Hild Sofie Tafjord
του Χάρη Συμβουλίδη

Εκ πρώτης όψης, θα μπορούσε να είναι μία από τις –απρόσμενα πολλές– γυναικείες παρουσίες ανάμεσα στο κοινό στον Παρνασσό. Μόνο όταν ανέβηκε στη σκηνή και στάθηκε απέναντι στο λάπτοπ και στα ηλεκτρονικά της, κλείνοντας τα μάτια καθώς τοποθετούσε στο στόμα ένα γαλλικό κόρνο, το εννόησες ότι, ναι, αυτή ήταν η καλλιτέχνιδα αυτοπροσώπως. Το set της Tafjord είχε λογική κυκλική, καθώς έκλεισε με τον ίδιο σχεδόν τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε, στο μεσοδιάστημα πάντως πέρασε από χίλια κύματα, ωθώντας σε κι εσένα να δοκιμάσεις μια ποικιλία συναισθημάτων.


Τα περισσότερα από αυτά τα συναισθήματα ήταν εγκεφαλικής υφής, αν και υπήρξαν και σημεία όπου ένιωθες το σώμα σου να αναζητά κάποιου είδους απόκριση, έστω και μπερδεμένο μεταξύ των απόκοσμων ηλεκτρονικών θορύβων και του γήινου, σχεδόν παρηγορητικού ήχου του γαλλικού κόρνου. Το οποίο βέβαια δεν λειτούργησε απλώς αντιστικτικά: σε άλλα σημεία προτίμησε την ευθυγράμμιση με το θορυβώδες περιβάλλον, ενώ σε ορισμένα διάλεξε να απέχει εντελώς –αφήνοντας την ισχυρή εικόνα μιας Tafjord τελείως απορροφημένης στα ηχητικά της τοπία, με ένα μπλε καλώδιο στο στόμα να την ενώνει με τα παραταγμένα εμπρός της ηλεκτρονικά. Στο τέλος, όχι μόνο τη χειροκρότησες, μα έσπευσες και στο σχετικό τραπεζάκι αποφασισμένος να εντοπίσεις δίσκο της.

Antoine Chessex
του Χάρη Συμβουλίδη

Διαδεχόμενος τη συγκριτικά πιο τακτοποιημένη θορυβοποιία της Tafjord, ο Antoine Chessex ξεκίνησε μουδιασμένα. Σαν να μη μπορούσε να βρει τον δρόμο του με το σαξόφωνο, σαν να μην πολυεπικοινωνούσε με τον θόρυβο που άρχιζε να λυσσομανά γύρω του. Σκέφτηκα τη σύντομη συνομιλία μας απέξω: δεν ήταν καλά, μου είχε δηλώσει, ένα μπούκωμα τον έκανε να μην ακούει όπως θα ήθελε και ανησυχούσε. Αλλά δεν χρειαζόταν. Βρήκε πολύ γρήγορα τον δρόμο του, όπως και τον τρόπο του –και μας σφήνωσε στις θέσεις μας να δοκιμάζουμε τις αντοχές μας, όσο μας έριχνε στο κεφάλι μύδρους θορύβου και σαξοφωνικές κεραμίδες.


Χωρίς να απαρνηθεί τον αυτοσχεδιασμό, χωρίς να σου αφήσει περιθώρια να αμφιβάλλεις για το πόσο καλό σαξόφωνο παίζει, χωρίς να γλιστρήσει στη μπανανόφλουδα του ασυνείδητου noise, έδωσε ένα ρεσιτάλ στα όρια της μουσικότητας, από όπου δεν έλειψε και ο παράγοντας σόου: ο Chessex υπήρξε επιβλητικός και σαν παρουσία καθώς όρμαγε με το σαξόφωνό του προς τις πεταλιέρες, οδηγώντας τα αυτιά σου στα όριά τους μα, ταυτόχρονα, τη φαιά ουσία σου προς την έκσταση.

Mika Vainio
του Διονύση Κοτταρίδη

Αντιλαμβάνεσαι πως έχεις ήδη υποστεί δυο συχνοτικούς ημι-βιασμούς διαφορετικής λογικής (βλέπε παραπάνω), οι οποίοι σου έχουν αφήσει ελαφρά ψυχοσωματικά κατάλοιπα, ενώ ακούς τον τρίτο να 'ρχεται μετά φινλανδικής ακρίβειας. Τι κάνεις; Βεβαίως και σκέφτεσαι να πάρεις δρόμο, ωστόσο η είσοδος της μαύρης φιγούρας του Mika Vainio αλλάζει αυτοστιγμής τις όποιες προτεραιότητες (ειδικά εάν έχεις χάσει την περσινή, έσχατη κάθοδο των Pan Sonic στα μέρη μας –και σε κάθε μέρος του κόσμου). Η εκκίνηση δεν απλώνει τίποτα προθερμαντικές αλοιφές, οπότε σε μερικά λεπτά νιώθεις ήδη πόσο τεράστια κουφάλα είναι ο άνθρωπος. Οι τέσσερις συστοιχίες ηχείων που υψώνονται στις γωνιές της κεντρικής αίθουσας του Φιλολογικού Συλλόγου λειτουργούν τόσο συνεργατικά, όσο και ως ανεξάρτητες πηγές. Όπερ μεθερμηνευόμενον, κάποια ηχητικά κανάλια (ας πούμε αυτά που διαμορφώνουν το υπέδαφος του set) έχουν σταθερή surround παρουσία, ενώ κάποια άλλα διαγράφουν κυκλωτικές τροχιές γύρω μας. Τρελό παιχνίδι με τις τρεις διαστάσεις.

Μόλις λοιπόν ενεργοποιούνται τα πολεμικά τομ-τομ σε πειραγμένη ψηφιακή έκδοση κι αρχίζουν τις γυροβολιές, νομίζεις πως το νεοκλασικό της Καρύτση μαζί με όλο του το περιεχόμενο έχει διακτινιστεί στο κέντρο αστρικού πεδίου μάχης, στο οποίο κρίνεται το μέλλον του σύμπαντος. Απ' την άλλη, η ρυθμική σταθερότητα –με ό,τι αυτή συνεπάγεται– δεν αποτελεί το ζητούμενο του Vainio. Εξ' ου και η αποδόμηση των ρυθμοδομών μόλις το κοινό συντονίζεται και η καρέκλα του φαντάζει όλο και περισσότερο φράχτης. Τότε αναλαμβάνει ο θόρυβος σε μορφή ντους από εναλλασσόμενες υφές για να κατευνάσει τα άγρια ένστικτα της κινησιολογίας. Μέχρι τουλάχιστον να ξεκινήσει και πάλι η λούπα, απότομα. Απ' το σώμα στο μυαλό και τούμπαλιν... Η φόλα πλαδαρότητα παραφυλάει μονάχα στα πρόθυρα της λήξης: εκεί, μάλλον βαριεστημένος, ο Vainio μας ρίχνει μερικά απομεινάρια της ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης του, παρέα με την ίδια του τη βαρεμάρα. Και αποχωρεί στα μουγκά, όπως ήρθε. 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured