Το να διοργανώσεις metal φεστιβάλ, είναι μια πρόκληση. Το να το διοργανώσεις στην επαρχία, μακριά από πρωτεύουσα ή Θεσσαλονίκη, είναι ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση. Το να καταφέρνεις να κλείσεις και ονόματα, το καθένα με το δικό του ειδικό βάρος στον ήχο του, αποτελεί κατόρθωμα για το οποίο δικαιούσαι να καυχιέσαι. Το να το φέρνεις δε σε πέρας με επιτυχία – κάτω από όλες τις αντίξοες συνθήκες που «κρατά» για εσένα, τον διοργανωτή, η ελληνική πραγματικότητα– είναι σχεδόν ηράκλειος άθλος

Το Chania Rock Festival έχει πλέον καθιερωθεί ως ένα από τα μεγαλύτερα καλοκαιρινά συναυλιακά events της χώρας μας. Το φεστιβάλ διεξήχθη πρώτη φορά το 2002 και από το 2008 –όταν και διοργανώθηκε ξανά– έχει αποκτήσει συνέπεια, τόσο ως προς τα μεγάλα ονόματα που έχουν περάσει από τις σκηνές του, όσο και ως προς την απρόσκοπτη διεξαγωγή του σε ετήσια βάση. Φέτος το φεστιβάλ ήταν ξανά διήμερο, αλλά με τη διαφορά (σε σχέση με παλαιότερες διοργανώσεις) πως τα ονόματα που είχαν «κλείσει» ήταν ικανά να προκαλέσουν ενθουσιασμό και υψηλές προσδοκίες, για υπέροχες συναυλιακές στιγμές. Φλυαρία όμως τέρμα, πάμε στο δια ταύτα!

Chaniarock1_2.JPG

Δυστυχώς εργάσιμη η Παρασκευή, και παρόλο που την έκανα σκαστός από τη δουλειά λίγο νωρίτερα από τη συνήθη ώρα (βάλε μέσα και το δίωρο ταξίδι από το Ηράκλειο μέχρι τα Χανιά...), κατάφερα να μπω στον Προμαχώνα San Salvatore τη στιγμή που οι Bonfire είχαν ήδη ξεκινήσει το δεύτερό τους κομμάτι: είχα χάσει δηλαδή τα τρία γκρουπ τα οποία άνοιξαν την πρώτη Chania Rock ημέρα, κατά σειρά τους Χανιώτες πιτσιρικάδες Core The Band, τους Ηρακλειώτες Doomocracy και τους Ιταλούς BangOut.

Chaniarock1_3.JPG

Οι γερόλυκοι Bonfire έχουν οργώσει άπειρες σκηνές στα σχεδόν 30 τους χρόνια σαν μπάντα, οπότε ξέρουν πολύ καλά πώς να αποδώσουν ιδανικά το hard rock/heavy metal κράμα τους, ακόμα και με τον ήλιο ψηλά. Σφιχτοδεμένοι, με καλό ήχο, περισσή όρεξη, και με τον νεοφερμένο David Reece σε πολύ καλή φόρμα, βασίστηκαν περισσότερο σε παλαιότερο υλικό. Άλλωστε η μισή ώρα που είχαν στη διάθεσή τους δεν άφηνε πολλά περιθώρια για κάτι άλλο εκτός από ένα δυνατό και περιεκτικό σετ, με τα “Sword And The Stone” και “Don’t Touch The Light” να αποτελούν τα highlights.

Chaniarock1_4.JPG

Αφού χειροκροτήσαμε τους Γερμανούς, φύγαμε σφαίρα για τη μικρή σκηνή του φεστιβάλ (Rock Stage) για να παρακολουθήσουμε τον «πολύ» Warrel Dane, ο οποίος ήταν πλαισιωμένος από τους Λαρισαίους Sunburst. Έχοντας τσεκάρει στο ίντερνετ τι παίζει ο Αμερικανός στις τελευταίες του συναυλίες, ήμουν υποψιασμένος, παρ' όλα αυτά είχα αγωνία να ακούσω έναν από τους αγαπημένους δίσκους των Nevermore, παιγμένο ολόκληρο... “Narcosynthesis” και ήδη οι σβέρκοι του κοινού –που πρέπει να αριθμούσε σκάρτα τα 1.000 άτομα– αρχίζουν τις ρυθμικές κινήσεις πάνω και κάτω. Ο ήχος δυστυχώς είναι μπουκωμένος αρκετά, πρόβλημα που λίγο ως πολύ ταλαιπώρησε όλες τις μπάντες που πέρασαν από τη μικρή σκηνή. 

Chaniarock1_5.JPG

Ο κλασικά «καπελοφόρος» Dane ήταν πάντως κεφάτος, χαμογελαστός και με όρεξη για χαβαλέ. Η μπάντα δεμένη και καλοπροβαρισμένη, απέδιδε ιδανικά τα, απαιτητικά σε πολλά σημεία, μέρη του Dead Heart In A Dead World, ιδρώνοντας τη φανέλα, με τις δύο κιθάρες να δίνουν όγκο στα κομμάτια. Δυστυχώς, πέραν του ήχου, ένα άλλο μεμπτό στοιχείο στην εμφάνιση του Dane ήταν η απόδοσή του, η οποία σε αρκετά σημεία κινήθηκε σε ρηχά νερά,  ιδιαίτερα στο “The Heart Collector”. Συναισθηματική στιγμή του σετ ήταν το “Brother”, το οποίο και αφιέρωσε στον αδερφό του που πέθανε πριν λίγο καιρό. Στο τέλος μας ενημέρωσε πως θα τα ξαναπούμε σύντομα, κατά Νοέμβρη μεριά…

Chaniarock1_6.JPG

Με τον ήλιο να έχει ήδη αρχίσει να δύει πίσω μας, μεταφερόμαστε και πάλι στη μεγάλη σκηνή (Chania Stage) για να απολαύσουμε τους τρελοΔανούς D-A-D με τα περίεργα μπάσα, για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Ο κόσμος είχε πληθύνει αρκετά και εγώ ανυπομονούσα για την εμφάνισή τους, έχοντας διαβάσει για το πόσο αξιόλογες είναι οι ζωντανές τους εμφανίσεις. Πριν γράψω λοιπόν το οτιδήποτε για το πώς έπαιξαν, καταθέτω πως για εμένα προσωπικά αποτέλεσαν την έκπληξη της βραδιάς: από τα πρώτα κιόλας λεπτά με άρπαξαν από τον λαιμό και με έφεραν 5-6 σβούρες με το hard rock τους. Με ήχο κρύσταλλο, για σεμινάριο, και με με τους ίδιους ιδιαίτερα ευδιάθετους και με αέρα μεγάλης μπάντας, έκαναν το κοινό του Chania Rock Festival ό,τι ήθελαν, παραδίδοντας μαθήματα αυτού που λέμε στο χωριό μου «know-how-to-rock»… 

Chaniarock1_7.JPG

Ο  frontman Jesper Binzer σε μεγάλα κέφια, τραγουδάει, παίζει κιθάρα, κάνει γκριμάτσες, κατεβαίνει από τη σκηνή μπροστά από το πλήθος και μας μιλά συνεχώς σε σχεδόν άπταιστα ελληνικά: «καλησπέρα», «όλα καλά;», «ευχαριστούμε». Ο αδερφός του Jacob στη δεύτερη κιθάρα σιγοντάρει καταλλήλως και μπορεί να παίρνει τα ηνία όταν πρέπει για να σολάρει, αλλά τα βλέμματα τα κλέβει ο τρελάρας Stig Pedersen, με τη larger-than-life εμφάνισή του και τα διάσημα (τουλάχιστον στους παροικούντες εν τη Ιερουσαλήμ…) μπάσα του, με τα περίεργα παρουσιαστικά και τις δύο χορδές! Σε μουσικό επίπεδο, από τα ηχεία παρέλασαν αρκετά γνωστά κομμάτια του γκρουπ όπως τα “Evil Twin”, “Monster Philosophy” και “Riding With Sue”, αλλά κι ένα τραγούδι που, όπως είπε ο Jesper, έγραψαν για την παραμονή τους στην Κρήτη –δεν ήταν άλλο από την κομματάρα “Sleeping My Day Away”, με τον Προμαχώνα να παίρνει φωτιά! Με το κλείσιμο μίας ώρας, η εμφάνιση των D-A-D είχε φτάσει στο τέλος της: το κοινό τους καταχειροκρότησε και επί σκηνής άρχισαν πια οι προετοιμασίες για τους headliners της βραδιάς.

Chaniarock1_8.JPG

Τους Soulfly δεν τους είχα ξαναδεί, αλλά έχοντας παρακολουθήσει τους Cavalera Conspiracy ένιωθα πως ήξερα περίπου τι να περιμένω. Και δεν έπεσα έξω! Με δυστυχώς τρία τέταρτα καθυστέρηση από την ώρα εμφάνισης που αναγραφόταν στο πρόγραμμα (το γιατί δυστυχώς, στο τέλος…), πάτησαν σανίδι και ο κόσμος ζητωκραυγάζει ενθουσιασμένος. Το εναρκτήριο λάκτισμα γίνεται με το “Frontlines” και ήδη από τα πρώτα δευτερόλεπτα γίνεται σκοτωμός. Ο ήχος ισοπεδωτικός, οι παρευρισκόμενοι γουστάρουν απίστευτα,  “Fire”, “Prophecy” και “Downstroy” για συνέχεια, με το συγκρότημα να απελευθερώνει πάνω μας απίστευτες ποσότητες ενέργειας. 

Σειρά παίρνει κατόπιν το “We Sold Our Souls to Metal” από τον επερχόμενο δίσκο τους Archangel, με ένα μεγάλο pit να στήνεται κατά τη διάρκειά του στο κέντρο της αρένας. Κάπου εκεί έρχεται και η ώρα να ακούσουμε κάτι από Sepultura, με την παράκρουση να μην αργεί, λαμβάνοντας τη μορφή των πρώτων νότων του “Arise”, που παίχτηκε σε medley με το “Dead Embryonic Cells”. Η τρίχα κάγκελο!!! Η δε μπάντα αποδίδει φανταστικά. Ο Max (ο οποίος έχει βάλει και αρκετά κιλάκια, παρεμπιπτόντως) οδηγεί συναυλιακά τους Soulfly με τον γνωστό του ηγετικό τρόπο, υπενθυμίζοντάς μας πόσο μεγάλος frontman είναι. Ο Rizzo είναι όπως πάντα εκρηκτικός και γεμάτος πώρωση (μου έλειψαν οι capoeira φιγούρες του), ενώ οι δύο γιοι του Max –ο Zyon και ο Igor Jr., σε ντραμς και μπάσο αντίστοιχα– συμπληρώνουν ιδανικά το καρέ με το πάθος τους.

Chaniarock1_9.JPG

Το πιο χαλαρό διάλειμμα του “Tribe” έρχεται να διαδεχτεί το “Roots Bloody Roots” και ο χαμούλης ήταν ξανά αναπόφευκτος. Βουτιά στο παρελθόν της μπάντας και στο ομώνυμο ντεμπούτο τους, κατόπιν, με τα “No Hope = No Fear”, “Umbabarauma” και “No”, ενώ το κοινό «χαλαρώνει» λίγο, πάντα τηρουμένων των αναλογιών, μιας και το pit δεν αδειάζει, με τη σκόνη να αιωρείται συνεχώς στον αέρα. Η συνέχεια είναι ξανά Sepultura και πιο συγκεκριμένα “Refuse/Resist”, το οποίο ήταν ίσως και το highlight της μέρας, με το moshpit να μεγαλώνει επικίνδυνα, κατόπιν παρότρυνσης και του Max. Το medley “Jumpdafuckup/Eye For An Eye” έμελλε να αποτελέσει το κλείσιμο της εξαιρετικής εμφάνισης των Soulfly μετά από μία ώρα set, με τη μπάντα να αποχωρεί από τη σκηνή στο τέλος του.

Chaniarock1_10.JPG

Δυστυχώς το encore που όλοι περιμέναμε, δεν ήρθε ποτέ. Οι τεχνικοί άρχισαν να ξεστήνουν και έχω μείνει, όπως και πολλοί άλλοι, να λέω συνέχεια στην εκλεκτή μου παρέα «Θα ξαναβγούν»! Αμ δε… Συνήθως το συγκρότημα παίζει 3-4 ακόμα κομμάτια, πράγμα όμως που δεν έγινε στην περίπτωσή μας. Το ρολόι βέβαια έδειχνε 15 λεπτά πριν τα μεσάνυχτα και υποπτεύομαι έτσι ότι το live σταμάτησε εκεί για λόγους κοινής ησυχίας. Πιστεύω ωστόσο πως 1-2 κομμάτια ακόμα υπήρχε περιθώριο να παιχτούν μέχρι τις 12:00. Ας είναι…

Η πρώτη μέρα του φεστιβάλ ήταν λοιπόν καταπληκτική και έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο, με τη δυνατή δηλαδή και γεμάτη ενέργεια εμφάνιση του Max Cavalera και της παρέας του (ή μήπως φαμίλιας του;). Όπως βέβαια προανέφερα, η έκπληξη της βραδιάς για εμένα ήταν οι Δανοί D-A-D, ενώ το μόνο σημείο που μου άφησε ανάμεικτα συναισθήματα ήταν το σύντομο σετ των Soulfly. Θετικότατο πάντως το πρόσημο για αρχή, ραντεβού την επόμενη το απόγευμα για τη συνέχεια…

{youtube}DWM13TMCIIE{/youtube} 

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured