View More

Explosions In The Sky: Tι στ’ αλήθεια είναι ο πολιτισμός μας, σ’ έναν πλανήτη που αιωρείται μέσα σε ένα πιθανώς άπειρο και άχρονο σύμπαν;

Ένα από τα γνωστότερα σχήματα της 1ης γενιάς του post-rock, ξεκινούν σήμερα την ευρωπαϊκή τους περιοδεία, η οποία τους φέρνει και στα μέρη μας για 3 συναυλίες: Παρασκευή 14/10 στο Principal της Θεσσαλονίκης και Σάββατο 15 & Κυριακή 16/10 στο Gagarin, όπου θα παίξουν μάλιστα δύο διαφορετικές setlists ανά βραδιά. Εμείς τους προλάβαμε ακόμα στην πατρίδα και κάναμε μαζί τους μία πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση

Βαγγέλης Πούλιος
Βαγγέλης Πούλιος

Το νέο σας άλμπουμ Wilderness μοιάζει κάπως διαφορετικό σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές σας. Ήταν συνειδητή η επιλογή να απομακρυνθείτε από ορισμένα στοιχεία του πιο «κλασικού» σας ήχου ή απλώς ένα δείγμα της εξέλιξής σας ως καλλιτέχνες;

Λίγο και απ’ τα δύο. Ήταν κάτι για το οποίο συζητούσαμε επί μακρόν και κατ’ επανάληψη· καταλήγαμε πάντα ότι το να στοχεύσουμε σε κάτι διαφορετικό ήταν μια πλήρως συνειδητή επιλογή. Όμως, αυτή η επιθυμία για αλλαγή προήλθε αρχικώς από τη φυσική εξέλιξή μας μέσα στη μπάντα, από το γεγονός ότι μεγαλώνουμε μαζί τα τελευταία 17 χρόνια. Διαπιστώναμε επίσης μία αυξανόμενη δημιουργική ανησυχία, δεν θέλαμε απλώς να επαναλάβουμε τους εαυτούς μας.

Από την άλλη, η καινοτομία καθ’ αυτή δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Και μάλλον η συνεχής και μονομανής προσπάθεια κάποιου για να ακουστεί «φρέσκος» μπορεί να οδηγήσει σε αρκετές λάθος στροφές. Εμείς θέλουμε να φτιάχνουμε όμορφα κομμάτια. Εάν ένα τραγούδι δεν μας παρακινεί να επιστρέφουμε σε αυτό και να θέλουμε να το ακούμε ή να το παίζουμε ξανά και ξανά, τότε δεν το κρατάμε. Χρειαζόμαστε επομένως το καλύτερο δυνατό σενάριο: ένα όμορφο τραγούδι, το οποίο επιπλέον θα νιώθουμε πως είναι μοναδικό και ασυνήθιστο για τα δεδομένα μας.

Μετά από τόσα χρόνια, είναι νομίζω ασφαλές να πούμε ότι έχετε αποκτήσει σημαντική εμπειρία σχετικά με το πώς δουλεύετε ως συγκρότημα. Γίνονται τα πράγματα πιο εύκολα για εσάς βάσει αυτής της εμπειρίας; Ή, αντιθέτως, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να βρείτε τρόπους για να προκαλέσετε τους εαυτούς σας με νέες ιδέες;

Σίγουρα υπάρχει μια οικειότητα, η οποία μπορεί να πάρει και τους δύο δρόμους που αναφέρεις. Αισθανόμαστε πάντως ότι μπορούμε να πούμε το οτιδήποτε μεταξύ μας, γνωρίζοντας ότι άλλοι άνθρωποι θα διαισθανθούν τις πιθανότητες που υπάρχουν σε όλο αυτό –κάτι όντως θαυμάσιο.

Τελευταία, πάντως, έχουμε προσπαθήσει να αποφύγουμε τη συνηθισμένη ρουτίνα με το να δοκιμάσουμε μία νέα: το να μοιραζόμαστε μέσω e-mail τις ιδέες που έρχονται στον καθένα μας. Πολλά από τα τραγούδια μας ξεκίνησαν κάπως έτσι, με κάποιον από εμάς να ηχογραφεί ένα ριφ στο σπίτι του και να το στέλνει αμέσως στους άλλους, για να το δουλέψουν κι εκείνοι. Επομένως, αυτή η νέα διαδικασία που εισαγάγαμε, μας έχει οδηγήσει κάπου αλλού. Και νομίζω μπορεί να γίνει αντιληπτό στην υφή, στη δομή και στην κατεύθυνση των νέων μας κομματιών.

Γενικά, όμως, με τον καιρό όντως γίνεται πιο δύσκολο, καθώς έχουμε πλέον πάνω από 100 κομμάτια, από τα οποία θα πρέπει να διαφοροποιηθεί κάποια νέα μας ιδέα. Μας αρέσει ωστόσο η πρόκληση…

Exisk_2.jpg

Σας πήρε 5 χρόνια για να γράψετε το Wilderness, μολονότι δεν μείνατε ακριβώς αδρανείς στο συγκεκριμένο διάστημα, όντας επικεντρωμένοι στη συγγραφή μουσικής για ταινίες. Θα λέγατε ότι η αυτή σας η ενασχόληση έστρωσε, κατά κάποιον τρόπο, τον δρόμο για τις πιο διακριτικές δυναμικές του δίσκου;

Ίσως το κυριότερο στο οποίο μας βοήθησαν τα soundtracks ήταν η μετάβασή μας από ένα μουσικό περιβάλλον αυστηρά οριοθετημένο στο σχήμα κιθάρα/μπάσο/ντραμς προς τις διαδικασίες συγγραφής κομματιών με περισσότερες ενορχηστρωτικές δυνατότητες. Κάτι τέτοιο είχε μία έμμεση αλλά πολύ μεγάλη επίδραση στο πώς τελικά ακούγεται το Wilderness, γιατί μας έδωσε εργαλεία για να εξελίξουμε τη μουσική μας με διαφορετικούς τρόπους, συγκριτικά με τις διαδικασίες στις οποίες είχαμε συνηθίσει. Σκέψου ότι στο soundtrack της ταινίας Manglehorn [του David Gordon Green] δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου κιθάρες!

Χρειαζόμασταν μια τέτοια φρέσκια οπτική στη μουσική μας. Και τα soundtracks μας βοήθησαν να επεξεργαστούμε νέους τρόπους με τους οποίους χρησιμοποιούμε τη συναισθηματική δυναμική των κομματιών μας, σπάζοντας τη φόρμουλα την οποία είχαμε φτιάξει. Δεν θέλαμε να συνεχίσουμε να φτιάχνουμε επανεκτελέσεις του “Your Hand Ιn Mine”, για παράδειγμα. Αρκετός βέβαια κόσμος θα έμενε ευχαριστημένος αν κάναμε κάτι τέτοιο, αλλά δεν θα ήταν κάτι που θα μας γέμιζε ως συγκρότημα. Θέλαμε και θέλουμε να δούμε πού μπορούμε να φτάσουμε καλλιτεχνικά, τι άλλο μπορούν να δημιουργήσουν οι 4 εγκέφαλοι και οι 4 καρδιές μας.

Τα soundtracks στάθηκαν λοιπόν εξαιρετικά ενδιαφέροντα ως προς αυτό, γιατί μας βοήθησαν να διατηρήσουμε τον ενθουσιασμό, να στύψουμε το μυαλό μας και να βρούμε τρόπους να ανταποκριθούμε στο όραμα της κάθε ταινίας. Αυτό το πνεύμα μεταφέρθηκε τελικά και στο νέο μας άλμπουμ.

Γενικώς, πόσο διαφορετικό είναι να δουλεύετε πάνω σ’ ένα νέο άλμπουμ, απ’ ό,τι να φτιάχνετε το μουσικό περιβάλλον μιας δεδομένης (φιλμικής) αφήγησης;

Για κάποιον εξωτερικό παρατηρητή, η διαδικασία πρέπει να φαίνεται αρκετά παρόμοια. Και στις δύο περιπτώσεις ξεκινάμε με το να πιάνουμε το πιάνο ή την κιθάρα και να προσπαθούμε να βρούμε κάτι που να στέκει. Από εκεί και πέρα, όμως, τα πράγματα διαφοροποιούνται. Σ' ένα soundtrack έχεις το σενάριο και τις σημειώσεις του σκηνοθέτη και μετά έχεις τις ίδιες τις σκηνές της ταινίας, τον τόνο και την έμφαση των οποίων θα πρέπει να παρακολουθείς διαρκώς. Δεν είναι απλό να προσπαθείς να ταιριάξεις τη μουσική για κάθε σκηνή ξεχωριστά, ενώ ταυτόχρονα να σκέφτεσαι πώς να τη συνδέεις με το σύνολο, κατά συνεκτικό τρόπο.

Όλα αυτά θα πρέπει να έχουν μια σχετικά αυστηρή κατεύθυνση και συνήθως να βασίζονται σε ένα μόνο κυρίως όργανο ή σε μία μελωδία, η οποία θα γίνει το σημείο εστίασης. Διότι, ΟΚ, βρίσκεις το βασικό θέμα της ταινίας, αλλά μετά θα πρέπει να σκεφτείς τις τόσες παραλλαγές του που θα το συνοδεύουν. Έτσι δουλεύει το πράγμα τις περισσότερες φορές και μπορεί να γίνει κάπως κουραστικό.

Τα άλμπουμ μας, από την άλλη, έχουν να κάνουν περισσότερο με το «δουλεύουμε μαζί ως συγκρότημα». Είναι κάτι πιο οργανικό, πιο ελεύθερο και αμφίσημο. Μερικές φορές ξέρουμε ότι απαντούμε σε κάτι συναισθηματικά συγκεκριμένο, αλλά δεν ξέρουμε ούτε γιατί, ούτε πώς θα το περιγράψουμε. Η ελευθερία και η έλλειψη περιορισμών μπορεί να είναι ευλογία, μπορεί όμως να είναι και λιγάκι τρομαχτική… Απολαμβάνουμε πάντως την καλλιτεχνική πρόκληση που υπεισέρχεται όταν δουλεύουμε πάνω σ’ ένα soundtrack. Αν και νομίζω πως γενικώς προτιμούμε τη διαδικασία ενός άλμπουμ.

Exisk_3.jpg

Σε τι είδους ερημιά αναφέρεται ο τίτλος; Υπάρχει φυσικά ο κυριολεκτικός ορισμός (ένας έρημος, άδειος τόπος), αλλά η ίδια λέξη συμβολίζει επίσης το «έξω» και μπορεί να γίνει αντιληπτή μέσα από μία πληθώρα κοινωνικών, ψυχολογικών ή φιλοσοφικών μεταφορών και υποδηλώσεων…

Ο τίτλος εργασίας που είχαμε δώσει στο δίσκο ήταν Infinite Wilderness («απέραντη ερημιά»). Το όλο θέμα ξεκινάει από τον συνηθισμένο ορισμό ενός πολύ γήινου ερημικού τοπίου, αλλά στη συνέχεια μπορεί να διαχυθεί στο διάστημα, να αναφέρεται σε μέρη όλο και πιο μακρινά, μέσα σε μία μη ερμηνεύσιμη και πεισματικά ανεξερεύνητη ερημιά. Ποιος ξέρει τι πραγματικά γίνεται εκεί πέρα; Η λέξη, λοιπόν, αποδίδει εκτός των άλλων και την επιθυμία μας να φτάσουμε σε μέρη τα οποία δεν έχουμε ακόμα εξερευνήσει· μαζί όμως με τη διάθεση για ανακάλυψη, αποδίδει ταυτόχρονα και τα συναισθήματα του φόβου και του αποπροσανατολισμού που πηγαίνουν μαζί. Το συνδέσαμε τέλος με το αντιστοίχως μη ερμηνεύσιμο και πεισματικά ανεξερεύνητο των διαδικασιών που τρέχουν στην ερημιά του μυαλού μας.

Με το Wilderness θέλαμε να τιμήσουμε αυτή την απεραντοσύνη και να υπενθυμίσουμε τα συναισθήματα του δέους, του φόβου και της ομορφιάς που προκαλεί τούτη η κλίμακα των πραγμάτων. Παραμένει πάντοτε συναρπαστικό θέμα το τι στ’ αλήθεια είναι ο πολιτισμός μας, σ’ έναν πλανήτη που αιωρείται μέσα σε ένα πιθανώς άπειρο και άχρονο σύμπαν.

Και, ναι, όπως είπες κι εσύ, αυτό το συναίσθημα αντανακλάται πάντοτε και στην ψυχολογία μας. Εκεί ακριβώς θέλαμε να φτάσουμε με τη μουσική μας.

Το σύμπαν, οι άνθρωποι, οι τόποι, οι καταστάσεις… Τι απ’ όλα ενεργοποιεί πιο άμεσα τη φαντασία σας;

Αυτό είναι κάτι αδύνατο να εντοπιστεί. Όλα μάλλον ξεκινούν από άλλες μουσικές. Συχνά αναρωτιόμαστε με τα παιδιά: γιατί θέλουμε να δημιουργήσουμε μουσική; Απαντούμε πως μάλλον είναι εξαιτίας της μουσικής με την οποία μεγαλώσαμε και εξαιτίας της τεράστιας επίδρασης που άσκησε πάνω μας συναισθηματικά, σε σημείο ώστε να αποτελέσει τον καταλύτη για να επεξεργαστούμε τον κόσμο και τη θέση μας μέσα σ’ αυτόν.

Από εκεί η έμπνευση επεκτάθηκε στα βιβλία, στις ταινίες και στις εικαστικές τέχνες, με τον καθένα μας να προσπαθεί να βρει τον δικό του, πολύ προσωπικό και ιδιοσυγκρασιακό τρόπο για να εκφραστεί καλλιτεχνικά. Και όταν αρχίσεις να καταλαβαίνεις έστω και λίγο, τότε αρχίζεις να προσπαθείς να εκφράσεις πράγματα όπως το καρδιοχτύπι, η αγάπη, η σύγχυση, η αρμονία και οτιδήποτε άλλο προκαλείται από τους ανθρώπους και τις καταστάσεις στη ζωή σου.

Exisk_4.jpg

Από την αρχή της πορείας σας, σας έχουν χαρακτηρίσει μ’ έναν όρο που κατά πώς φαίνεται δεν αρέσει σε κανέναν: post-rock. Ανεξαρτήτως πόσο χρήσιμη ή όχι είναι η κατηγοριοποίηση γενικώς, πιστεύετε ότι κάτι τέτοιο δημιούργησε στο κοινό σας ορισμένες προσδοκίες; Οι οποίες πιθανώς έχουν επηρεάσει κι εσάς, στο πώς βλέπετε ή γράφετε μουσική ως συγκρότημα;

Καλή ερώτηση! Υπάρχουν όντως τέτοιες προσδοκίες και ίσως να μας έχουν βοηθήσει να βρεθούμε εδώ όπου είμαστε σήμερα. Όχι επειδή θέλαμε να τις ικανοποιήσουμε, αλλά, αντιθέτως, γιατί επιθυμούσαμε να τις διαψεύσουμε. Μας αρέσει η μουσική να διατηρεί το στοιχείο της έκπληξης. Εάν μου πεις ότι άκουσες έναν δίσκο μας και βρήκες εκείνο ακριβώς που περίμενες, προσωπικά θα σκεφτώ ότι κάτι κάναμε λάθος.

Φτιάχνουμε ορχηστρική μουσική, η οποία έχει κάποιους περιορισμούς σε σχέση με την τραγουδιστική μουσική, έχει όμως και περισσότερες ελευθερίες. Ελπίζουμε λοιπόν να κάνουμε χρήση αυτών των ελευθεριών, σπρώχνοντάς τη σε μέρη που μας φαίνονται πρωτόγνωρα. Το γεγονός επομένως ότι κατηγοριοποιούμαστε στο post-rock, έχει αποτελέσει κίνητρο για να προσπαθήσουμε να αποδείξουμε ότι δεν ανήκουμε σε αυτό!

Πίσω στο 2001, γύρω από το 2ο σας άλμπουμ είχε δημιουργηθεί μια παραφιλολογία: το όνομά σας, η φράση «this plane will crash tomorrow» η οποία ήταν γραμμένη στο εσώφυλλο, καθώς και το γεγονός ότι ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 4 Σεπτεμβρίου, συνδέθηκε με τις επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους. Πώς αισθανθήκατε τότε, όταν βρεθήκατε να απολογείστε απέναντι σε τέτοιους παράλογους ισχυρισμούς, ότι δήθεν αποτελείτε «απειλή για τη δημόσια ασφάλεια»;

Προσπαθήσαμε να μην δώσουμε συνέχεια σε τέτοιες παλαβομάρες. Καταλαβαίνουμε ότι ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να φρίκαραν από τέτοια γεγονότα (και ίσως δικαίως) και ότι τέτοιοι φόβοι μπορούν να χρωματίσουν οτιδήποτε κι αν κοιτούσανε τη συγκεκριμένη περίοδο. Επομένως, μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι ότι τέτοιες συσχετίσεις ήταν απλώς ένα μεμονωμένο περιστατικό, που δεν έβγαζε κανένα απολύτως νόημα.

Στα τωρινά, έρχεστε για 1 συναυλία στη Θεσσαλονίκη και για 2 στην Αθήνα, με διαφορετική setlist στην καθεμία. Πώς σκέφτεστε τη διάρθρωσή τους; Φαντάζομαι το Wilderness θα έχει τη μερίδα του λέοντος· θα ακούσουμε ίσως και κάτι από τα soundtracks;

Δεν παίζουμε ποτέ τα soundtracks, καθώς δεν έχουν γραφτεί ή επεξεργαστεί με τρόπο που να το επιτρέπει. Πάντως θα συνδυάσουμε το υλικό από όλη την πορεία μας: κάθε βραδιά θα έχει ένα υγιές και διαφορετικό mix από παλιά κομμάτια και από δείγματα μέσα από το Wilderness.

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ο Βρετανός dj και παραγωγός χορευτικής μουσικής μιλάει για την ηχητική του εξέλιξη λίγο πριν κοσμήσει τα Eden Sunday

Οι Least Concern που έσκασαν από το πουθενά με το “Syria”, την εξαιρετική διασκευή του “Sarajevo” των Magic De Spell,

Ο Αχιλλέας Δημητρακόπουλος, ο οποίος βρίσκεται πίσω από το ψευδώνυμο CheapEdits, κυκλοφόρησε το ντεμπούτο άλμπουμ του

FEATURED TODAY

Στο νέο του Diggin o Ζώης Χαλκιόπουλος αναπολεί τις αγαπημένες του διακοπές στη Δονούσα με τα synths του Jan Hammer.

25 χρόνια κλείνει φέτος το Avopolis και ο Μάκης Μήλατος, συνεργάτης του Avopolis και επί χρόνια σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού μας (Sonik), παρουσιάζει -σε δύο podcast επεισόδια- τις διεθνείς κυκλοφορίες που καθόρισαν την ταυτότητά μας.

Το πολυσυζητημένο Utopia Avenue  του David Mitchell κυκλοφόρησε επιτέλους και σε ελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και ο Θανάσης Μήνας έχει το ρεπορτάζ ενός σαγηνευτικού, μουσικού ταξιδιού στην εποχή του Swinging London. 

Top
0
Shares