Yes! Δικό του! Κρατάει στα χέρια του το φύλλο με το setlist της βραδιάς. Η μπλούζα του μπροστά γράφει Nick Cave, πίσω έχει μια λίστα με σταθμούς περιοδείας. Νιώθω το πρόσωπό μου να μορφάζει με το ίδιο μειδίαμα που ζωγραφίζεται στη φάτσα αυτού του νεαρού μουσάτου τύπου που καθόταν στην πρώτη σειρά και καθ’όλη την διάρκεια του live σιγομουρμούριζε τους στίχους, κρατούσε τον ρυθμό με το πόδι, χαμήλωνε το κεφάλι σε ένδειξη απόλυτου σεβασμού και αποδοχής και ύψωνε τις παλάμες του προς την σκηνή, σαν δέηση σε εικόνισμα. Yes! Δικό του! Το παραδέχομαι, νιώθω μια παιδιάστικη ικανοποίηση που κατέληξε σε εκείνον το πολυπόθητο συλλεκτικό σουβενίρ της συναυλίας.

Απεχθάνομαι τους διαχωρισμούς «εμείς και εκείνοι», αλλά στο ξεκίνημα της βραδιάς μου είναι αδύνατον να αποφύγω στερεοτυπικές σκέψεις: Είναι πρώτο βράδυ του καλοκαιριού και η Κεντρική Σκηνή μοιάζει να είναι γεμάτη με άτομα που πάνε συνέχεια Στέγη και σήμερα -παρά τους 35 βαθμούς- φόρεσαν αρβυλάκια γιατί παίζει ένας «ροκ καλλιτέχνης» και άτομα που σκάνε σε όλα τα live με εφηβική ένδυση, μα σήμερα ντύθηκαν λίγο πιο καλά για να κάνουν blend-in με την μπουρζουαζία. Εγώ ανήκω στους δεύτερους, έχω έρθει μόνη στην παράσταση, ντυμένη «πάω θέατρο» και έχω την τύχη να βρίσκομαι στις πρώτες σειρές, τόσο κοντά στη σκηνή, που μπορώ να διακρίνω την επιγραφή “Steinway and Sons” στο πιάνο. Μας ενημερώνουν πως απαγορεύονται οι φωτογραφίες και τα βίντεο. Το σέβομαι -φυσικά- και βιάζομαι να απαθανατίσω την εικόνα του πιάνου, πριν ο Cave εμφανιστεί στη σκηνή.

Πώς έβγαιναν παλιά στη σκηνή οι κλόουν ή οι κωμικοί stand-up; Με μια σβέλτη κίνηση «γλίστρησα», σαν καρτούν, που λόγω χαμένης ισορροπίας καταλήγει με το σώμα σε ελαφρά κλίση και το ένα πόδι σηκωμένο; Ε, έτσι ακριβώς έκανε την εμφάνισή της από το πουθενά και η ψηλόλιγνη φιγούρα του Cave. Χειροκρότημα, ιαχές καλωσορίσματος. Μιας και βρίσκομαι πρώτη φορά τόσο κοντά του, παρατηρώ λεπτομέρειες. Λεπτό παράστημα, βαμμένα μαύρα μαλλιά, χρόνια τώρα στο ίδιο μήκος και χτενισμένα προς τα πίσω, μεγάλο κούτελο, χαρακτηριστική μύτη, μακριά χέρια σαν εκείνα που ζωγραφίζει ο Tim Burton στις φιγούρες του, κοστούμι ραμμένο ακριβώς στα μέτρα του, παλιομοδίτικη  «επίσημη» γραβάτα. Ο Άνθρωπος Καρικατούρα. Σκέφτομαι να δίνουν την φωτογραφία του σε έκτακτο διαγώνισμα σε μάθημα «γελοιογραφία για αρχάριους», χαχανίζω νοερά. Κάθεται στο πιάνο, η καρικατούρα μουντζουρώνεται και σβήνεται, το ύφος του σοβαρεύει, τ'αστεία τέλειωσαν, το κλίμα στην αίθουσα αλλάζει. Απέναντί του η συγκινητικά ταπεινή μορφή του Colin Greenwood, σκυφτός, προσηλωμένος, μπάσο ανά χείρας, βλέμμα καρφωμένο στον Cave -αυτός είναι ο μαέστρος της βραδιάς, δεν θέλει να χάσει ούτε μισό σινιάλο του.

Στη μουσικογραφία παρομοιάζουμε συχνά την καλλιτεχνική δημιουργία με μια γέννα, συνηθίζουμε να λέμε πως όταν ένα τραγούδι φεύγει από έναν μουσικό παύει πια να του ανήκει, μα έχετε σκεφτεί ποτέ τα τραγούδια -ή έστω Τα Μεγάλα Τραγούδια-  ως ξεχωριστές οντότητες με δική τους ψυχή; Νομίζω αυτήν ακριβώς την παραστατική σουρεαλιστική εικόνα είχε στο μυαλό του ο Cave όταν αποφάσισε να περιοδεύσει με τον Greenwood και να παρουσιάσει στο κοινό τραγούδια 40 και βάλε ετών «στην πιο αγνή μορφή τους», ανόθευτα, ακατέργαστα, όπως τα είχε στο κεφάλι του, πριν τα μοιραστεί με τους Bad Seeds, πριν τα ηχογραφήσει, πριν καν τα βγάλει από μέσα του. Στα 66 του χρόνια, το να «αναγκάσει» το κοινό να μελετήσει ενδελεχώς τα δημιουργήματά του, μάλλον το ένιωσε πιο επιτακτικό, από το να μοιραστεί για άλλη μια φορά τη σκηνή με την μπάντα του για να προσφέρει ψυχαγωγία. Έτσι μετά το “Girl in Amber” που ανοίγει το set, παίρνει δασκαλίστικο ύφος και μας ρωτάει: «Ξέρετε για τι μιλάει το "Higgs Boson Blues";» Αδιάβαστοι κοιταζόμαστε μεταξύ μας, δεν έχουμε ιδέα για το σωματίδιο του Higgs, το μποζόνιο που είναι γνωστό και ως «σωματίδιο του Θεού», ούτε καταλάβαμε ποτέ γιατί στους στίχους εμφανίζεται κάποια στιγμή η Miley Cyrus να επιπλέει σε μια πισίνα. “Right, Colin? 1, 2, 3…Τώρα ξέρουμε.

«Το επόμενο είναι αφιερωμένο στον φίλο μου, Stefanos Rokkos», προλογίζει. «Ποιο εννοείς;» τον ρωτάει ειλικρινά απορημένος ο Greenwood. «Ε, θα καταλάβεις», απαντά ο Cave, δεν θέλει να κάνει spoiler. Mπαίνουν οι πρώτες νότες του “No More Shall We Part”, η αίθουσα ξεσπά σε χειροκρότημα. Είναι η πρώτη φορά που σκέφτομαι πόση μαεστρία κρύβει το να βάλεις στη σωστή σειρά αυτές τις πέντε –μόνο πέντε- λέξεις. Να ‘το πάλι. Το τραγούδι ως ξεχωριστή οντότητα, αυτές οι νότες στη σειρά, αυτή η σπαρακτική άρνηση-κατάφαση –“And no more shall we part”- και η ιδιοφυής συνέχισή της μετά την αλλαγή συγχορδίας στο πιάνο: “It will no longer be necessary”.

Στο "I Need You" παρατηρώ ξανά την κατασκευή του κομματιού: Την προοικονομία του “Nothing really matters when the one you love is gone”, να βρίσκει λύση στο απελπισμένο “I need you -just breathe, just breathe, just breathe” στο φινάλε. Ο σκηνοθέτης σβήνει τα φώτα, ξαναβρίσκω την ανάσα μου, σκουπίζω τα μάτια μου. Η απερίσπαστη εμβύθιση επιτυγχάνεται και σε πολλά άλλα κομμάτια της δίωρης setlist: στο διαχρονικό “The Mercy Seat” (με τον Greenwood να έχει αποσυρθεί στα μετόπισθεν και απλά να ψυθιρίζει τους στίχους), στο “The Ship Song”Έχω γράψει 250 τραγούδια περίπου, ε, αυτό είναι το χιτ μου», όπως λέει) στο αριστουργηματικό σερί “The Weeping Song”, “Into My Arms”, “Jubilee street” και “Push the Sky Away”. Πω.

Κάθε που τελειώνει ένα κομμάτι, ο Cave αρπάζει τις παρτιτούρες από το πιάνο και τις πετάει πίσω του, με μια επιτηδευμένη θεατράλ κίνηση, σαν κινούμενο σχέδιο. Άλλες φορές σηκώνεται, μας χαιρετά, ασπάζεται την παλάμη του και μας χαρίζει φιλιά “Thank you, you beautiful people!”, μας χειραγωγεί, επιστρατεύοντας το χιούμορ: «Το επόμενο λέγεται "Balcony Man" και είναι για το κοινό στον εξώστη, εσείς οι floor people, τσιμουδιά, shut the fuck up, it’s not your time!».

Στο encore μας ζητά παραγγελιές, χωρά το “God Is In the House” και το “Palaces of Montezuma” των Grinderman. «Κάτι από Birthday Party!» φωνάζει κάποιος από το κοινό, μα σήμερα δεν το ‘χει στο πρόγραμμα. Θυμάμαι την 20χρονη βερσιόν του Cave, αυτό το αυθάδες, διαρκώς high, αχόρταγο αλητήριο πλάσμα που ανακάλυψα παρακολουθώντας με τον κολλητό μου το ντοκιμαντέρ Mutiny In Heaven στις περσινές Νύχτες Πρεμιέρας, το οποίο σαφώς και δεν έχει καμία σχέση με τον επίσημα ντυμένο κύριο που κάθεται στο πιάνο.

Το έργο του Cave κάπως μοιάζει να με βρίσκει, έχω ακούσει όλη του τη δισκογραφία, έχω δει τις ταινίες και τα video clip, έχω διαβάσει συνεντεύξεις του, θυμάμαι τα ονόματα των δύο γιων που έχει χάσει. Έτσι όταν αναφέρει στο “Papa Won’t Leave You, Henry” πως ο γιος του, Luke, απέκτησε μωρό, η σκέψη πως o Cave μόλις έγινε παππούς έχει μέσα της μια παράλογη συγκίνηση, λες και γνωριζόμαστε προσωπικά. Οι όποιες υπαρξιακές του αναζητήσεις και προβληματισμοί γύρω από την θνητότητα συνοψίζονται στην απόφασή του να κλείσει το live με μία απρόσμενη διασκευή στο “Cosmic Dancer” του T-Rex. Η επιλογή πραγματικά με εκπλήσσει. Είναι απίστευτο, αυτό το κομμάτι μου είναι τόσο οικείο, κι όμως έπρεπε να το ακούσω από το στόμα του Cave για να συνειδητοποιήσω πως οι λέξεις womb (μήτρα) και tomb (τάφος) έχουν στα αγγλικά τον ίδιο ήχο. Ανατριχιάζει το είναι μου.

Κάνω εσπευσμένη έξοδο, δεν έχω διάθεση για κοινωνικοποίηση, καθώς βγαίνω εντοπίζω με την άκρη του ματιού μου μία Gen-Z influencer, λίγο πιο πέρα έναν γνωστό ηθοποιό. Οδηγώ προς το σπίτι με το ραδιόφωνο κλειστό. Οραματίζομαι τα τραγούδια του Cave να έχουν κλέψει τις νότες του πιάνου και, σαν αερικά, να έχουν γαντζωθεί από τα ανοιχτά παράθυρα του αυτοκινήτου και να ‘χουν φύγει μαζί μου.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured