Kαι ξαφνικά, από τον Φοίβο Δεληβοριά μέχρι τον Argy των Nightstalker, οι μουσικοί της Αθήνας γουστάρουν το νέο άλμπουμ των reggae/dub πρεσβευτών μας, Roots Evolution. Αυτό που ίσως αγνοούν (όπως και πιθανόν αρκετός κόσμος), είναι ότι, πριν «αρπάξει» φωτιά το Wildfire, o Blend Mishkin έριξε χιλιόμετρα και χιλιάδες εργατοώρες στo στούντιο, στα clubs και στα φεστιβάλ αυτού του ήχου ανά την Ευρώπη. Και σχεδόν επαναπροσδιορίζει τη σχέση του με τον ήχο της Τζαμάικα σε κάθε δίσκο, προσθέτοντας soul, τζαζ, funk και χιπ χοπ στοιχεία, δημιουργώντας κάθε φορά ένα ιδιαίτερο χαρμάνι, που δίκαια τον πλασάρει στην playlist του reggae «αρχηγού» David Rodigan, στο BBC 1Xtra. Το Wildfire βγήκε από τη γαλλική Undisputed Records και για την Παρασκευή 10 Μαΐου έχει προγραμματιστεί μεγάλη συναυλία στο Gagarin, από κοινού με τον Skarra Mucci. Με τον Rodigan λοιπόν, αλλά και με DJs σαν τον Andrew Weatherall να σπινάρουν non-stop τα τραγούδια των Blend Mishkin & Roots Evolution, ο Γιώργος Μαντάς απάντησε στις ερωτήσεις μας...

Ο ήχος του Blend Mishkin και των Roots Evolution σε ταξιδεύει σε ευρωπαϊκές πόλεις τα τελευταία 4 χρόνια και εξελίσσεται διαρκώς. Τι είναι αυτό που σε τροφοδοτεί να συνεχίσεις να παράγεις και να δημιουργείς; Με δεδομένο μάλιστα ότι στη χώρα και στην πόλη σου η dub κουλτούρα δεν είναι και ιδιαίτερα δημοφιλής;

Απεναντίας, πιστεύω ότι είναι ιδιαίτερα δημοφιλής τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν 5 μεγάλα, χειροποίητα soundsystems, γίνονται πολλά πάρτυ και, γενικώς, υπάρχει κινητικότητα. Αυτό που μας τροφοδοτεί είναι απλώς το ότι αυτό μας αρέσει να κάνουμε: είναι κινητήριος δύναμη για τα πάντα.

Μπορείς να θυμηθείς την πρώτη σου επαφή με τη μουσική της Τζαμάικα; Πώς συνειδητοποίησες τις ευεργετικές ικανότητες του τζαμαϊκανού μπάσου;

Η επαφή μου με την τζαμαϊκανή μουσική ξεκίνησε ενώ ήμουν μικρός και δούλευα σε δισκοπωλεία, στο κέντρο της Αθήνας –είχα πολλή όρεξη και αρκετό χρόνο στη διάθεσή μου για να ακούω, να ασχοληθώ περαιτέρω και να ανακαλύψω. Η κουλτούρα που περικλείει τη ρέγκε, το ska, το dancehall, το dub και όλα τα «παρακλάδια» αυτών, με συνάρπασε. Και έτσι το έψαξα ακόμη περισσότερο, φτάνοντας και σε παρεμφερή ακούσματα: στη σόουλ, στην τζαζ, στο φανκ, στα μπλουζ. Τα οποία στην πορεία με επηρέασαν εξίσου.

41yyBld_2.jpg

Το Wildfire συνεχίζει ό,τι ξεκίνησε το In Real Life (2016), καθώς στις reggae και dub ενορχηστρώσεις μπαίνει «μαύρη» μουσική (π.χ. soul ή funk). Το είχες σχεδιάσει ή προέκυψε στην πορεία, κατόπιν ίσως της συμβολής της μπάντας στο αποτέλεσμα; Επιπλέον, το γεγονός ότι στη χώρα μας ο ήχος κάτω από τη reggae ταμπέλα είναι σχεδόν παρεξηγημένος, λειτούργησε σαν κίνητρο για να δημιουργήσεις ένα μείγμα πιο εύκολο στο ελληνικό αυτί;

Το Wildfire γράφτηκε σε μια περίοδο κατά την οποία οι Roots Evolution είχαν μόλις επιστρέψει από μια σχετικά μακρόχρονη περιοδεία, οπότε η μπάντα ήταν δεμένη και «έτοιμη». Η συμβολή της στον ήχο αυτού του δίσκου είναι πιο σημαντική από όσο στα προηγούμενα άλμπουμ. Ως προς το τι αποτελεί «κίνητρο», τώρα, πολλά πράγματα είναι παρεξηγημένα εδώ, δυστυχώς. Αλλά δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως κίνητρο, γιατί ως συγκρότημα και ως μουσικοί δεν προσπαθούμε να αποδείξουμε τίποτα.

Συνεργάζεσαι με ερμηνευτές από την Ευρώπη και την Τζαμάικα, ενώ οι δίσκοι σου βγαίνουν από διεθνή labels. Πόσο εύκολα ή δύσκολα τρέχουν αυτές οι συνεργασίες με βάση την Αθήνα;

Στο Wiildfire συμμετέχουν περίπου 25 καλλιτέχνες, μουσικοί, τραγουδιστές, art directors· κάτι που συνεπάγεται ότι, πρακτικά, έπρεπε να συντονιστούν πολλά πράγματα. Οι συμμετοχές διεθνών και καταξιωμένων τραγουδιστών φυσικά μας τιμούν: δεν είναι ό,τι ευκολότερο να δουλεύεις με τόσο μεγάλη ομάδα καλλιτεχνών, κάποιοι από τους οποίους ζουν μακριά. Αλλά όταν υπάρχει κοινό όραμα και πάθος, οι πόρτες ανοίγουν μόνες τους.

{youtube}iwfYGoHo65g{/youtube}

Ποιες στούντιο και γενικότερα ηχητικές καινοτομίες εισάγει το Wildfire στον ήχο των Roots Evolution. Θα έλεγες ότι είναι η πιο radio-friendly ή ποπ εκδοχή του ήχου σας, μέχρι τώρα; Τι έγινε διαφορετικά αυτή τη φορά;

Αυτό που αποκαλείται «ποπ» (εκ του «δημοφιλούς»), δεν είναι απαραιτήτως φτηνό, πρόχειρο ή επιφανειακό. Άλλωστε η ρέγκε ως είδος είναι από μόνη της και αρκετά ποπ, αλλά και mainstream –ειδικά από τη στιγμή που ακούμε λ.χ. dubstep μπασογραμμές να ντύνουν διαφημιστικά. Πλέον υπάρχει πολύ πιο εξεζητημένος και περίπλοκος ήχος που απολαμβάνει radio airplay, γιατί στις μέρες μας το «καινούριο» σπανίζει, και έτσι δύσκολα εντυπωσιάζει κάτι.

Στην περίπτωση του Wildfire δουλέψαμε σε ένα εξ’ ολοκλήρου αναλογικό περιβάλλον και αυτό από μόνο του έδωσε κάτι το ξεχωριστό ως προς τον ήχο. Επιπλέον, αυτή τη φορά ήθελα να έχουμε περισσότερα τραγούδια και λιγότερα rap ή ragga στυλ φωνητικά, κάτι που επικρατούσε π.χ. στο Survival Of The Fittest (2015).

Ο ήχος σου είναι τόσο επηρεασμένος από την Τζαμάικα, μα δεν έχει προκύψει να ταξιδέψεις εκεί. Με όλες αυτές τις αναφορές, αν θα πήγαινες, ποια είναι τα σημαντικά μέρη που θα επισκεπτόσουν και θα ήθελες να δεις;

Προσωπικά θα πήγαινα σίγουρα για το φαγητό, αλλά και για να δω ορίτζιναλ soundsystems εν δράσει, στα πάρτυ. Η Τζαμάικα δεν είναι μια Γη της Επαγγελίας, ούτε αυτό που παρουσιάζεται στις καρτ-ποστάλ και στους τουρίστες. Αντιθέτως, υποφέρει από μεγάλη εγκληματικότητα, υπάρχει διαφθορά και το πολιτικοκοινωνικό κλίμα είναι πολύ τεταμένο.

41yyBld_3.jpg

Για να αυξήσουμε την επίγνωση περισσότερων μουσικόφιλων για τη dub κουλτούρα, τι θεωρείς ότι θα έπρεπε να αλλάξει για να μάθει περισσότερα ο κόσμος στην Ελλάδα και για σένα, αλλά και για την προσφορά του τζαμαϊκανού ήχου στη σύγχρονη μουσική;

Η προσφορά του τζαμαϊκανού ήχου των δεκαετιών του 1960 και 1970 είναι αδιαμφισβήτητα τεράστιας σημασίας και είναι ανιχνεύσιμη σε όλη τη μουσική κουλτούρα του Δυτικού κόσμου. Αν δεν υπήρχε ρέγκε, δεν θα υπήρχαν dub, drum 'n' bass και dubstep. Όσο για την Ελλάδα, δεν είναι ένα απομονωμένο κρατίδιο στη μέση του πουθενά: η πληροφορία φτάνει παντού και οι άνθρωποι ψάχνουν τα πράγματα από μόνοι τους. Εμείς οι ίδιοι μερικές φορές είμαστε που αντιμετωπίζουμε τα πράγματα με τρόπο ομφαλοσκοπικό, εγκλωβίζοντας τους εαυτούς μας σε μια τέτοια άποψη, σε έναν φαύλο κύκλο.

Τέλος, το “Greedy” συναντά σε ήχο, ύφος και ερμηνεία (του Βρετανού Gappy Ranks) το στυλ πρόσφατων crossover δίσκων, όπως αυτόν του Popcaan. Πώς βλέπεις να εξελίσσεται τελευταία το dub και πόσο θεωρείς ότι υιοθετούνται τέτοιες τάσεις από τους Roots Evolution;

Έχω συναντήσει κόσμο που πιστεύει ότι η ρέγκε σταμάτησε το 1980. Όμως η ρέγκε, και όλα τα είδη που τη συναποτελούν, είναι μια μουσική ζωντανή και εξελισσόμενη, η οποία δανείζεται στοιχεία από το ροκ, την ποπ, το φανκ, τη ντίσκο και πολλές ακόμα μουσικές. Αυτό υπήρξε πάντα το βασικό χαρακτηριστικό της ρέγκε: στα 1960s, ας πούμε, επηρεαζόταν από το αμερικανικό ραδιόφωνο και «έκλεβε» από το R&B και τη soul. Είναι επομένως λογικό για τους δημιουργούς να έχουν το βλέμμα στραμμένο προς Αμερική και Ευρώπη και να υιοθετούν στοιχεία και ήχους, αφομοιώνοντάς τα. Οι Roots Evolution, τώρα, όπως υπονοεί και το όνομά τους, βασίζονται στις ρίζες της συγκεκριμένης μουσικής, προσθέτοντας το «κάτι παραπάνω» στην εξέλιξή της. Θέλουμε να κοιτάμε μπροστά και να μην αναπαράγουμε πράγματα που έχουν συμβεί για χάρη του vintage.

{youtube}4XUp8t6fXIA{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured