Τάνια Σκραπαλιώρη

Εδώ και πάνω από μια δεκαετία υπάρχει στον ψηφιακό μουσικό κόσμο εκεί έξω μια καταχώριση τζαζ μπάντας με όνομα βγαλμένο από τον εθνικό δρυμό της Πίνδου αλλά με ένα μη ελληνικό πρόθεμα να προσδιορίζει την προέλευση. Valia Calda (UK). Τα πράγματα μερικές φορές δεν είναι όπως φαίνονται αλλά ταυτόχρονα φαίνονται και όπως είναι – κοινώς μπορεί εμπλέκονται πολλές πατρίδες σε μία παρτίδα. Η περίπτωση των Valia Calda είναι μία από αυτές.

Το πενταμελές τζαζ σχήμα των Valia Calda ιδρύθηκε το 2013 από τους αδελφούς Ζιάρκα, τον Νίκο στην κιθάρα (Theon Cross, Chelsea Carmichael, Moses Boyd) και τον κοντραμπασίστα Θοδωρή (Yazz Ahmed, Savina Yannatou, Electric Litany).  Συνοδοιπόροι τους τρεις καινοτόμοι μουσικοί που έχουν ζήσει για τα καλά και από μέσα το «κύμα της αλλαγής» της νέας βρετανικής τζαζ σκηνής που διανύει μια κάτι παραπάνω από ανθηρή δεκαετία: ο James Allsopp στο σαξόφωνο (Dr. John, Nostalgia77, Polar Bear), ο Sam Warner στην τρομπέτα (Riot Jazz, Ariwo) και ο ντράμερ Gaspar Sena (Alfa Mist, Maria Chiara Argirò).

Από το πρώτο τους Valia Calda EP το 2014 μέχρι το Methexis το 2018 τα αδέλφια Ζιάρκα μαζί με το εκλεκτό υπόλοιπο σχήμα του κουιντέτου διαμόρφωσαν μια πρόταση «παραδόσεων», μια πρόταση που χωρούσε το «ελληνικό ενδιαφέρον» κάποιων μουσικών φράσεων ή εικόνων αναφοράς, τις τζαζ τομές του Λονδίνου της τελευταίας δεκαετίας, το legacy του ροκ ψυχεδελικού ονείρου, τον παραδοσιακό jazz αυτοσχεδιασμό και την κιθάρα που μπαινοβγαίνει in between.

Αυτή η μουσική πρόταση των Valia Calda, μια πρόταση δια της αναζήτησης, μια πρόταση διαλόγου με τα δημοτικά τραγούδια της ελληνικής διασποράς, την παραδοσιακή μουσική της Ηπείρου αλλά και την ψυχεδελική τζαζ, την punk αισθητική και τους ελεύθερους αυτοσχεδιασμού έγινε πολύ πιο ξεκάθαρη και συγκεκριμένη στο πρόσφατο album τους Homeland που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2023 – ένα album που έρχονται να συστήσουν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής περιοδείας τους και στο ελληνικό κοινό έναν περίπου χρόνο μετά την κυκλοφορία τους σε μια συναυλιακή επιστροφή στην Ελλάδα με σταθμούς σε Αθήνα (ΠΛΥΦΑ, Τρίτη 16 Απριλίου μαζί με τους “Mob”, Γιάννενα (Studio 203, Τετάρτη 17 Απριλίου) και Θεσσαλονίκη (KRAU, Παρασκευή 19 Απριλίου). 

Γεννημένοι στη Ρόδο με καταγωγή από την Κάρπαθο και τα Γιάννενα –«αλμύροβλαχοι» όπως μας λένε γελώντας- και έχοντας περάσει την παιδική τους ηλικία στην «καλή εποχή» για τη μουσική εκπαίδευση της ελληνικής περιφέρειας τα αδέλφια Ζιάρκα έβλεπαν από πολύ μικρή ηλικία τη μουσική ως τη φυσική πορεία των πραγμάτων της ζωής τους. Και αυτό πήγε περίπου κάπως έτσι.

 

Από την Ήπειρο στο Λονδίνο – πάντα μαζί

Η ιστορία της οικογένειας Ζιάρκα είναι πλούσια σε ταξίδια, τόπους και μνήμες και αυτό δεν μπορούσε παρά να παίξει σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση και της καλλιτεχνικής ταυτότητας του πυρήνα των Valia Calda. «Η μητέρα μας είναι από την Κάρπαθο αλλά μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη – είναι μάλλον περισσότερο Νεοϋορκέζα παρά Καρπαθιά. Ο πατέρας μας είναι από τα Γιάννενα αλλά έζησε πολλά χρόνια στο εξωτερικό ως μετανάστης – ως παιδί στη  Αυστραλία όπου είχε πάει ως εργάτης ο παππούς μας όπως πολλοί Ηπειρώτες εκείνα τα χρόνια. Εμείς γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στη Ρόδο -όπου επέστρεψε η οικογένεια της μητέρας μας και γνώρισε τον πατέρα μας που ήταν φαντάρος εκεί. Τα καλοκαίρια μας τα περνούσαμε στην Κάρπαθο. Εκεί στα πανηγύρια της Καρπάθου ήρθε και η πρώτη μουσική επιρροή και τα πρώτα όργανα που παίξαμε - λύρα και λαούτο.

Θυμόμαστε να καθόμαστε από μικροί εκεί που έπαιζαν στα πανηγύρια, να είμαστε συνέχεια εκεί γύρω. Διατηρούσε και διατηρεί ακόμα το χωριό μας, το Όθος, πολύ ζωντανή αυτή τη μουσική παράδοση, στα καφενεία κάθονται και παίζουν κάθε μέρα μουσική, στις γιορτές το γλέντι με τη μουσική κρατάει όλη τη μέρα. Κάπως έτσι λοιπόν κι εμείς καθόμασταν πάντα κοντά στα όργανα και κοιτούσαμε πώς παίζουν οι μουσικοί, θέλαμε κι εμείς να μάθουμε. Και στη Ρόδο βέβαια τότε μάθαιναν αρκετοί λύρα, ήταν δημοφιλής ήχος, και στη Ρόδο ήταν ζωντανή αυτή η παράδοση και προσπαθεί να διατηρηθεί ακόμα μέσα από την ισοπέδωση του τουρισμού. Όταν ήρθαν τα πρώτα μας όργανα τα ανοίξαμε αμέσως ο ένας δίπλα στον άλλον και παίξαμε κατευθείαν. Είχαμε δει περίπου από τα πανηγύρια στην Κάρπαθο πώς τα κρατάνε, πήγαμε πάνω και αρχίσαμε αμέσως. Πιστεύω αν μπορούσαμε να μας δούμε τώρα από μια γωνιά πώς παίζαμε τότε θα γελούσαμε πολύ. Από τότε είμαστε μαζί, παίζουμε μαζί συνέχεια.

Μετά ήρθε το μουσικό σχολείο Ρόδου πολύ σημαντικό για εμάς, μας έδωσε πάρα πολλά, ταξιδεύαμε συχνά και στην Αθήνα για συναυλίες, συναντήσεις με άλλα μουσικά σχολεία. Σε ένα τέτοιο ταξίδι, στη Μυτιλήνη, παίζοντας με ένα σύνολο ενός σπουδαίου κιθαρίστα από τη Βουλγαρία που έπαιζε και δίδασκε τότε στη Ρόδο, το νιώσαμε ότι αυτό ήταν αυτό θα κάναμε στη ζωή μας».

«Στο Λονδίνο πήγα πρώτος εγώ το 2009 για τζαζ σπουδές κι εκεί άρχισα να παίζω κοντραμπάσο», λέει ο Θοδωρής. «Όταν τελείωσα τη σχολή ασχολήθηκα και με άλλα πράγματα, σπούδασα σύνθεση στην Ολλανδία, αλλά πάντα ασχολούμουν με τη μουσική, δεν έχω κάνει κάτι άλλο έκτοτε. Οι Valia Calda προέκυψαν στον τελευταίο χρόνο των σπουδών μου, είμαστε μαζί από το 2013 και το πρώτο EP βγήκε το 2014».

«Εγώ είχα πάει να δω τον Θοδωρή λίγο πριν μπω στο πανεπιστήμιο και το 2011 ακολούθησα κι εγώ για τις δικές μου σπουδές» λέει ο Νίκος. «Το είχα αποφασίσει από την πρώτη στιγμή που βρέθηκα εκεί ότι αυτό ήταν».

Valia Calda Ziarkas Brothers

Η μουσική ως φυσική επιλογή, η μουσική ως φαντασία

Πράγματι για τον Θοδωρή και τον Νίκο Ζιάρκα η μουσική φαίνεται ότι είναι μια οργανική, φυσική επιλογή, ο μόνος δρόμος που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν όχι από κάποια εμμονική στοχοθεσία αλλά γιατί ακριβώς, πολύ απλά «αυτό ήταν».

«Είναι πολύ σημαντικός και ο τρόπος που αντιμετώπισαν οι γονείς μας το πώς ασχοληθήκαμε με τη μουσική από μικρή ηλικία» λέει ο Νίκος. «Η μουσική δεν αντιμετωπίστηκε ως «μια ακόμη δραστηριότητα» όπως πηγαίνει ένα παιδί να κάνει κάποιο άθλημα ή κάτι τέτοιο, οι γονείς μας δεν την είδαν ποτέ ως μάθημα τη μουσική, δεν μας υποχρέωσαν να διαβάσουμε – άλλωστε αυτό δεν δούλεψε ποτέ σε τίποτα με εμάς. Κι εμείς από πολύ μικροί αποφασίσαμε ότι αυτό ήταν, αυτό θα κάναμε, that’s our thing. Όχι για να γεμίσουμε χρόνο αλλά για να παίξουμε. Κι είμαστε και πολύ τυχεροί γιατί ξεκινήσαμε με την παραδοσιακή μουσική και μάθαμε να διαβάζουμε μουσική αλλά δεν κολλήσαμε εκεί, με την αυστηρή έννοια των θεωρητικών σπουδών. Είχαμε πάει στον Γιώργο τον Παραγιό, έναν εξαιρετικό λυράρη, και στον ενάμιση χρόνο περάσαμε ήδη στο «κασετοφωνάκι». Μας έπαιζε τον σκοπό και εμείς απλά τον ξεσηκώναμε, παίρναμε την ηχογράφηση σπίτι, το ακούγαμε και το μαθαίναμε. Ούτε να το παίξουμε αργά αργά, ως άσκηση, ούτε τίποτα. Οπότε από πολύ μικρή ηλικία μάθαμε αυτό που αργότερα στο πανεπιστήμιο θα κάναμε ως jazz transcription. Είναι θέμα προσέγγισης και κατεύθυνσης που θέλει να δώσει ο καθηγητής. Για εμένα η πολύ αυστηρή προσέγγιση των θεωρητικών και της ορθογραφίας δεν μπορεί να δουλέψει ιδίως σε ένα πολύ μικρό παιδί. Ξεχνάμε μερικές φορές ότι η μουσική είναι και θέμα φαντασίας. Ναι αυτές είναι οι νότες, έτσι κουρδίζεται το όργανο αλλά από εκεί και πέρα όλοι την ίδια νότα θα παίξουμε. Τι είναι αυτό που θα την κάνει να ακουστεί διαφορετική από τον έναν στον άλλον; Αυτό το διαφορετικό είναι και θέμα φαντασίας να το φτάσουμε, έχει να κάνει με το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας τη μουσική, που με τη σειρά του είναι μοναδικό στον καθένα μας. Οπότε κατά τη άποψή μου όταν ένα παιδί μαθαίνει μουσική χρειάζεται τον δικό του χώρο και χρόνο για να βρει αυτή τη μοναδική έκφραση – χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η τυπική μουσική εκπαίδευση δεν έχει αξία».

«Έχει μεγάλη αξία η ηχογράφηση ως πηγή από την οποία θα διδαχθείς μουσική, είναι μια ακόμη επιστροφή στις προφορικές παραδόσεις που πάντα μένουν» λέει και ο Θοδωρής. «Εμείς μεγαλώσαμε σε καλές εποχές για τη μουσική εκπαίδευση στην περιφέρεια και στην επαρχία, με τα μουσικά σχολεία σε καλές ημέρες, φτηνά, προσιτά ωδεία, οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές. Παρόλα αυτά πάντα υπήρχε αυτό: από εδώ οι «πρακτικοί», από εδώ οι «σωστοί» της ευρωπαϊκής μουσικής - που πάντα μας δίχαζε μουσικά και μας διχάζει ακόμα. Και φτάνω μετά στην Αγγλία και μπαίνει ένας καθηγητής σε ένα μάθημα τζαζ αρμονίας και ξεκινάει να μας μιλάει για τον ήχο. Για τον ήχο ως ήχο, όχι με τα ονόματα των διάφορων κλιμάκων αλλά για το πώς θα πάμε από αυτόν τον ήχο στον άλλο ήχο. Και ξαφνικά αρχίζει να καταρρέει όλη αυτή η γραφειοκρατία της μουσικής εκπαίδευσης. Δεν μιλούσαμε ποια για οπλισμούς, διέσεις και υφέσεις αλλά για γέφυρες από το ένα σημείο στο άλλο. Δεν μιλούσαμε τόσο για μαθηματικά όσο για φιλοσοφία. Αυτό για εμένα είναι ο ήχος, να φαντάζεσαι που πάει. Και με αυτό ασχολούμαστε και στους Valia Calda, με τη διαχείριση του ήχου και το που πηγαίνει».

Valia Calda photo

 Από το σύννεφο της ψυχεδέλειας στην απλότητα της μελωδίας

Από που ξεκινάει και που πηγαίνει όμως ο ήχος των Valia Calda; Ποια θα ήταν τα σημεία Α και Β αν τα αδέλφια Ζιάρκα έπρεπε να ορίσουν το μονοπάτι του ήχου τους

«Ξεκινάμε από τις ανοιχτές, ψυχεδελικές ατμόσφαιρες και πηγαίνουμε προς τις απλές μελωδίες που θέλουμε να γράφουμε, μελωδίες που μπορούν να θυμίζουν ένα νανούρισμα» λέει ο Θοδωρής. «Το σημείο εκκίνησης είναι αυτό το μεγάλο ψυχεδελικό σύννεφο από το οποίο πέφτουμε προς ένα μελωδικό σημείο σύγκλισης».

«Ή και αντίστροφα», συμπληρώνει ο Νίκος. «Θα έλεγα ότι πολλές από τις συνθέσεις μας έχουν κάτι αρκετά ωμό», λέει ο Νίκος, «έχουν αρκετή ρίζα μέσα τους – όχι απαραίτητα με την έννοια της παραδοσιακής μουσικής αλλά με αυτήν της γείωσης. Υπάρχουν μελωδίες απλές που μπορείς εύκολα να επαναλάβεις, να τις τραγουδήσεις. Υπάρχει συχνά ένα riff που θα γράψω στην κιθάρα ή ένα ρυθμικό pattern κι από εκεί χτίζονται τα κομμάτια ανεβαίνοντας προς ένα νεφελώδες κράμα ήχου. Γίνεται κάτι πολύ μεγαλύτερο που σκοπό δεν έχει να πούμε ότι παίζουμε ένα συγκεκριμένο αυτό, αλλά ότι όλοι αντιλαμβανόμαστε τον ίδιο ηχητικό χώρο. Και αφού συμφωνήσουμε οι πέντε μας που πάμε, προσπαθούμε να πάμε εκεί ο καθένας με τον τρόπο του».

Πράγματι το περίφημο στοιχείο της «παράδοσης» ως βασικής αναφοράς και επιρροής που αναφέρεται συχνά στα δελτία τύπου και στις «συστάσεις» του γκρουπ δεν είναι κάτι τόσο ευδιάκριτο ή ακόμα και εκβιαστικό όσο έχουμε συνηθίσει να συναντάμε σε σχετικά καλλιτεχνικά, υβριδικά παντρέματα. Εδώ η αναφορά είναι ρευστή σαν νερό που κυλάει και συναντάς κάπου στον δρόμο χωρίς να γνωρίζεις την πηγή του, είναι αδιόρατη και αέρινη.

«Ναι δεν είναι καθόλου συγκεκριμενοποιημένη η επιρροή της παράδοσης» λέει ο Νίκος «καμιά φορά το πάμε και ανάποδα. Αν κάτι ακούγεται πολύ προφανές σκεφτόμαστε μήπως πρέπει να το κάνουμε διαφορετικά. Αλλά πάντα όλα έχουν να κάνουν με μια διαδικασία σύνθεσης όπου προσπαθούμε να γράφουμε όντας πραγματικά οι εαυτοί μας. Δεν θέλουμε να καθορίζει το πώς γράφουμε το ότι έχουμε σπουδάσει τζαζ ή ότι μας εμπνέει και η ελληνική παραδοσιακή μουσική. Προσπαθούμε να μην το κάνουμε αυτό. Ο Θοδωρής θα γράψει μια μελωδία, ο Θοδωρής είναι αυτός που είναι. Δεν χρειάζεται να γράψει τη μελωδία για να ακούγεται κάπως, η μελωδία θα προκύψει γιατί είναι αυτή που είναι, γιατί αυτό είναι το κράμα του Θοδωρή. Και από εκεί και πέρα υπάρχουν τεχνικές για να παραπέμψουμε στις αναφορές, χωρίς να χρειάζεται παραδείγματος χάριν να παίξουμε ακριβώς τις ηπειρώτικες κλίμακες».

«Θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν δουλεύουμε με φωτογραφίες αλλά με προθέσεις (gestures)», λέει ο Θοδωρής. «Δίνουμε την πρόθεση ότι θέλουμε να πάμε από εδώ εκεί κάτι που συνδέεται και με το πώς λειτούργησε το  avant garde των δεκαετιών του ’60 και του ’70 στη Νέα Υόρκη. Οι σχολές του Μπάρτοκ, του Σκαλκώτα, σπουδαίες σχολές, είχαν να κάνουν περισσότερο με τον χαρακτήρα της φωτογραφίας. Εμείς δεν το κάνουμε αυτό. Δεν θα πούμε σε ένα κλαρινετίστα να παίξει ηπειρώτικο κλαρίνο, δεν έχουμε και κάποιον που να το κάνει αυτό. Θα του πούμε την  πρόθεσή μας και θα αφήσουμε τα πράγματα μόνα τους να συμβούν. Και αυτό είναι και η επιτυχίας μας, ότι φέραμε κόσμο μέσα στη δικιά μας συνθήκη και τη μπάντα που με τη σειρά του έφερε άλλα πράγματα από αυτά που γνωρίζαμε εμείς».

Ήταν δύο Έλληνες και τρεις Βρετανοί και έφτιαξαν τους Valia Calda

O Θοδωρής και ο Νίκος έχουν φέρει στους Valia Calda τον ντράμερ Gaspar Sena, τον τρομπετίστα Sam Warner και τον σαξοφωνίστα James Allsopp που έχει περάσει από κάποια από τα πιο εμβληματικά υβριδικά τζαζ σχήματα των ‘00s όπως οι Nostalgia 77 και οι Polar Bear, όλοι συνοδοιπόροι στις σπουδές και στη δραστήρια τζαζ σκηνή του Λονδίνου των τελευταίων δύο δεκαετιών.

«Τα τελευταία δέκα χρόνια καταγράφεται μια μεγάλη κίνηση με τη τζαζ σκηνή του Λονδίνου. Κι εμείς ήμασταν εκεί όταν συνέβαινε. Θυμάμαι ότι είχαμε παίξει με τους Valia Calda σε ένα διήμερο αυτοδιαχειριζόμενο φεστιβάλ σε μια κατάληψη που λεγόταν “Dig”. Οι μπάντες που ήταν ό, τι πιο δυναμικό υπάρχει σήμερα στη σκηνή αυτή: από τον Yseff Dayes και τον Theon Cross μέχρι τον Moses Boyd κι από τους Kokoroko μέχρι τους Ezra Collective. Και η λίστα συνεχίζεται και συνεχίζεται. Είμαστε η ίδια γενιά, με τις ίδιες σπουδές, από τα ίδια πανεπιστήμια με όλους αυτούς και τότε ήμασταν αυτοί που δεν μας έβαζαν ποτέ στα jazz clubs. Για την τότε jazz σκηνή του Λονδίνου εμείς δεν υπήρχαμε, ήμασταν οι «διαφορετικοί». Πολλοί από αυτούς τους καλλιτέχνες μάλιστα ήταν και στο περιθώριο των πανεπιστημίων, δεν είχαν κύρος εκεί - αλλά είχαν μεγάλη πίστη σε αυτό που ήθελαν να κάνου.  Και φυσικά πρέπει να το πούμε ότι  η πρώτη μπάντα που βγήκε και ταρακούνησε τα πάντα ανοίγοντας δρόμο για εμάς ήταν οι Sons of Kemet του Shabaka Hutchings – ήταν οι πρώτοι που πέτυχαν αυτήν την παγκόσμια απήχηση για να ακολουθήσουν και οι άλλοι.

Αυτό που συνέβη τότε ήταν ότι σπάσαμε ένα κατεστημένο. Για χρόνια η τζαζ σκηνή στην Ευρώπη και στο Λονδίνο ήταν προσανατολισμένη στο να αντιγράφει αυτό που ερχόταν από την Αμερική. Λογικό, φοβερή μουσιική, αφροαμερικανική παράδοση, σπουδαίες αναφορές. Αλλά κάποια στιγμή όλα αυτά τα παιδιά στο Λονδίνο ξεκίνησαν να πηγαίνουν πίσω στη δική τους ρίζα. Από που είμαστε; Από την Καραϊβική, από τη Τζαμάικα. Ας παντρέψουμε τζαζ με reggae, με dub, πάμε να το κάνουμε. Και κάπως έτσι άρχισε να αλλάζει και το κοινό. Από εκεί που είχαμε ένα «αποστειρωμένο» τζαζ κοινό, με τα καλά του και με τα κακά του, κυρίως καθιστό και ήσυχο είχαμε μια κοινότητα, ένα community, όρθιο, νεανικό, ζωντανό να υποδέχεται αυτό το καινούριο fusion. Και να μην ξεχνάμε ότι έχουμε να κάνουμε με μουσικές που έχουν έντονο μέσα τους το στοιχείο του ρυθμού, του χορού – πάλι βέβαια με αναγωγή στην αφρομερικανική παράδοση. Γι’ αυτό ο νέος αυτός ήχος μπορεί να ξεσηκώσει πιο εύκολα, για αυτό παίζουν αυτά τα σχήματα και οι μπάντες στα μεγαλύτερα φεστιβάλ αυτή τη στιγμή. 

Και ήταν και από τα πράγματα που μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση όταν εκείνα τα χρόνια, γύρω στο 2014 - 2015 ερχόμουν στην Ελλάδα και πήγαινα σε jazz live, μου έκανε εντύπωση ότι εδώ υπήρχε η "ανάποδη" επιθυμία. Εβλεπα ότι η σκηνή "συνέβαινε" στα μπαράκια. πολύς κόσμος πηγαινε σε αυτά τα live, σε μπαρ, όρθιος, με το ποτό του, υπήρχε ζωντάνια και αυτό που θέλαμε εμείς να φτιάξουμε τότε στο Λονδίνο αλλά οι μουσικοί από την εδώ σκηνή ζητούσαν περισσότερο την ησυχία και το παραδοσιακό jazz club, ήθελαν να μετακινηθούν προς τα εκεί. Και τους έλεγα τότε «Παιδιά έχετε κάτι πολύ δυνατό εδώ, παίζετε με κοινό κάτω των τριάντα, με τόση ζωντάνια, εμείς στο Λονδίνο αυτό θέλουμε, είναι πολύ σημαντικό». Και νομίζω ότι αυτό είναι ένα στοιχείο αντιπροσωπευτικό του misconception που περιβάλει την ταυτότητα της jazz».  

«Ναι ισχύει αυτό, θυμάμαι όταν είχαμε παίξει με τους Valia Calda το 2015 στην Αθήνα, οι άλλοι τρεις είχαν πάθει πλάκα με τη ζωντάνια της σκηνής», θυμάται ο Θοδωρής. «Αυτό νομίζω ότι είναι το δυνατό σημείο της δικιάς μας κουλτούρας, η παρέα και η σύνδεση και η ταχύτητα που επιτυγχάνονται αυτά. Κάτι σαν πανηγύρι».

Valia Calda group

Ξαναγυρνώντας όμως στα των Valia Calda και δεδομένου ότι τρεις στους πέντε είναι γεννήματα – θρέμματα αυτής της δραστήριας και ανατρεπτικής τζαζ σκηνής του Λονδίνου και δεν έχουν πατήσει πόδι στα βουνά της Ηπείρου, στην Πίνδο και στο Κουτσελιό πώς  ακριβώς όμως λειτουργεί αυτή η μετάδοση της Valia Calda πρόθεσης, για την οποία μιλούσε πριν ο Θοδωρής,  στην αριθμητική πλειοψηφία του Valia Calda σχήματος που δεν έχει καμία εικόνα από την ελληνική παράδοση που τρέχει ως υπόγειο ρυάκι κάτω από τις συνθέσεις τους;

«Επειδή μιλάμε για ελληνική παράδοση αλλά και για τζαζ πρέπει να σκεφτούμε ότι η τζαζ έχει να κάνει με την αφροαμερικανική παράδοση, με τις ρίζες της μετακίνησης των μαύρων σκάλων και όλη την κουλτούρα που κουβαλάει αυτή η ιστορία» συνεχίζει ο Νίκος.  «Οπότε το πώς φτιάχτηκε αυτή η παράδοση από την ιστορία αυτών των ανθρώπων σε σχέση με τη δική μας παράδοση δεν έχει και τόσο μεγάλη διαφορά. Έχει να κάνει με το πώς δημιουργήθηκαν αυτές οι παραδόσεις και το τι δύναμη κουβαλάνε. Μιλάμε και στις δύο περιπτώσεις για λαϊκή τέχνη. Αν βρίσκονταν, για παράδειγμα, ο Πετρολούκας Χαλκιάς με τον John Coltrane δεν νομίζω να είχαν μεγάλη δυσκολία στο να συνεννοηθούν για το τι θα παίξουν. Βρίσκω πολλές ομοιότητες στη θέση από την οποία ξεκινάνε. Έχει να κάνει και με αυτό που λέμε ότι η μουσική είναι «παγκόσμια γλώσσα» οπότε αν είσαι αληθινός με τους συμπαίκτες σου θα βρεθεί ο τρόπος να συνεννοηθείτε».

«Συνηθίζουμε να ακούμε ότι οι υπόλοιποι μουσικοί των Valia Calda δεν έχουν σχέση με την ελληνική παράδοση. Ε υπό αυτήν την έννοια ούτε εμείς έχουμε», λέει ο Θοδωρής. «Πρέπει να πάρουμε όλοι την απόστασή μας για να δημιουργήσουμε κάτι καινούριο αν θέλουμε να δημιουργήσουμε κάτι καινούριο. Οι Valia Calda κάνουν κάτι δικό τους, δεν παίζουν παραδοσιακή μουσική και γι΄ αυτό δεν έχει σημασία αν ο τρομπετίστας ή ο σαξοφωνίστας δεν ξέρουν τι σημαίνει ο καημός της ξενιτιάς. Πάμε να κάνουμε κάτι καινούριο. Και στο τέλος της ημέρας αυτοί είναι που το ανανεώνουν».

Homeland: Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα ( ; )

Το Homeland, η τελευταία δουλειά των Valia Calda που κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάρτιο είναι ίσως το πιο ολοκληρωμένο και αντιπροσωπευτικό δείγμα του ήχου για τον οποίο συζητάμε με την ώρα να περνάει χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Του ήχου που προκύπτει ως συνισταμένη των ξεχωριστών δυνάμεων των πέντε μελών του σχήματος, αλλά και του ήχου που ξεκινάει από τα βουνά της Ηπείρου, κατεβαίνει στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας, διατρέχοντας την ιδρωμένη ροκ νεολαία τους  και με αποσκευές γεμάτες κασέτες και δίσκους, βιβλία κι ελληνική ποίηση αλλά και ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι προσγειώνεται στο Λονδίνο, σε ένα νησί που όλα μπορούν να συμβούν μουσικά – και η τζαζ δεν θα μπορούσε να είναι η εξαίρεση. Στην πρώτη σελίδα ο στίχος του Αγγελάκα: «Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα/και με μίσησαν περισσότερο».

«Βάζοντας αυτόν τον στίχο ως προμετωπίδα της κυκλοφορίας του “Homeland” θέλουμε να δηλώσουμε τις απαρχές μας και την πίστη μας σε μια άλλη παράδοση. Στην παράδοση του ψυχεδελικού ροκ, στην παράδοση που διαμόρφωσαν οι Τρύπες, η ποίηση του Αγγελάκα, ο Μπάμπης Παδόπουλος αλλά και ο Νίκολας Άσιμος, ο Νίκος Παπάζογλου. Τα οράματά τους μας εμπνέουν. Έτσι θέλουμε να απευθυνθούμε σε αυτήν την άλλη πατρίδα, στην πατρίδα που πνίγει τον κόσμο της και τις διαφορετικότητές της στη θάλασσα. Τη νιώσαμε αυτήν την επίθεση στη διαφορετικότητα και ως μικρά παιδιά, από την παιδική μας ηλικία. Από το πώς μπορεί να φέρονταν σε μια κοπέλα ή σε έναν gay στον δρόμο αλλά και σε εμάς λόγω πολιτικού προσανατολισμού ή λόγω μιας απαλλαγής από θρησκευτικά. Πας να κάνεις κάτι διαφορετικό από τους άλλους και βλέπεις έναν τοίχο να ορθώνεται μπροστά σου, να πνίγεσαι και μπορεί να μην το καταλαβαίνεις εκείνη τη στιγμή, να θέλεις χρόνια να το επεξεργαστείς, να καταλάβεις τον ρόλο του συστήματος. Κι εκεί ταυτίζεσαι τόσο πολύ με αυτόν τον στίχο, εκεί ταυτιστήκαμε κι εμείς».

«Βλέπεις και το πώς έχουν στο μυαλό τους οι ξένοι την Ελλάδα, τι μας συμφέρει κι εμείς να πλασάρουμε ως Ελλάδα και πατρίδα μας, το φαγητό, το καλοκαίρι, τα νησάκια. Αλλά δεν είναι έτσι», λέει ο Θοδωρής. «Το Homeland για εμάς είναι ένας επαναπροσδιορισμός αυτής της έννοιας της πατρίδας, η ιστορία της μετανάστευσης της οικογένειας μας αλλά και της δικής μας, αλλά σε ένα αφαιρετικό επίπεδο. Για αυτό έχουμε και στο εξώφυλλο μια φωτογραφία της οικογένειας του πατέρα μας, με τον πατέρα μας, τον παππού, τη γιαγιά και τις δύο θείες μας, μια φωτογραφία που είναι ρίζα για εμάς. Τη διαλέξαμε ως εξώφυλλο κοιτάζοντας παλιές οικογενειακές φωτογραφίες κι από εκεί κατά κάποιον τρόπο ξεκίνησαν όλα, όλη η έμπνευση. Και κάπως ο επαναπροσδιορισμός δένει με όσα συμβαίνουν στον κόσμο αυτή τη στιγμή και συνέβαιναν πάντα: ωμός ρατσισμός, εκδίωξη. Κάποιοι τα έζησαν πολύ παλιότερα, άλλοι τα ζούνε τώρα».

 Homeland Artwork

Ποια είναι όμως τα σχέδια των Valia Calda για την παλιά και τη νέα τους πατρίδα; «Έχουμε δισκογραφικά σχέδια που δεν έχουν να κάνουν απλώς με έναν δίσκο, θέλουμε να φέρουμε περισσότερο κόσμο μαζί να γράψουμε στην Αγγλία, στην Ελλάδα. Να εξελιχθούμε πέρα από τα στενά όρια των Valia Calda όπως δουλεύαμε μέχρι σήμερα, να κάνουμε πιο άμεσες ηχογραφήσεις, να γράψουμε πιο αυθόρμητα sessions, να βρεθούμε με μουσικούς που μας αρέσουν και απλώς να γράψουμε. Έχουμε στο μυαλό μας να κάνουμε και κάτι με στίχο, θέλουμε κάποια στιγμή να συνεργαστούμε με τον φίλο μας τον Αλέξανδρο τον Μίαρη από τους Electric Litany, ίσως και κάτι με ένα μεγαλύτερο σύνολο από πίσω. 

Θέλουμε επίσης να χτίσουμε μια κοινότητα γύρω από εμάς, όχι με εμάς στο κέντρο, αλλά μια δικιά μας κοινότητα. Φτιάχνουμε αυτή τη στιγμή το σπίτι του παππού μας στα Γιάννενα που θέλουμε να είναι ένας ελεύθερος, δημιουργικός χώρος για εμάς, ένα παράλληλο σύμπαν όπου θα μπορούμε να πάμε να γράψουμε ως Valia Calda, όπου θα πάμε να μείνουμε παρέα, να μαγειρέψουμε και να γλεντήσουμε αλλά και μια πλατφόρμα που θα μπορούμε να προσφέρουμε στους φίλους μας δημιουργούς για να φτιάξουν κάτι δικό τους, να αναπτυχθούν συνεργασίες, μουσικές συμπράξεις. Όχι όμως σαν μια δισκογραφική εταιρεία αλλά με έναν χαρακτήρα κοινότητας. Και θέλουμε να βγούμε πολύ περισσότερο, να πάμε να παίξουμε και σε άλλα μέρη, να παίξουμε κι άλλη μουσική, όσο περισσότερο μπορούμε. Να βγάλουμε όση πιο πολλή μουσική μπορούμε εκεί έξω, απλώς να βγούμε ακόμα περισσότερο εκεί έξω και να παίξουμε».

 

Valia Calda Mob Trio

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured