Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις για έναν μουσικό σαν τον Γιώργο Ξυλούρη. Φαντάζει δε αυταπόδεικτο το ότι ένα τριήμερο «Αφιέρωμα στην Κρήτη», όπως αυτό που οργάνωσε το Μουσείο Λαϊκών Μουσικών Οργάνων, δεν θα μπορούσε να κλείσει με καλύτερο τρόπο. Και (πιθανότατα) μια τέτοια περίσταση δεν θα μπορούσε να φιλοξενηθεί και σε καλύτερο τόπο –τουλάχιστον εντός λεκανοπεδίου– από το υπέροχο αίθριο του Μουσείου στην καρδιά της Πλάκας. 
 
Λίγο μετά τις 8:30, ο χώρος είχε ήδη γεμίσει· κεραστήκαμε λοιπόν τις ρακές μας, βολευτήκαμε και περιμέναμε τον Ψαρογιώργη, ο οποίος δεν άργησε να εμφανιστεί στη σκηνή. Με μια προσήνεια περισσότερο πηγαία και λιγότερο επιβαλλόμενη από το (όποιο) «καθώς πρέπει», αρκέστηκε σ’ ένα απλό καλησπέρα και σ’ ένα μικρό, μα γεμάτο χαμόγελο. Άλλωστε είχε να πει τόσα με το λαγούτο του, οπότε εισαγωγικά και λοιπές λεκτικές φιλοφρονήσεις μπορούσαν να παρακαμφθούν. 
 
Psarog_2
 
Ο αυτοσχεδιασμός που ακολούθησε έδωσε κατευθείαν τις συντεταγμένες, ιδίως έτσι όπως οδήγησε στη “Μαύρη Κορφή”. Έγινε αμέσως φανερό, δηλαδή, ότι ο Ψαρογιώργης δεν ακολουθεί απλώς μια μουσική παράδοση (είτε αυτή ανάγεται στην οικογενειακή παράδοση των Ξυλούρηδων, είτε εν γένει σ’ εκείνη της Κρήτης)· δεν αναπαραγάγει απλώς τυπολογικά ορισμένες μουσικές επιτελέσεις. Είναι αντιθέτως φορέας της παράδοσης, έχει άρα την ικανότητα να την επανανοηματοδοτήσει, να την εντάξει στο σήμερα, δίχως να της αφαιρέσει τίποτα από την παρακαταθήκη του χθες. Είναι, με μία έννοια, συνεχιστής και ταυτόχρονα συνδημιουργός της. 
 
Psarog_3
 
Εξ ου και δεν ήταν η αποδόμηση το ζητούμενο, μα η εξερεύνηση των «εντός φόρμας» πιθανοτήτων. Οι μεταστροφές στη δυναμική των κομματιών –ένα διαρκές πηγαινέλα το οποίο φούσκωνε σε διονυσιακά ξεσπάσματα και ξεφούσκωνε σε βαθιές φράσεις– τα θέματα που αφήνονταν στην εκτελεστική οξύνοια του Ψαρογιώργη, το λαγούτο του που, δίχως να αμελεί τα ρυθμικά του καθήκοντα, περιέκλειε ολόκληρο τον μελωδικό πλούτο της κρητικής παράδοσης, όλες τέλος πάντων οι «παρεμβάσεις» στους παγιωμένους παραδοσιακούς τρόπους γίνονταν από «μέσα προς τα έξω» και όχι αντιστρόφως. Είχαν το ίδιο κέντρο αναφοράς, θα μπορούσες εύκολα να τις φανταστείς με την ηχώ των ορεινών όγκων του Ψηλορείτη, να αναφέρονται στις ίδιες, αιώνιες, αλήθειες. 
 
Psarog_4
 
Δίπλα στον Ψαρογιώργη βρισκόταν ο Αντώνης Αρβανίτης (σε κρουστά, φλογέρα και τσαμπούνα), έχοντας κι εκείνος το δικό του «μερίδιο ευθύνης» για την επιτυχία της συναυλίας. Εύστοχος στα κρουστά ως διακριτικός συνοδός του μαέστρου λαγουτιέρη, εξαιρετικός όταν με την τσαμπούνα του μετέφερε μια, γεμάτη ζωτικότητα, έξαψη. Κοντά σ’ αυτά, υπήρχε και μια σχέση σκηνής/ακροατηρίου που ξέφευγε από το σύνηθες μέτρο της παθητικής πρόσληψης: μια ανδρική φωνή από το κοινό που ανέλαβε στα πλαίσια ορισμένων κομματιών να ανταλλάξει στίχους με τον Ψαρογιώργη, λόγια που κάθε τόσο σιγομουρμουρίζονταν ή ένας παλμός που μεταδιδόταν «από τα κάτω» κάθε που οι ρυθμοί ζωήρευαν –έναν παλμό στον οποίον απαντούσε μαεστρικά ο Ψαρογιώργης, είτε αποφασίζοντας να τον ενστερνιστεί και να τον συνεχίσει, είτε να τον καταπραΰνει, λύνοντάς τον με κάποιο ξαφνικό κατέβασμα. 
 
Psarog_5
 
Μέσα στις δύο ώρες που κράτησε η συναυλία, οι ρυθμοί που ξεσήκωναν, συνυπήρχαν με την αίσθηση της μυσταγωγίας. Και βεβαίως με άπειρες φορές που απλώς καθόσουν να χαζεύεις τον Ψαρογιώργη και τους δρόμους τους οποίους διάνοιγε με το λαγούτο του…
 
 

{youtube}9jfVBRk8hcc{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured