And Also The Trees
Φωτ.: Mehdi Benkler
Χαρά Ευδαίμων

Υπάρχουν συγκροτήματα που ακολουθούν τις εποχές και υπάρχουν και οι And Also The Trees οι οποίοι βρίσκονται σε μια διαρκή αναζήτηση ταυτότητας. Από τα τέλη των 70s μέχρι σήμερα, τα αγαπημένα «παιδιά των Cure», καμωμένα με τη μελαγχολία της αγγλικής επαρχίας του Worcestershire και τις κινηματογραφικές, λογοτεχνικες αφηγήσεις, κινούνται με συνέπεια μακριά από τα στερεότυπα της μουσικής βιομηχανίας, εξελίσσοντας τον ήχο τους με τους δικούς τους όρους. Λίγο πριν την εμφάνισή τους στην Αθήνα στο πλαίσιο του Death Disco Indoor Festival 2026, μιλήσαμε με τον Simon Huw Jones και τον Justin Jones, για τη διαδρομή τους, τις αλλαγές που τους διαμόρφωσαν και τη σημασία του να αφήνεις τη μουσική να βρίσκει τον δρόμο της.

- Καλώς ήρθατε στο Avopolis παιδιά! Ανυπομονούμε να εξερευνήσουμε τη δημιουργική διαδικασία και τις ιστορίες πίσω από τη μουσική σας. Ας ξεκινήσουμε! Πώς έχει εξελιχθεί το συγκρότημα από το And Also The Trees του '83 μέχρι ένα από τα πιο καθοριστικά έργα σας, το Born Into The Waves;

SHJ: Ο Justin κι εγώ δημιουργήσαμε τους And Αlso Τhe Τrees τον Νοέμβριο του 1979. Εκείνος ήταν 15 κι εγώ 19 και από τότε λειτουργούμε συνεχώς ως ένα δημιουργικό και ζωντανό συγκρότημα. Η ιστορία του συγκροτήματος εξελίχθηκε μαζί μας καθώς μεγαλώναμε. Πάντα ακολουθούσαμε το ένστικτό μας, το οποίο φαίνεται να αγνοεί τη μόδα και τις τάσεις και να έχει τη δική του πορεία. Έχουν υπάρξει μόνο λίγες αλλαγές στη σύνθεση από τότε που τα άλλα ιδρυτικά μέλη, οι αδελφοί Havas, αποχώρησαν, αλλά όταν συνέβησαν, η δημιουργική μας πορεία στράφηκε με ενδιαφέροντες τρόπους, δίνοντας νέα ζωή και χρώμα. Ο Justin κι εγώ είμαστε ο πυρήνας του συγκροτήματος, αλλά τα άλλα μέλη είναι ζωτικής σημασίας για τη δημιουργική διαδικασία. Η τωρινή μας σύνθεση είναι ο Paul Hill στα τύμπανα, ο Grant Gordon στο μπάσο και ο Colin Ozanne, πολυοργανίστας με κύριο όργανο το κλαρινέτο. Στην πραγματικότητα, ο λόγος που αποκαλούμε το The Devil's door, το νέο μας άλμπουμ, το τελευταίο μιας τριλογίας είναι επειδή είμαστε οι πέντε μουσικοί που συμμετείχαμε στη συγγραφή αυτών των τριών άλμπουμ. Η εξέλιξή μας ήταν αργή αλλά σταθερή, παραμείναμε πιστοί στις απαρχές μας, ελπίζουμε χωρίς να επαναλαμβανόμαστε… και αυτό είναι σημαντικό για εμάς.

- Πώς επηρέασαν χώρες όπως η Ουκρανία και η Ιαπωνία το Born Into The Waves;

SHJ: Επισκεφθήκαμε και τις δύο χώρες για σύντομο χρονικό διάστημα για να παίξουμε συναυλίες εκεί ενώ γράφαμε το άλμπουμ και μερικές φορές μια φευγαλέα εικόνα ενός τόπου ή μιας χώρας μπορεί να πυροδοτήσει τη φαντασία ώστε να ανακαλύψει αυτό που έμεινε αθέατο.

- Το Virus Meadow μοιάζει να δημιουργεί έναν κόσμο πριν τον πολιτισμό, με στίχους σαν παραμύθια ξεχασμένα από τον χρόνο. Πόσο «παγανιστικό» είναι τελικά το σύμπαν του;

SHJ: Το δεύτερο άλμπουμ μας ήταν εκεί όπου βρήκαμε την ταυτότητά μας και μέρος αυτού προήλθε από το περιβάλλον μας στην αγροτική περιοχή του Worcestershire, στα Midlands της Αγγλίας. Ζούσαμε σε έναν μικρό οικισμό που είχε χτιστεί πάνω στα ερείπια ενός εγκαταλελειμμένου και σχεδόν ξεχασμένου μεσαιωνικού χωριού, που είχε αφανιστεί από τη Μαύρη Πανώλη. Υπήρχαν ιστορίες και θρύλοι που μας έλεγαν οι ντόπιοι όταν μετακομίσαμε εκεί από το Birmingham όταν ήμασταν παιδιά, και αυτές οι ιστορίες και με έναν τρόπο η δύναμη και η παρουσία της γης και της ιστορίας της, ήρθαν σε εμάς καθώς ανοιγόμασταν για έμπνευση και καθοδήγηση. Το στοιχείο του παγανισμού ενισχύεται από την εστίασή μας στη φύση και τα στοιχεία, αλλά η επιρροή της χριστιανικής θρησκείας δεν αποκλείεται εντελώς από αυτό το άλμπουμ.

- Μετά την περίοδο των αγροτικών, παγανιστικών επιρροών, πώς προέκυψε η "hard boiled crimmy" τριλογία (The Klaxon, Angelfish, Silver Soul);

SHJ: ...(γέλια) Aυτή η έκφραση πάντα με κάνει να γελάω, δεν είμαι καν σίγουρος από πού προήλθε. Νομίζω από έναν Γερμανό δημοσιογράφο. Εκείνα τα άλμπουμ ήταν μια ασυνήθιστη και συνειδητή προσπάθεια να απομακρυνθούμε από τη φυσική ροή των AATT, καθώς ανησυχούσαμε ότι θα παγιδευτούμε σε μια «ποιμενική ρομαντική» γωνία. Τα συγκροτήματα των 80s είχαν γίνει απελπιστικά εκτός μόδας στα 90s και φοβόμασταν ότι θα παρασυρθούμε κι εμείς. Επηρεαστήκαμε από τον «twangy» ήχο κιθάρας των 50s και αρχών 60s, από μυθιστορήματα της εποχής της jazz των Fitzgerald και Hemingway και στη συνέχεια από τη beat generation καθώς και από τους πίνακες του Edward Hopper. Ήταν η μοναδική μας συνειδητή προσπάθεια να μεταφέρουμε το πνεύμα των AATT σε έναν άλλο τόπο, έναν άλλο χρόνο.

- Η αποχώρησή σας από τη σκηνή μεταξύ ’98 -’03 ήταν μια μορφή αυτοκαταστροφής ή πιστεύετε ότι συνέβαλε στην αναγέννησή σας;

SHJ: Στην πραγματικότητα είχε να κάνει εξίσου με τη ζωή και τις αναπόφευκτες στιγμές αλλαγής και αναταραχής γεννήσεις και θανάτους και όλα τα υπόλοιπα. Ο Justin κι εγώ φύγαμε από το Worcestershire και μετακομίσαμε στο London και στη Geneva η μουσική βιομηχανία κατέρρευσε, ήταν μια περίοδος μεγάλων αλλαγών για εμάς και δεν ήμασταν σίγουροι αν το συγκρότημα θα επιβίωνε αλλά φυσικά επέζησε. Και ναι, αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργική μας αναγέννηση.

- Σε σύγκριση με προηγούμενα άλμπουμ, το πρόσφατο Mother-of-Pearl Moon ακούγεται πιο εσωστρεφές. Είναι αποτέλεσμα ηλικίας, εμπειρίας ή των καιρών που διανύουμε;

SHJ: Ο Justin κι εγώ σκοπεύαμε αυτά τα τραγούδια να είναι ένα άλμπουμ των Brothers Of The Trees, δηλαδή μόνο κιθάρα και φωνή και ίσως το κλαρινέτο του Colin. Ο Justin ήθελε να μπορούμε να «παίζουμε τα τραγούδια σε ένα παρεκκλήσι στην πλαγιά ενός ελβετικού βουνού, για παράδειγμα», να έχουμε αυτή την ελευθερία κίνησης και ανεξαρτησία από την τεχνολογία, συστήματα ήχου κλπ. Αλλά όσο δουλεύαμε έγινε όλο και πιο προφανές ότι έπρεπε να ανοιχτούμε αντί να περιοριστούμε, οπότε ο Justin άρχισε να εισάγει ιδέες στα υπόλοιπα μέλη και τελικά έγινε ένα άλμπουμ των And Αlso Τhe Τrees.

- Πόσο σας επηρεάζουν συγγραφείς όπως η Sylvia Plath ή ο Dylan Thomas στη γραφή των στίχων σας;

SHJ: Μόνο υποσυνείδητα πλέον αν και μερικές φορές, όταν το χρειάζομαι, ανοίγω βιβλία με την ποίησή τους και διαβάζω μια-δυο γραμμές από τη λαμπρότητά τους και αυτό ταρακουνά τον τρόπο σκέψης μου και τον μεταφέρει σε έναν πιο ενδιαφέροντα ή λιγότερο περιοριστικό χώρο.

- Η χρήση «πραγματικών οργάνων» παραμένει ζωντανή και έντονη στη μουσική σας. Είναι αυτό μια μορφή καλλιτεχνικής αντίστασης στην ψηφιακή εποχή;

SHJ: Νομίζω εδώ πρέπει να φωνάξω τον Justin και να τον φέρω σε αυτές τις ερωτήσεις.

JJ: ...

- Έχετε πει ότι «η μουσική ακολουθεί τη δική της πορεία». Σημαίνει αυτό ότι ο δημιουργός είναι απλώς ένα μέσο;

JJ: Δεν είναι τόσο πνευματικό. Κάθε κομμάτι είναι φυσικά μοναδικό και κάποια είναι συνεργάσιμα και «φιλικά», ενώ άλλα αντιστέκονται σθεναρά και μπορεί να πάρουν έναν χρόνο για να ολοκληρωθούν. Έτσι ήταν και αυτό το άλμπουμ. Μερικές φορές τα κομμάτια αλλάζουν προσωπικότητα, ιδιαίτερα όταν έρχονται οι στίχοι. Μπορεί να είναι ένα φανταστικό ταξίδι. Πάρτε για παράδειγμα το "The Rifleman's Wedding". Ξεκίνησε ως ένα απλό κομμάτι και μετά ήρθαν οι στίχοι και ο "Rifleman" παντρευόταν, οπότε έπρεπε να το κάνω περισσότερο σαν γιορτή γάμου στο τέλος. Έτσι πρόσθεσα ένα coda με μια ανατολικοευρωπαϊκή γιορτή στο μυαλό. Και στο τέλος έβαλα την Catherine να δοκιμάσει βιολί για να το κάνει ακόμα πιο παραδοσιακό και το έκανε υπέροχο.

- Τι αποκομίσατε από την περιοδεία με τους The Cure; Πρέπει να ήταν μια μοναδική εμπειρία!

JJ: Η περιοδεία με τον Robert, τον Lol και τον Simon ήταν ένα πρώιμο μάθημα ζωής για εμάς. Μην ξεχνάτε ότι ήμασταν απίστευτα νέοι τότε. 16-20 χρονών. Ευτυχώς οι The Cure ήταν προσγειωμένοι άνθρωποι χωρίς τα συνηθισμένα χαρακτηριστικά των rock stars. Ήταν έξυπνοι, γρήγοροι στο πνεύμα, αλλά ήξεραν και να περνούν καλά και ήταν πολύ, πολύ αστείοι. Ο Robert, ειδικά, πάντα μας ενθάρρυνε να είμαστε όσο πιο ανεξάρτητοι γίνεται. Νομίζω ότι έβλεπε πως δεν θα γινόμασταν ποτέ pop stars λόγω της μουσικής που κάναμε και πιστεύω ότι μας σεβόταν γι’ αυτό και ίσως έβλεπε σε εμάς μια πλευρά του εαυτού του. Φυσικά είναι ιδιοφυΐα και μπορεί να γράφει και pop τραγούδια, κάτι που δυστυχώς δεν είναι μια ικανότητα που θα αποκτήσουμε ποτέ.

- Θα σας δούμε σύντομα ξανά ζωντανά στο Death Disco Indoor Festival 2026, που φέρνει κοντά παλιές και νέες δυνάμεις του post-punk, σχεδόν με έναν τελετουργικό χαρακτήρα για το σκοτεινό κοινό. Πώς είναι να μοιράζεστε τη σκηνή με καλλιτέχνες από διαφορετικές σκηνές και χώρες, από τους Escape With Romeo μέχρι τη Riki, τους Selofan και άλλους;

JJ: Όταν ξεκινήσαμε, γνωρίζαμε πολύ λίγα άλλα συγκροτήματα. Εν μέρει επειδή δεν ζούσαμε σε πόλη και αυτό μας έκανε κάπως εσωστρεφείς. Φυσικά - από τύχη - γνωρίζαμε τους The Cure και σε κάποιο βαθμό γνωρίσαμε και άλλα συγκροτήματα μέσω αυτών. Νομίζω ότι αργότερα δυσκολευτήκαμε να κάνουμε φίλους με άλλα συγκροτήματα. Ίσως να μην είμαστε πολύ συμπαθείς ως άνθρωποι; Δεν ξέρω. Μερικές φορές με προβληματίζει που δεν είχαμε περισσότερους φίλους. Έτσι όταν με ρωτούν αν έχω κάποια συμβουλή για νεότερα συγκροτήματα λέω «να κάνετε φίλους με άλλους μουσικούς». Γιατί μερικές φορές μπορεί να γίνουν φίλοι για μια ζωή.


INFO: Death Disco Indoor Festival 2026

Παρασκευή 03 Απριλίου 2026

Selofan | Riki | Days of Sorrow | Ghost Cop

Σάββατο 04 Απριλίου 2026
And Also The Trees | Escape With Romeo | Desinteresse | Convex Model


Εισιτήρια Διημέρου 50€ Μονοήμερα εισιτήρια 30€ / 35€

Gazarte Ground Stage
Βουτάδων 34, Αθήνα – Τηλ: +30 210 3460347
(Λίγα βήματα από το Μετρό Κεραμεικός)

 

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured