Με αφορμή την πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα, στις 28 Απριλίου στο An Club, οι Full of Hell φτάνουν στην Αθήνα με μια πορεία που εκτείνεται σε πάνω από δεκαπέντε χρόνια συνεχούς δραστηριότητας και καλλιτεχνικής εξέλιξης. Σχηματισμένοι στην Πενσυλβάνια, κινούνται στον χώρο του grindcore, ενσωματώνοντας δυναμικά στοιχεία noise, industrial και power electronics, και διαμορφώνουν έναν ήχο που δίνει έμφαση στη σωματικότητα, την ένταση και τη συνεχή μετατόπιση της φόρμας. Η δισκογραφία τους αναπτύσσεται ως μια αλληλουχία πυκνών και απαιτητικών κυκλοφοριών, όπου η διάρκεια, η υλικότητα του ήχου και η ένταση λειτουργούν ως βασικά εκφραστικά μέσα. Από τις πρώτες τους δουλειές μέχρι το πρόσφατο Coagulated Bliss, η μπάντα επεξεργάζεται σταθερά το ηχητικό της λεξιλόγιο, ενσωματώνοντας νέες κατευθύνσεις και επεκτείνοντας το φάσμα της χωρίς να χάνει τη συνοχή της.
Η παρουσία τους στη DIY σκηνή αποτελεί σταθερό άξονα της δραστηριότητάς τους, διαμορφώνοντας τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούν, συνεργάζονται και κυκλοφορούν τη μουσική τους. Οι συνεργασίες κατέχουν κεντρική θέση στην πορεία τους, λειτουργώντας ως δημιουργικά πεδία συνάντησης και ανταλλαγής. Η σύμπραξή τους με τον Merzbow (Masami Akita), καθώς και η διαρκής συνεργασία με τους The Body, συμβάλλουν ενεργά στη διαμόρφωση του ήχου τους, ενισχύοντας την πολυφωνία και τη διαρκή ανανέωση της μουσικής τους ταυτότητας.

- Ποια είναι η πιο συνηθισμένη παρανόηση που ακολουθεί την πορεία σας;
Νομίζω ότι γενικά υπάρχει μεγάλη σύγχυση γύρω από τα οικονομικά και την πραγματικότητα του να κάνεις περιοδείες και δίσκους «για να ζεις». Στην πράξη, τα πιο έξυπνα σχήματα είναι αυτά που βρίσκουν τρόπο να παραμένουν ασυμβίβαστα και ταυτόχρονα να αναπτύσσουν εναλλακτικές πηγές εισοδήματος, ώστε να κρατούν την τέχνη τους καθαρή. Δεν είναι ποτέ τόσο ρόδινα όσο νομίζει ο κόσμος.
- Πώς διαχειριστήκατε τη μετάβαση από τις DIY σκηνές σε ευρύτερη αναγνώριση χωρίς να χάσετε τον έλεγχο του ήχου και της αισθητικής σας;
Δεν είναι κάτι που νιώσαμε ποτέ ως ιδιαίτερα δύσκολο, κυρίως γιατί πάντα φτιάχναμε μουσική για εμάς τους ίδιους. Καθώς μεγαλώναμε, κάποια πράγματα γύρω από αυτό άλλαξαν, αλλά γενικά είμαστε ανίκανοι να είμαστε οτιδήποτε άλλο πέρα από ο εαυτός μας. Επίσης, τείνουμε να κοροϊδεύουμε τους «επαγγελματίες» τύπου «ροκάδες», οπότε η ιδέα ότι θα χάναμε το ποιοι είμαστε μας φαίνεται κάπως τρομακτική χαχα.
- Πρόσφατα έπεσα πάνω στην ιδέα ότι υπάρχει βία στις λέξεις, αλλά ότι η σιωπή είναι αυτή που πραγματικά πληγώνει. Λαμβάνοντας υπόψη τη βίαιη προσέγγιση τόσο στον ήχο όσο και στους στίχους σας, ποια είναι η δική σας οπτική;
Είναι από αυτά τα ρητά που φαίνονται ωραία σε κάποιο tumblr ή instagram graphic (γέλια). Εμείς προτιμάμε το «live, laugh, love»… η βασική λευκή Αμερικανίδα προπαγάνδα είναι που κινεί το μυαλό μας μπροστά.
- Είστε ενεργοί πάνω από 15 χρόνια. Πώς αντιλαμβάνεστε τη “ακραία μουσική” σήμερα σε σχέση με όταν ξεκινήσατε;
Είναι ένας τροχός που γυρίζει ασταμάτητα κι εμείς είμαστε απλά μικροσκοπικές, ασήμαντες κουκκίδες που συμμετέχουν σε αυτόν. Νομίζω ότι αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μια πολύ ιδιαίτερη φάση. Οι σκοτεινοί καιροί τείνουν να γεννούν δυνατή τέχνη, οπότε αυτό παίζει ρόλο. Η διαφορά σε σχέση με όταν ξεκινήσαμε είναι μάλλον ένας ωραίος συνδυασμός απομυθοποίησης και μιας πιο ήπιας, κατασταλαγμένης οπτικής. Είδαμε από μέσα πώς λειτουργούν τα πράγματα, σε πολλά επίπεδα, συνειδητοποιήσαμε πόσο μικρός είναι ο κόσμος και αυτό μας άφησε με μια πιο ισορροπημένη και τελικά πιο θετική στάση.
- Η συνεργασία σας με τον Merzbow φέρνει κοντά δύο διαφορετικές “γενεαλογίες” του noise — τη δική σας, που βασίζεται στη σωματικότητα, την ένταση και τα breakdowns, και τη δική του, που μοιάζει πιο συνεχής και περιβαλλοντική. Υπήρχαν στοιχεία που αναγνωρίσατε ως ήδη κοινά, και τι κρατήσατε από αυτή τη συνεργασία;
Για να είμαστε ειλικρινείς, ήμασταν τόσο νέοι όταν μας έτυχε αυτό που δεν ξέραμε ακριβώς πώς να το χειριστούμε. Το προσεγγίσαμε σαν ο Masami να ήταν μέλος των FOH, ουσιαστικά σαν να κάλυπτε τον ρόλο του “noise guy” μας. Το αποτέλεσμα ήταν λίγο πιο ελαφρύ από πλευράς noise, αλλά ταίριαξε με τη γενική σύνθεση της μπάντας εκείνη την περίοδο. Ήταν μια πρώτη προσπάθεια και νομίζω πήραμε πολλά θετικά, μαζί με μερικά γερά «χαστούκια» στην πορεία. Ήταν υγιές.

- Έχετε συνεργαστεί και με μια σειρά άλλων καλλιτεχνών. Σε ποιο βαθμό οι συνεργασίες λειτουργούν ως χώροι συνάντησης και σε ποιο βαθμό θέτουν υπό αμφισβήτηση την ταυτότητά σας ως μπάντα;
Οι συνεργασίες έγιναν κάτι σταθερό από τη στιγμή που γνωρίσαμε τους The Body. Η προσέγγισή τους μας ενέπνευσε σχεδόν σε κάθε επίπεδο. Είναι πολύ απλό: κάνεις μουσική με ανθρώπους που νοιάζεσαι. Μπαίνεις σε ένα δωμάτιο με την άλλη μπάντα, μαθαίνετε ο ένας από τον άλλο και δημιουργείτε κάτι καινούργιο που σας δένει για πάντα. Είναι μια στιγμή στον χρόνο, που παγώνει και αποτυπώνεται σε δίσκο. Η ταυτότητά μας σήμερα είναι ένα μίγμα όλων όσων έχουμε γύρω μας.
- Η μουσική σας συχνά βιώνεται πιο σωματικά παρά διανοητικά. Πόσο συνειδητή είναι αυτή η πρόθεση στη δημιουργική σας διαδικασία;
Δεν υπάρχει κάποια πρόθεση ή διαχωρισμός ανάμεσα στο σωματικό και το διανοητικό βίωμα. Για εμάς είναι και τα δύο, οπότε δεν το σκεφτόμαστε έτσι σε σχέση με το πώς το προσλαμβάνει το κοινό.
- Δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του τελευταίου σας άλμπουμ Coagulated Bliss και πλέον παίζοντάς το ζωντανά, πώς έχει αλλάξει η σχέση σας με αυτό το υλικό;
Δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα. Είναι καλά κομμάτια (κατά τη γνώμη μας (γέλια)) και είναι διασκεδαστικά στο live. Τα παιδιά έκαναν φοβερή δουλειά στον δίσκο και συνεχίζουμε να είμαστε περήφανοι γι’ αυτόν. Είναι απλώς ένα κομμάτι μέσα σε ένα πολύ μεγαλύτερο σύνολο δουλειάς.
- Επισκέπτεστε την Ελλάδα μετά από μια αρκετά έντονη ευρωπαϊκή περιοδεία. Πώς διαχειρίζεστε τη σωματική και ψυχική εξάντληση ενός συνεχούς κύκλου live εμφανίσεων;
Το κάνουμε αυτό από τότε που ήμασταν κυριολεκτικά παιδιά, οπότε είναι κάπως αυτό που ξέρουμε να κάνουμε. Τα προγράμματά μας δεν είναι και τόσο εξαντλητικά όσο φαίνονται. Πολλές μπάντες το πηγαίνουν πολύ πιο σκληρά. Είμαστε κουρασμένοι, αλλά η Ελλάδα είναι το τέλειο κερασάκι στην τούρτα μιας εξαιρετικής περιοδείας.
- Κάθε live διαμορφώνεται από τον τόπο όπου συμβαίνει — όχι μόνο ως σκηνή, αλλά και ως κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Πώς προσεγγίζετε το να παίξετε για πρώτη φορά σε ένα μέρος όπως η Αθήνα;
Ξέρουμε ότι η Αθήνα έχει μια σχεδόν θρυλική σκηνή και ότι ο κόσμος εκεί είναι παθιασμένος και έτοιμος να δώσει τα πάντα. Η Ελλάδα έχει εξαιρετική ιστορία στο extreme metal και έχει βγάλει μερικά από τα καλύτερα σχήματα παγκοσμίως. Ένα σύγχρονο παράδειγμα είναι οι Dead Congregation — από τα καλύτερα, αν όχι το καλύτερο live συγκρότημα που έχω δει ποτέ. Είναι τιμή μας που θα ανέβουμε στη σκηνή εκεί κάτω. Ανυπομονούμε.
ΙΝFO: FULL OF HELL live in Athens
Τρίτη 28 Απριλίου 2026 @ An Club
Πόρτες : 20:30
Jarhead Fertilizer: 21:00
Full of Hell: 22:00






