Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο λέει ο όχι και τόσο σοφός μας λαός αλλά στην περίπτωση του σαξοφωνίστα Ανδρέα Θερμού κάθε άλλο από μπαλωμένο θα το έλεγες το αποτέλεσμα. Με μεγάλη πορεία στην σκηνή και ένα καθυστερημένο ντεμπούτο που αξίζει της προσοχής σας. Ελληνική jazz που δεν έχει μα ζηλέψει τίποτα από εκείνη του εξωτερικού. Για πάμε να του κάνουμε μερικές ερωτήσεις για να μπούμε στο ζουμί.
- Ας το πάμε από την αρχή. Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε στο σαξόφωνο;
Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό γιατί οι γονείς μου αγαπούσαν την τέχνη. Η μητέρα μου ήταν ηθοποιός στο θέατρο και ο πατέρας μου έπαιζε κιθάρα, όπου αργότερα ασχολήθηκε με μουσικές εκδόσεις. Γενικά έπαιζε πολύ μουσική στο σπίτι και κάποια στιγμή στο δημοτικό με έστειλαν στον Νίκο Σπυρόπουλο (μέλος του συγκροτήματος Σπυριδούλα) που ήταν και ο πρώτος μου δάσκαλος στο πιάνο. Συνέχισα στο Μουσικό Γυμνάσιο της Παλλήνης. Στο μάθημα «ελεύθερη έκφραση» υπήρχε η επιλογή για πνευστά όργανα. Τότε συμπωματικά είχα ακούσει το κομμάτι "Take Five" και λάτρεψα τον ήχο του Paul Desmond στο Άλτο, αλλά δεν ήξερα τι όργανο ήταν. Θυμάμαι είπα στους γονείς μου «θέλω να ξεκινήσω τρομπέτα!», «αυτό δεν είναι τρομπέτα, αλλά σαξόφωνο!» είπε πατέρας μου. «Ααα, οκ… τότε σαξόφωνο θα ξεκινήσω». Και κάπως έτσι άρχισαν όλα...
- Από το μακρινό 1995 και το ξακουστό Berklee τι μεσολάβησε και το ντεμπούτο σου συνέβη φέτος; Πες μας μια ενδιαφέρουσα ιστορία από εκεί. Φαντάζομαι ότι θα γνώρισες από κοντά διάφορους μουσικούς, άξιους αναφοράς!
Η Αμερική και το Berklee ήταν σίγουρα μία μοναδική εμπειρία και ένα μάθημα ζωής από όλες τις απόψεις. Εκεί, είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με κάποιους από τους καλύτερους μουσικούς. Μια ενδιαφέρουσα ιστορία είναι ότι μέσω μιας επιλέξιμης διαδικασίας μας χορηγήθηκε ένα χρηματικό ποσό για να έρθουμε στην Ελλάδα σαν “All star Berklee band”, προκειμένου να προωθήσουμε το πανεπιστήμιο σε μια jazz συναυλία. Έτσι λοιπόν, βρέθηκα στη Λευκάδα, έχοντας δίπλα μου τους Kendrick Scott στα τύμπανα, τον Mark Kelley στο κοντραμπάσο και το ηλεκτρικό μπάσο και τον Milan Milanovic στο πιάνο. Κάτι που έχει μείνει ανεξίτηλο στην μνήμη, είναι το πρώτο πρωινό ξύπνημα στο νησί, όπου μετά από 20 ώρες ταξίδι ακούω τζιτζίκια μαζί με τον ήχο από ένα πιατίνι σε swing feel. Ήταν ο Kendrick, που έκανε πρωινό ζέσταμα στην αυλή του σπιτιού κάτω από την κληματαριά… Στα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι την κυκλοφορία του «Window of Hope», έπαιξα και συνεργάστηκα με διάφορους μουσικούς. Μέχρι τότε δεν είχα νιώσει έτοιμος να μπω σε studio για να γράψω την μουσική μου. Τα τελευταία χρόνια άρχισα να ασχολούμαι πιο εντατικά με την σύνθεση και την ενορχήστρωση και κάποια στιγμή ο Γιώργος Κοντραφούρης, που γούσταρε πολύ το project, με παρότρυνε να μπούμε σε studio να γράψουμε. Έτσι αποφάσισα να κάνω focus στο υλικό μου -το οποίο ήταν σε άνω τελεία- διότι το concept ήταν περισσότερο για solo piano. Ασχολήθηκα λοιπόν με την ενορχήστρωση και την μεταγραφή του σε jazz sextet και έτσι προέκυψε η ηχογράφηση.
- Καθότι συντοπίτες δεν θα αποφύγω την καυτή ερώτηση για το impact της Λευκάδας πάνω στην μουσική σου. Υπάρχει και πως το βιώνεις γενικά;
Θεωρώ ότι η Λευκάδα, σαν δεύτερη πατρίδα μου, καθώς και η επαφή με την φύση και το πιάνο, ήταν η βασική έμπνευση για τις συνθέσεις μου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε και το εικαστικό του δίσκου! Μια αιωνόβια ελιά, θέα από το παράθυρό μου, είναι αυτό που επέλεξα να μπει σαν εξώφυλλο. Η αλήθεια είναι ότι παίζω αρκετά πιάνο και συνήθως απλά αυτοσχεδιάζω. Κάποια στιγμή αποφάσισα να ηχογραφώ τον εαυτό μου παίζοντας και από αυτές τις ηχογραφήσεις προέκυψαν και αρκετές ιδέες για κομμάτια. Κάποιες καλές και κάποιες αδιάφορες. Δεν μπήκα ποτέ μου στην διαδικασία να γράψω κάτι ακολουθώντας συγκεκριμένους κανόνες σύνθεσης. Θυμάμαι η τελευταία φορά που το έκανα αυτό ήταν στο μάθημα advanced harmonic concepts στο Berklee, που μας έβαζαν να γράψουμε έχοντας κατά νου ότι πρέπει να παρουσιάσουμε και να αναλύσουμε συγκεκριμένες τεχνικές σε μια σύνθεση. Ποτέ μου δεν με ενδιέφερε να αναλύσω ή να συμπεριλάβω κάτι που έμαθα σε μια σχολή, απλά για να πω ότι έγραψα μια σύνθεση politically correct. Σαφώς το να μπορείς να το αναλύσεις είναι μια επιθυμητή γνώση, αλλά η ουσία δεν είναι εκεί. Ο δάσκαλός μου στο Berklee, George Garzone, μου έλεγε: «Music is like the seashells in the ocean. You got to go search for them». Κάπως έτσι λοιπόν παίζω και γράφω, αναζητώντας την δική μου αλήθεια.

- Το ensemble που δημιουργήθηκε είναι εκπληκτικό. Θες να μας πεις λίγα λόγια για το πώς προέκυψε;
Με τα παιδιά γνωριζόμαστε από πολύ παλιά και υπάρχει μια βαθιά αλληλοεκτίμηση και φιλία. Έχουμε παίξει μαζί σε διάφορα groups και venues από την εποχή που ήμουν ακόμη στο Berklee. Κάποια στιγμή μου ήρθε η ιδέα να μαζέψω συνθέσεις που μου άρεσαν και να τις ενορχηστρώσω για τρία πνευστά σε ένα σχήμα jazz sextet. Αυτό ήταν το 2018 και έκτοτε βρισκόμαστε για τουλάχιστον μία εμφάνιση σχεδόν κάθε χρόνο. Το συναίσθημα αυτής της σύμπραξης και χημείας μεταξύ μας δεν το έχω ξανανιώσει μέχρι στιγμής με κανένα group. Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι αυτός ο δίσκος δεν θα μπορούσε να βγει χωρίς την εγκάρδια συμμετοχή και υποστήριξη αυτών των σπουδαίων μουσικών καθώς και του Πέτρου Κλαμπάνη, στον οποίο ανήκει η δισκογραφική εταιρία PKmusik, όπου κυκλοφορεί ο δίσκος.
- Ακούγοντας το “Window of Hope” κολλάω με την παραγωγή του αφού ο ήχος είναι φανταστικός όπως και με την μίξη που αναδεικνύει όλα τα όργανα. Ξεκινώντας με το εναρκτήριο “The Cycle” που σε παίρνει από τα μούτρα. Φοβερό crispy κοντραμπάσο, πνευστά να δίνουν το lead μαζί με το modal πιάνο στους ευρωπαϊκούς ρυθμούς των τυμπάνων. Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος που ο δίσκος ξεκινάει δυνατά και καταλήγει πιο ατμοσφαιρικά από την μέση και μετά; Προφανώς και κλείνει με πιο funky διάθεση. Και επειδή σε ξέρω προσωπικά, το περίμενα να σου πω την αλήθεια.
Χαίρομαι που σου αρέσει και με τιμάει ιδιαίτερα η γνώμη σου γιατί πιστεύω ότι έχεις την αισθητική και την εμπειρία να διακρίνεις μια καλή μουσική παραγωγή. Όντως έχει γίνει μια εξαιρετική δουλειά στον ήχο που οφείλεται κατά κύριο λόγο στον γαμάτο ηχολήπτη Νίκο Κόλλια, που έκανε την ηχογράφηση και την μίξη. Ο Νίκος είναι πολύ αγαπητός μουσικός και φίλος και μπόρεσε να αισθανθεί τις δονήσεις αυτού του project, δίνοντας μια ζεστή πινελιά στο ηχητικό αποτέλεσμα. Ο ίδιος μου πρότεινε για το mastering τον επίσης εξαιρετικό τεχνίτη Νίκο Πετρόλια, ο οποίος έδωσε και το ιδανικό boost στον ήχο. Έτσι το τελικό αποτέλεσμα ξεπερνάει τις αρχικές μου προσδοκίες.
- Ποια είναι τα επόμενα σας βήματα; Περιμένουμε κάποιες live εμφανίσεις; Παρουσίαση του δίσκου ενδεχομένως;
Ναι, η παρουσίαση του “Window of Hope” θα γίνει στο Half Note Jazz Club, Πέμπτη 2 Απριλίου. Θα ακολουθήσουν και άλλες εμφανίσεις. Stay tuned.






