέτρητα κόκκινα καπέλα, μπαμπάδες με τα παιδιά τους, αλλά και εφήβους που –όπως αποδείχθηκε μετά– ήξεραν κάθε στίχο απέξω. Μια υπέροχη ποικιλομορφία. Η επίσημη ώρα έναρξης είχε ανακοινωθεί για τις 21:50, αλλά γύρω στις 21:30 είδαμε στις οθόνες μια αντίστροφη μέτρηση, σημάδι ότι η συναυλία ξεκινάει άμεσα. Δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα επικό τρολάρισμα της μπάντας, το οποίο επαναλήφθηκε λίγο μετά.
Όταν όμως βγήκαν στην ώρα τους και μπήκε το “Just Like This” (που το παίζουν σπάνια τα τελευταία χρόνια) και αμέσως μετά το “9 Teen 90 Nine” (επίσης σπάνιο), κατάλαβες αμέσως ότι ήσουν έτοιμος για μια ιστορική βραδιά.

Θα γίνω ίσως κουραστικός αν αρχίσω να γράφω από εδώ και πέρα τη λέξη Χ-Α-Μ-Ο-Σ, αλλά πραγματικά, μόνο έτσι μπορεί να περιγραφεί αυτό που συνέβη στο “Break Stuff”. Ένα ατέλειωτο, γιγαντιαίο mosh pit δημιουργήθηκε στην αρένα, φτάνοντας μέχρι και πίσω από τον ηχολήπτη. Όλα ήταν ιδανικά.
Ο ομιλητικότατος Fred Durst μας είπε κάποια στιγμή: «Ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε πίσω στο 1999». Και το σκηνικό τους, με το τεράστιο διπλό κασετόφωνο και τις διάσπαρτες κασέτες πάνω στη σκηνή, μας ταξίδευσε όντως πίσω στον χρόνο.
Ο Wes Borland είναι μια κατηγορία μόνος του. Μεταμφιεσμένος full επί σκηνής, απορώ πώς δεν έσκασε από τη ζέστη, ενώ πριν το “Hot Dog” μας πέταξε και ένα μικρό riff από το “Master of Puppets” των γνωστών-αγνώστων. Μου πήρε λίγο χρόνο να συνειδητοποιήσω ότι ο μπασίστας Richie Buxton –που αντικαθιστά επάξια τον Sam Rivers σε αυτή την περιοδεία– έπαιζε λίγο πριν κιθάρα στην Ecca Vandal! Η δουλειά που έκανε στο μπάσο ήταν παραπάνω από υποδειγματική. Φυσικά, ειδική μνεία αξίζει και στην άλλη μεγάλη μορφή, τον DJ Lethal, που όπως σχολίασε εύστοχα ένας φίλος δίπλα μου, θύμιζε κάπως «τον θείο/μπάρμπα που κάνει παρέα με τη νεολαία».

Η συναυλία είχε μερικές μικρές παύσεις όπου ακούγαμε μουσική από τα ηχεία – ίσως γιατί αν το πήγαιναν σερί, με τέτοια ένταση, θα είχε τελειώσει μέσα σε μια ώρα. Το “My Generation” ακούστηκε σαν ο απόλυτος ύμνος μιας ολόκληρης γενιάς, ενώ στο “Nookie” δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Στο “Full Nelson” η μπάντα κράτησε την παράδοση που τη θέλει να ανεβάζει fans στη σκηνή για να τραγουδήσουν μαζί της. Το ίδιο έγινε και στην Πλατεία Νερού, με δύο κοπέλες να ανεβαίνουν on stage (μάλιστα η μία ήταν η Τζο Κοτρότσου, τραγουδίστρια των Dismiss).
Επιπλέον, από ένα σημείο και μετά, οι οθόνες έδειχναν τους στίχους των τραγουδιών με στυλ καραόκε, επιτρέποντας σε όλο το στάδιο να συγχρονιστεί απόλυτα με το συγκρότημα. Αν σκεφτεί κανείς ότι οι αμέσως προηγούμενες εμφανίσεις των Limp Bizkit ήταν ως headliners σε μεγαθήρια όπως το Download Festival (για πρώτη φορά στην καριέρα τους) και το Rock Am Ring, οι ευχαριστίες του Fred Durst προς το ελληνικό κοινό μπορεί να ακούστηκαν σε κάποιους ως οι κλασικές «συναυλιακές καραμέλες», αλλά προσωπικά μου έβγαλαν μια σπάνια ειλικρίνεια. Γιατί –δεν ξέρω αν σας το είπα– σχεδόν σε κάθε κομμάτι γινόταν το έλα να δεις.

Πώς να μην γίνει, άλλωστε, όταν ακούσαμε το “Take a Look Around” σε μία από τις καλύτερες στιγμές του live; Αν και για να είμαι δίκαιος, η κορυφαία στιγμή της βραδιάς ήταν το επόμενο κομμάτι: το “Behind Blue Eyes”. Ο Fred Durst άφησε το κοινό να το τραγουδήσει εξολοκλήρου, ενώ στις οθόνες εμφανίστηκε η φωτογραφία του Sam Rivers, δημιουργώντας μια έντονα φορτισμένη και συγκινητική ατμόσφαιρα. Για το φινάλε, μας κράτησαν το “My Way” και... ξανά το “Break Stuff” για το τελειωτικό χτύπημα!
Τελικά, πρέπει να ήμασταν όντως πάνω από 20.000 άνθρωποι εκεί και αμφιβάλλω αν υπήρξαν έστω και ελάχιστοι που δεν καταευχαριστήθηκαν τη βραδιά. Μια setlist γεμάτη ύμνους (ό,τι και να λέει κανείς), ένα κοινό που συμμετείχε με τρέλα από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, μια μπάντα που μας έκανε τη χάρη να ξεφύγει από την πεπατημένη των standard εμφανίσεών της παίζοντας deep cuts, και κυρίως, μια αμφίδρομη ενέργεια ανάμεσα σε σκηνή και κερκίδα που είχα χρόνια να βιώσω σε τέτοιο βαθμό.
Το παλιό ρητό λέει ότι μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Οπότε, για όσους δεν καταφέρατε να έρθετε, πατήστε το play στο παρακάτω βίντεο και πάρτε μια γεύση από το πώς περάσαμε στην πρώτη, καθηλωτική εμφάνιση των Limp Bizkit στην Ελλάδα!
Setlist: Just Like This • 9 Teen 90 Nine • Break Stuff • Hot Dog • My Generation • Nookie • Full Nelson • Gold Cobra • Eat You Alive • Rollin' (Air Raid Vehicle) • Boiler • Behind Blue Eyes (The Who) • Bring It Back • My Way • Take a Look Around • Break Stuff
















