View More

Για τον Γιώργο Μπότη το ταξίδι της ποίησης είναι αργό, νυχτερινό, με χαμηλά φώτα

Με αφορμή το νέο του προσωπικό album, Ταξιδεύεις Ακόμα, βασισμένο στην ποίηση του Χρίστου Λάσκαρη, ο μουσικός και παραγωγός Γιώργος Μπότης μιλάει στο Avopolis σε μια πλούσια συνέντευξη για το δικό του δημιουργικό ταξίδι. 

Τάνια Σκραπαλιώρη
Τάνια Σκραπαλιώρη

O Γιώργος Μπότης  είναι ένας ακόμα δημιουργικός Κερκυραίος, περισσότερο γνωστός από τις συνεργασίες τους ως παραγωγός με ονόματα όπως αυτά των Electric Litany, Valia Calda, Farafi, κ.α. Γεννήθηκε στο νησί των Φαιάκων αλλά ο δρόμος του τον έβγαλε στο Λονδίνο, όπου και κατοικεί μόνιμα. Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε στο label της Same Different Music, το άκρως ενδιαφέρον νέο του προσωπικό album, με τίτλο Ταξιδεύεις Ακόμαμε συνθέσεις ως επί το πλείστον πάνω σε απαγγελίες ποίησης του Χρίστου Λάσκαρη, κι εμείς μιλήσαμε μαζί του, μεταξύ άλλων,  για τον ρόλο του παραγωγού, την αλήθεια της ποίησης και το δικό του νυχτερινό ταξίδι με χαμηλά φώτα.

Κατ’ αρχάς  ευχαριστούμε πολύ για την παραχώρηση αυτής της συνέντευξης. Η αλήθεια είναι ότι είσαι περισσότερο γνωστός από τις συνεργασίες σου ως παραγωγός με πολύ σημαντικά ονόματα από όλον τον κόσμο. Πότε και πώς παίρνει την απόφαση κάποιος που δημιουργεί “behind the scenes” να προχωρήσει σε μια προσωπική κυκλοφορία; Είναι το project που έχει σημασία ή η ανάγκη για πιο προσωπική έκφραση;  Εγώ σας ευχαριστώ, για το ενδιαφέρον που δείξατε στη δουλειά μου. Η απόφαση, τουλάχιστον στη δικιά μου περίπτωση, να προχωρήσω σε κάτι πιο προσωπικό, δεν ήταν και τόσο συνειδητή ή προγραμματισμένη. Η ίδια η ζωή και οι συνθήκες με πήγαν προς τα κει. Τα ερεθίσματα από τη ποίηση του Λάσκαρη και η ανάγκη μου να κάθομαι στο πιάνο και στο κομπιούτερ και να παίζω. Στο σπίτι μου και στο στούντιο περιτριγυρίζομαι από μουσικά όργανα και συνήθως όταν κάτι με βαραίνει ή αν υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια, τότε ξεκινάει η μουσική. Που είναι και το μεγαλύτερο καταφύγιο του ανθρώπου στις δύσκολες καταστάσεις. Όχι μόνο η μουσική, αλλά οι τέχνες γενικότερα. Αυτή η ανάγκη του να κάτσω και να καταπιαστώ να φτιάξω κάτι από το τίποτα, είναι χαρακτηριστικό πανανθρώπινο και δεν έχει καμία διαφορά αν τη νιώθει ο μεγαλύτερος μαέστρος στον κόσμο ή ο πιο αρχάριος μουσικός που μόλις ξεκίνησε να παίζει δύο νότες.

Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή με τη μουσική; Ήταν πάντα σε πρώτο πλάνο ή υπήρχαν και άλλες επιλογές για την πορεία της ζωής σου στο τραπέζι; Η ενασχόληση μου με τη μουσική ξεκίνησε από πολύ νωρίς λόγω του ότι μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον που υπήρχε έντονα η μουσική. Από τις διάφορες μουσικές μες το σπίτι που άκουγαν οι δικοί μου, μέχρι τις πολλές φιλαρμονικές του νησιού που μεγάλωσα, την Κέρκυρα, το περιβάλλον έδινε έντονα μουσικά ερεθίσματα. Τις πρώτες νότες, μου τις δίδαξε ο συνθέτης και μαέστρος Σπύρος Σαμοϊλης και μετά συνέχισαν η φιλαρμονική και το ωδείο. Παράλληλα φτιάξαμε τις πρώτες μπάντες, βλέποντας τους μεγαλύτερους σε ηλικία ροκάδες της περιοχής και παίρνοντας από αυτούς ιδέες, συμβουλές και ρεπερτόριο. Η μουσική όμως δεν ήταν πάντα στο πρώτο πλάνο. Τελειώνοντας το λύκειο ήμουν μεταξύ της ηχοληψίας και σκηνοθεσίας κινηματογράφου. Τελικά επέλεξα το πρώτο, χωρίς αναγκαστικά να μου αρέσει περισσότερο από το δεύτερο. Ακόμα και σήμερα η μουσική δεν είναι το μόνο πράγμα που κάνω στη ζωή μου.

photo3-1

Ο ρόλος του παραγωγού ενός δίσκου είναι ιδιαίτερα σημαντικός και έχει καλλιτεχνικές προεκτάσεις που στην Ελλάδα δυστυχώς, σε αντίθεση με το εξωτερικό, δεν έχουν αναγνωριστεί ακόμα. Ο παραγωγός παραμένει ένας - συνήθως- άγνωστος συντελεστής που λίγοι γνωρίζουν τι ακριβώς κάνει και πώς ακριβώς συνεισφέρει στο τελικό αποτέλεσμα ενός δίσκου. Είναι αυτός ένας λόγος που έχεις επιλέξει να δραστηριοποιείσαι κυρίως στο εξωτερικό; Τι είναι αυτό που σε έχει τραβήξει σε αυτό το σκέλος της δημιουργίας; Το ότι λίγοι γνωρίζουν τι ακριβώς κάνει ο παραγωγός και την συνεισφορά του στο τελικό αποτέλεσμα ενός δίσκου δε με ενοχλεί, ούτε το βρίσκω τόσο αρνητικό. Δεν χρειάζεται να γνωρίζουν όλοι τι κάνουμε στη δουλειά μας. Ούτε πρέπει να κάνουμε τη δουλειά μας ή αυτό που μας αρέσει για να πάρουμε τα φώτα. Έτσι κι αλλιώς αν έχεις επιλέξει να είσαι παραγωγός, σημαίνει ότι σ’ αρέσει να βρίσκεσαι πίσω από τα φώτα. Ο λόγος που επέλεξα να δραστηριοποιούμαι στο εξωτερικό δεν είναι αυτός. Είναι καταρχάς ο προσωπικός λόγος του να γίνω εγώ καλύτερος παραγωγός αλλά και άνθρωπος, δουλεύοντας με μουσικούς από όλο το κόσμο, γνωρίζοντας καινούργιες κουλτούρες (μουσικές αλλά και γενικότερα) από τους γνήσιους εκφραστές τους. Επίσης ένας σημαντικός λόγος είναι ότι εδώ σε πληρώνουν για τη δουλειά σου, και όχι μόνο σε πληρώνουν αλλά δε σου συμπεριφέρονται σα να σου κάνουν χάρη. Και διάφοροι ακόμη λόγοι. Στην Ελλάδα υπήρχαν σοβαροί παραγωγοί από παλιά, που έχουν αφήσει έργο, όπως ο Μακράκης, ο Ράλλης και πολλοί άλλοι, που ενώ μπορεί να μην είχαν μεγάλες μουσικές ή τεχνικές γνώσεις παρόλα αυτά άφηναν το στίγμα τους στο δίσκο λόγω του αισθητικού τους κριτηρίου και της οργανωτικής τους δουλειάς. Δεν πρέπει να υποτιμάμε το έργο τους επειδή δεν ήταν μουσικά στο επίπεδο του Quincy ας πούμε ή του George Martin. Αυτός ο ρόλος του παραγωγού/οργανωτή άλλαξε στην Ελλάδα από τολμηρές κινήσεις εμπνευσμένων μουσικών, όπως για παράδειγμα ο Πουλικάκος ή ο Παπάζογλου και επίσης με τον ερχομό του Άκη Γκολφίδη, που πλέον ως παραγωγός, εκτός του ότι έκανε την οργανωτική δουλειά, είχε και έντονη άποψη στον ήχο. Μέσω της μίξης, της ηχογράφησης και γενικότερα χρησιμοποιώντας τα μηχανήματα του στούντιο τόσο έντονα, που το τελικό αποτέλεσμα έπαιρνε μια εντελώς διαφορετική μορφή.

 Πες μας δυο λόγια για την νέα κυκλοφορία σου, Ταξιδεύεις Ακόμα. Τι σε ενέπνευσε στην ποίηση του Χρίστου Λάσκαρη και σε έκανε να την προσεγγίσεις μουσικά; Πώς ήταν αυτό το ταξίδι; Γνώρισα τον Λάσκαρη γύρω στο 2010 νομίζω, μέσα από το δίσκο του Γιάννη Μουρτζόπουλου, Το Ποτάμι. Είναι ένας δίσκος φτιαγμένος κι αυτός γύρω από τις απαγγελίες του Χρίστου Λάσκαρη και το ότι έχουμε τις απαγγελίες του ποιητή καταγεγραμμένες, οφείλεται επίσης στον Γιάννη Μουρτζόπουλο. Από εκεί και πέρα ξεκίνησε μια μόνιμη σχέση για μένα με την ποίηση του Λάσκαρη ως αναγνώστης και το 2018, ακούγοντας μετά από πολύ καιρό πάλι τις απαγγελίες του ποιητή, και βρισκόμενος σε μια διαφορετική περίοδο της ζωής μου και σε ένα διαφορετικό μέρος, ξεκίνησα να φτιάχνω κάτι με αυτές ως κύριο υλικό. Ο Γιάννης Μουρτζόπουλος μου παραχώρησε ευγενικά τις ηχογραφημένες απαγγελίες και ο δίσκος γράφτηκε μέσα στον επόμενο χρόνο. Οι συντελεστές του δίσκου ήταν πολλοί. Τα μουσικά μέρη δεν τα έχω παίξει όλα εγώ. Φλικόρνο έχει παίξει ο Ανδρέας Πολυζογόπουλος, σαξόφωνο ο Jamie Benzies, ακουστική κιθάρα ο Graham Farnworth, ηλεκτρική κιθάρα ο Αλέξης Κρανίου, βιολί ο Alastair Caplin οπού έχει κάνει και την ενορχήστρωση των εγχόρδων, βιόλα ο Άγγελος Μπουλάλας και τσέλο ο Αζήνον Τυνήσιος. Η κυκλοφορία άργησε λόγω διαφόρων συγκυριών και τελικά τη λύση έδωσε η Same Difference Music του Περικλή Πιλαβά, όπου και τον κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό. Με ενέπνευσε η αλήθεια στη ποίηση του Λάσκαρη. Γυμνή από τα στολίδια, τις ευρηματικότητες και τα υπόλοιπα συνηθισμένα όπλα των ποιητών. Λιτή, βαθιά ποίηση που χτυπάει απευθείας στη ψυχή του αναγνώστη. Είναι ο ποιητής που με έχει αγγίξει όσο κανένας άλλος και με εκφράζει στο απόλυτο. Προσέγγισα την ποίηση μουσικά γιατί ίσως ήταν ο μόνος δημιουργικός τρόπος ο οποίος είχα. Το ταξίδι μπορώ να το περιγράψω ως αργό, κυρίως νυχτερινό, με μεγάλες παύσεις και χαμηλά φώτα.

Θα ήθελα ωστόσο να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία για να πω από εδώ ένα ακόμα ευχαριστώ στα παιδιά του ποιητή, που μου εμπιστευτήκαν τόσο απλόχερα και άνευ όρων το έργο του πατέρα τους. Συνήθως οι γόνοι των δημιουργών διαχειρίζονται το έργο των γονιών τους ως μουσειακό έκθεμα προσπαθώντας να το κρατήσουν άθικτο στο πέρασμα του χρόνου και όχι ως κάτι το ζωντανό που επιδέχεται περισσότερης ανάλυσης από τη νέα γενιά, πειραματισμού, ακόμα και αμφισβήτησης. Αν κάτι είναι σαθρό, θα διαμελιστεί ούτος ή άλλως. Αλλά ποιος μπορεί να διαμελίσει βράχους σαν τους στίχους του Λάσκαρη;

lp-1

Ποιο είναι το μεγαλύτερο στοίχημα ή η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει κανείς σε μια διαδικασία μελοποίησης; Εξυπηρετεί άραγε καλύτερα ο μελοποιούμενος ποιητής να μην είναι ιδιαίτερα «γνωστός» στο ευρύ κοινό; Υπάρχει κάποιος άλλος ποιητής που θα ήθελες να προσεγγίσεις στο μέλλον και αν ναι ποιος είναι αυτός; Δεν είμαι σίγουρος ποιο είναι το μεγαλύτερο στοίχημα σε μια διαδικασία μελοποίησης. Η εμπειρία μου στη μελοποίηση είναι μόνο ένας δίσκος. Χώρια που δεν είναι και μελοποιημένος με τη κλασσική έννοια του όρου. Δεν φτιάχτηκε καμία μελωδία δηλαδή πάνω στο στίχο. Είναι οι απαγγελίες του ποιητή ντυμένες με τη μουσική μου. Νομίζω ότι η βασική πρόκληση σε ένα τέτοιο εγχείρημα είναι πρωτίστως να μην αλλοιώσεις τα νοήματα του ποιήματος και να το κάνεις να συνυπάρχει αρμονικά με τη μουσική χωρίς κάτι από τα δύο να φαίνεται παράταιρο. Στη δικιά μου περίπτωση, ο ρυθμός και ο τόνος της απαγγελίας έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη σύνθεση και νομίζω ότι επηρέασαν κατά πολύ το ηχητικό αποτέλεσμα, που το διακατέχει έντονος μινιμαλισμός όπως και τη ποίηση του Λάσκαρη. Δεν ξέρω αν εξυπηρετεί ο μελοποιούμενος ποιητής να μην είναι ιδιαίτερα «γνωστός» στο ευρύ κοινό ή σε ποιο επίπεδο θα εξυπηρετούσε. Αν εννοείτε αν εξυπηρετεί μουσικά και συνθετικά, νομίζω δεν παίζει κανένα ρόλο αν ο ποιητής είναι γνωστός ή όχι. Αν εννοείς αν εξυπηρετεί ως προς τη δημοφιλία του έργου, είναι κάτι που δε με αφορά. Λογικά ναι. Αν ο κόσμος ακούσει ότι κάποιος έκανε μια νέα μελοποίηση στον ύμνο εις την Ελευθερία του Σολωμού, υποθέτω θα δείξει ένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Για την ώρα δεν έχω κάποιον ποιητή στο μυαλό μου που θα ήθελα να μελοποιήσω. Γενικότερα όμως, βρίσκω πολύ δύσκολο το να γράφω μουσική πάνω σε ένα συγκεκριμένο ποίημα ή στίχο και θαυμάζω αυτούς που έχουν αυτό το ταλέντο.

Ο δίσκος απαρτίζεται από οχτώ συνθέσεις – καρτ ποστάλ από οχτώ δυστοπικές μητροπόλεις του παρόντος. Τι είναι αυτό που θα χαρακτήριζες δυστοπικό στα σύγχρονα αστικά κέντρα και πώς φαντάζεσαι το Λονδίνο και την Αθήνα του μέλλοντος; Θα εξέταζες ποτέ το ενδεχόμενο να ζήσετε εκτός πόλεων, στο ύπαιθρο; Νομίζω δυστοπικό είναι ακριβώς αυτό που περιέγραφαν σαν δυστοπία οι λογοτέχνες και οι κινηματογραφιστές στα έργα τους. Τα χαρακτηριστικά της δυστοπίας είναι ο απόλυτος έλεγχος του ανθρώπου από ένα σύστημα έξω από αυτόν. Ο έλεγχος του που βρίσκεται, τι κάνει, με ποιους συνδιαλέγεται, τί παρακολουθεί στο κινητό του κτλ. Οτιδήποτε κι αν κάνουμε είναι πλέον γνωστό και τις περισσότερες φορές με τη δικιά μας υπογραφή. Βρίσκουμε έτσι σήμερα τους εαυτούς μας πρωταγωνιστές σε μυθιστορήματα του Όργουελ, του Κάφκα ή του Χάξλεϋ. Ένα άλλο χαρακτηριστικό δυστοπικών πόλεων, ειδικά στο κινηματογράφο είναι ο έλεγχος περιοχών από συμμορίες με τη συνεργασία και την ανοχή ενός διεφθαρμένου κράτους. Δυστοπία είναι επίσης η ανθρωποφαγία και η ιδιώτευση, η απώλεια του δημόσιου χώρου και του δημόσιου λόγου, το δίπολο δουλειά/ λήθαργος. Όλα τα παραπάνω μπορείς να τα βρεις στα σύγχρονα αστικά κέντρα. Άλλα πιο έντονα στο Λονδίνο, άλλα πιο έντονα στην Αθήνα.Προφανώς και δεν είναι αυτή η μόνη εικόνα στα αστικά κέντρα. Ευτυχώς, υπάρχουν και πολλά θετικά ακόμα που είναι αυτά που μας κρατάνε εδώ και που πρέπει να προσπαθήσουμε πολύ για να μη τα χάσουμε. Ζω στην επαρχία κάποιους μήνες το χρόνο. Και μεγάλωσα εκεί, όποτε έχω μία εικόνα του πώς είναι η ζωή στην ύπαιθρο. Νομίζω ότι δεν είμαι έτοιμος ακόμα να μείνω όλο το χρόνο στην ύπαιθρο ή στην επαρχία. Κυρίως για κοινωνικούς λόγους. Επίσης η ύπαιθρος δεν είναι αυτή η ρομαντική εικόνα που μπορεί να έχουν στο μυαλό τους το παιδιά της πόλης (που λέει και ο Λάσκαρης). Η ύπαιθρος έχει μάζεμα ελιάς στο κρύο, σκίσιμο ξύλα, ράντισμα το χωράφι, τάισμα τα ζώα και άλλα πολλά. Εκτός αν έχεις λυμένο το βιοποριστικό.

 Θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου αισιόδοξο ή απαισιόδοξο ως προς το μέλλον του κόσμου ; Και γιατί; Ταλαντεύομαι ανάμεσα στα δύο. Κοιτάζοντας γύρω μου, σίγουρα γίνομαι πιο απαισιόδοξος. Κυρίως βλέποντας το τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τη τεχνολογία ο άνθρωπος. Ή μάλλον η τεχνολογία τον άνθρωπο. Όταν βλέπω ότι οι επιστήμονες έκαναν τόση δουλειά αιώνων για να καταλήξει ο κόσμος να χρησιμοποιεί το κινητό για να δείχνει το στήθος του ή τους κοιλιακούς του στο τικ τοκ και στο ινσταγκραμ με πιάνει ένας φόβος και μια απαισιοδοξία. Τόσος διάχυτος ναρκισσισμός και χάσιμο χρόνου και ενέργειας στα σόσιαλ μίντια που πλέον έχει γίνει η νόρμα και δεν δείχνει να κάνει εντύπωση σε κανέναν. Ακόμα και μεγάλοι καλλιτέχνες ή προσωπικότητες σε άλλους τομείς, θα αφιερώσουν πιο πολύ χρόνο πλέον στο να παρουσιάσουν την εικόνα τους παρά να ασχοληθούν με τη τέχνη τους. Και μη νομίζουμε κι ότι οι δηλώσεις στο Twitter είναι τίποτα πιο σοβαρό. Τέλος πάντων, νομίζω ότι οι ικανότητες των ανθρώπων ατροφούν, καθώς αυξάνονται τα μηχανήματα που τις αναπληρώνουν κι αυτό με φοβίζει. Όπως ατροφούν και τα κοινωνικά αντανακλαστικά, όταν ο μόνος κόπος που κάνουμε είναι να μπούμε σε έναν εντελώς φανταστικό κόσμο και να γράψουμε πάνω σε ένα φανταστικό τοίχο ότι είμαστε οργισμένοι ή θλιμμένοι με κάτι στον πραγματικό κόσμο, και να περιμένουμε κιόλας αυτό να αλλάξει. Σαν ιθαγενείς που κάνουν δέηση για βροχή. Το αισιόδοξο είναι ότι στις φτωχές κοινωνίες και χώρες τα παιδιά δεν είναι ακόμα βουτηγμένα σε αυτή τη κατάντια και νομίζω ότι μέσα από αυτές τις κοινωνίες είναι που θα ξεπηδήσουν οι νέοι μεγάλοι επιστήμονες, μουσικοί, στοχαστές τους μέλλοντος. Επίσης, την ιστορία την προχωρούν κυρίως μονάδες, κάποιοι άνθρωποι που είτε έχουν μεγαλύτερη πίστη και δύναμη σε αυτό που κάνουν, είτε θα πάρουν μία αυθόρμητη απόφαση, εντελώς απρόβλεπτη για το σύστημα, σε μία εντελώς απρόβλεπτη στιγμή που θα αλλάξει τα πάντα. Αυτός είναι ακόμα ένας λόγος που με κάνει να πιστεύω ότι δεν είναι όλα ακόμα προδιαγεγραμμένα.

Ποια είναι η γνώμη σου για την τρέχουσα στάθμη της εγχώριας μουσικής παραγωγής; Υπάρχουν κινήσεις, ρεύματα ή μεμονωμένα εγχειρήματα που ξεχωρίζεις; Στο συγκεκριμένο θέμα είμαι εντελώς αδιάβαστος. Τα ερεθίσματα που παίρνω εδώ είναι κυρίως από τη σκηνή του Λονδίνου και η πλειονότητα της μουσικής που ακούω είναι από προηγούμενες δεκαετίες. Ακούω διάσπαρτα, ανά περιόδους, καινούργιες ελληνικές δουλειές που μπορεί να μου αρέσουν, όπως για παράδειγμα οι τελευταίες δουλειές του Μπάμπη Παπαδόπουλου, αλλά όπως είπες αυτά είναι μεμονωμένα εγχειρήματα. Για κινήσεις ρεύματα και τα λοιπά, δεν έχω ακούσει κάτι που να μπορώ να αναφέρω.

 Ποιο είναι το επόμενο καλλιτεχνικό σχέδιο που σκοπεύεις να υλοποιήσεις; Θα ήθελα να τελειώσω κάποια μικρά θέματα για πιάνο που έχω ξεκινήσει να γράφω εδώ και καιρό και να τα ηχογραφήσω. Επίσης, πρέπει να τελειώσω μια μεταγραφή που έχω αφήσει στη μέση, του “Dance of the knights” του Prokofiev για marching band που ευελπιστώ κάποια μέρα να το παίξει μία από τις φιλαρμονικές του νησιού μου. Αυτά σε προσωπικό επίπεδο. Τελειώνω επίσης, αυτή την περίοδο τις μίξεις για τον επόμενο δίσκο του πολύ ταλαντούχου σαξοφωνίστα Rich Muscat, ο οποίος θα κυκλοφορήσει από το label μου, την GBD Records. Και ακολουθεί η επόμενη δουλειά των Electric Litany, των Valia Calda και των Balothizer. Σχέδιο κανονικό και μακροπρόθεσμο δεν υπάρχει. Δεν κάνω σχέδια. Ars longa, vita brevis.

  


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ


 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

H ομάδα του NFT Art Greece απαντάει στα βασικά ερωτήματα του Δημήτρη Λιλή και θέτει τις βάσεις για την εξέλιξη της

Με αφορμή την κυκλοφορία του album Artificial, ο Δημήτρης Μάστορης συζητάει με τον επιστήμονα και μουσικό πίσω από το

Με αφορμή το νέο του project με oνομασία Craig Walker & The Cold, μιλήσαμε για όλα και για όλους. Κυριολεκτικά.

FEATURED TODAY

Ακούμε και προτείνουμε 12 νέα singles και 6 νέα albums που κυκλοφόρησαν την εβδομάδα που πέρασε.

Στο νέο Incoming, ο Δημήτρης Λιλής αναλύει το νέο κοινωνικό σύνθημα που όλους μας ενώνει, όπως το είχαν προλάβει οι Gorillaz.

Ο Mister Kentro των Supersan μιξάρει τα αγαπημένα του Amapiano κομμάτια και ο Δημήτρης Λιλής γράφει για τον ήχο που ετοιμάζεται να κυριαρχήσει στα dancefloor.

Top
0
Shares