Υπάρχουν καλλιτέχνες που σε κερδίζουν με την αργή αλλά σταθερή πορεία τους, με τη σεμνότητα και τη συνεχή αναζήτησή τους για νέα ερεθίσματα και ποικίλους τρόπους έκφρασης. Ο Βασίλης Τζωρτζίνης είναι ένας από αυτούς – και με την πρόσφατη δουλειά του Itanos μας ταξίδεψε και συνεχίζει να μας παρασύρει σε ηχοτοπία αλλόκοτα, παιδικά, ονειρικά ή και βαβελικά. Η συνάντησή μας σε ένα jazzy café κύλησε κάπως έτσι...

 

 

Από τα λίγα έως και πολλά που διάβασα για σένα παρατηρώ ότι η μουσική απλώνεται στη ζωή σου ως ένα ψηφιδωτό, μιας και εκτός από μουσικός ήσουν καθηγητής μουσικής και ασχολείσαι με την έρευνα και τη μετάφραση μουσικών βιβλίων. Θα μας μιλήσεις γι’ αυτό;

 

«Η ιστορία της μουσικής ξεκίνησε για μένα κάπως ανορθόδοξα, μακριά από ωδεία, μόνος μου στην ηλικία των 17χρόνων, με μία κιθάρα. Ήταν η περίοδος της αναβίωσης του ρεμπέτικου και έπαιζα κι εγώ σε διάφορα σχήματα. Από τότε μου κέντρισε το ενδιαφέρον και η λεγόμενη «μουσική των τρόπων» και κατόπιν, με εφόδιο τη βυζαντινή μουσική, άρχισα να ερευνώ σε θεωρητικό αλλά και πρακτικό επίπεδο τη μουσική της Ανατολής. Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1980 δύο group μάς σημάδεψαν με αυτόν τον ήχο, οι Δυνάμεις του Αιγαίου και το σχήμα του Ross Daily. Αυτός ο καινούργιος ορίζοντας που ανοίχτηκε συνοδεύτηκε από συνεχή έρευνα και ταξίδια για ήχους από όλο τον κόσμο, γεγονός που εκείνη την εποχή ήταν αρκετά πρωτόγνωρο, αλλά και δύσκολο. Παράλληλα με μία παρέα φίλων δημιουργήσαμε την πρώτη εναλλακτική μουσική σκηνή «Ραβάναστρον», στην οποία φιλοξενήθηκαν δεξιοτέχνες καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο – και εκεί με ένα τρόπο «εκτέθηκα» κι εγώ για πρώτη φορά σε ποικίλα μουσικά είδη, από δημοτικά και ρεμπέτικα έως jazz. Ο όρος «εναλλακτικός» - αν και δεν μου αρέσει ιδιαίτερα - αφορά κυρίως στην αλήθεια μιας ειλικρινούς μουσικής, που φτιάχτηκε τόσο για όσους την ερμηνεύουν όσο και γι’ αυτούς που την ακούν».

 

Στη διάρκεια αυτής της διαδρομής ένιωσες ποτέ μέσα σου το δίπολο Ανατολής-Δύσης; Απέβη γόνιμο για σένα;

 

«Η rock παιδεία της εφηβείας μου κατά ένα τρόπο πάντα λειτουργούσε παράλληλα σαν αισθητική με την ενασχόληση σε βάθος της μουσικής της Ανατολής - κυρίως της αραβικής και τουρκικής - και ανεξάρτητα με το είδος που υπηρετούσα, ανέκαθεν ήμουν ανοιχτός σε όλα τα είδη τη μουσικής. Έτσι αυτό το δίπολο θα μπορούσα να το αξιολογήσω ως μία δημιουργική προσέγγιση που υλοποιείται πλέον όταν ξεκινώ να συνθέτω τις δικές μου μουσικές. Μάλιστα στον τελευταίο δίσκο Itanos – βασισμένος μόνο σε ακουστικά όργανα – υπάρχουν οι αναφορές/επιρροές των ήχων που έχω μελετήσει όλα αυτά τα χρόνια».

 

Και από το ντεμπούτο άλμουμ Ανεμόσυρις μέχρι το Itanos, τι έχει μεσολαβήσει;

 

«Το Ανεμόσυρις ήταν κάπως πιο παραδοσιακό ενώ στο Itanos άφησα τις όποιες επιρροές να λειτουργήσουν πιο χαλαρά, ώστε να σπάσω κάποια δικά μου στεγανά. Όταν γράφεις μία μουσική συχνά τα χέρια σου παρασύρονται από αυτή ή από το όργανο το οποίο υπηρετείς τη δεδομένη χρονική στιγμή, οπότε είναι καλύτερα να το αφήνεις στην άκρη και να ξεδιπλώνεις τη φαντασία σου έτσι ώστε να βγάλει κάτι που να αφομοιώνει και να εκφράζει το σύνολο των ακουσμάτων σου. Με αυτό τον τρόπο αποκαλύπτεις τον πραγματικό σου εαυτό ως παίκτη ετερόκλητων μουσικών ερεθισμάτων».

 

Αν σε ρωτούσε κάποιος ακροατής ποιο ήταν το βασικό ερέθισμα της πρόσφατης δουλειά σου, τι θα απαντούσες ή αν θέλεις πώς θα την χαρακτήριζες; Με άλλα λόγια πως προέκυψε ο δίσκος Itanos;

 

«Το θέμα της σύνθεσης είναι μια περίπλοκη διαδικασία. Αντλείται μέσα από σκέψεις, συμπεριφορές και συναισθήματα θαυμασμού, απορίας και αυτού που είσαι εκείνη τη στιγμή ή και που θα ήθελες να είσαι. Όλα τα κομμάτια αυτού του δίσκου είναι γραμμένα κάτω από διαφορετικές χρονικές και συναισθηματικές συνθήκες και ενέχουν μία εκφραστική αυτοτέλεια. Κάθε φορά που τα ακούω ή τα παίζω αισθάνομαι κάτι ολότελα καινούργιο, πλεονέκτημα κυρίως της οργανικής μουσικής λόγω της έλλειψης στίχου. Η Ίτανος – αρχαία πόλη στην ανατολική άκρη της Κρήτης – είναι ένα μέρος που επισκέπτομαι συχνά, και με εμπνέει πολύ. Ταυτόχρονα αποτελούσε και στην αρχαιότητα ένα σταυροδρόμι εμπορικό, άρα και πολιτισμών. Για μένα αυτό αποτελεί από μόνο του και ένα συμβολισμό που συνομιλεί με το έργο μου. Δεν ξέρω πως θα το χαρακτήριζα, world, folk jazz, ethnic jazz ή κάτι άλλο και μάλλον αυτό αφορά περισσότερο σε άλλους παρά σε εμένα. Ως προς τη δημιουργία του δίσκου, βασικός κορμός υπήρξε ένα τρίο με τους Μελίνα Καρακώστα, Μανούσο Κλαπάκη και εμένα. Δουλέψαμε πολύ πάνω σε δικές μου συνθέσεις και αργότερα προσκαλέσαμε και εκλεκτούς φίλους μουσικούς. Ωστόσο τα πράγματα μετά το πέρας των ηχογραφήσεων κύλησαν αναπάντεχα για εμάς με την ξαφνική απώλεια της ψυχής του τρίο, της Μελίνας. Από εκεί και πέρα, αν και μουδιασμένοι, αποφασίσαμε να υποστηρίξουμε την όλη δουλειά μέσα από ένα νέο κουαρτέτο, το Itanos Quartet (Τζωρτζίνης, Κλαπάκης, Παπαδημητράκης, Έδεν) και διάφορες live εμφανίσεις, είτε στην Ελλάδα ή και σε φεστιβάλ στο εξωτερικό».

 

 

Ένα από τα κομμάτια που μου άρεσαν πολύ και θα ήθελα να το ακούω και στο ραδιόφωνο είναι το “Lativo”, εσύ έχεις κάποιο αγαπημένο;

 

«Το “Lativo” είναι ίσως το κομμάτι με τις περισσότερες επιρροές και το βαπτίσαμε έτσι παραφράζοντας τις λέξεις «λατίνο» και «μοτίβο». Επίσης, κανείς μπορεί να το διασκευάσει ποικιλοτρόπως με τύμπανα, κιθάρες και να το οδηγήσει όπου θέλει. Είναι ένα χαρούμενο κομμάτι, λίγο πιο beat και jazz και σηκώνει ακόμη πολλές ερμηνείες».

 

Πρόσφατα  ο καλλιτεχνικός οργανισμός Εν Χορδαίς, του οποίου είσαι ενεργό μέλος, τιμήθηκε με το βραβείο Prix France Musique des musiques du monde. Θα μας μιλήσεις για την εμπειρία σου αυτή και τι ακριβώς κάνετε σε αυτό το σχήμα;

 

«Με τους Εν Χορδαίς (σχήμα 15χρονης πορείας με λόγιες και λαϊκές μουσικές παραδόσεις της Μεσογείου) η ιστορία ξεκινάει από πολύ παλιά και είχα την ευκαιρία να γνωρίσω εξαιρετικούς μουσικούς από διάφορα μέρη του κόσμου (Ισραήλ, Ισπανία, Ιορδανία, Τουρκία κ.α.), οι οποίοι μου δίδαξαν ενδιαφέροντα πράγματα. Η συμμετοχή μας στα Δημήτρια στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Mediterranean Express» καθώς και η εμφάνιση στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης για το αφιέρωμα στη μουσική κληρονομιά της Κωνσταντινούπολης, αποτέλεσαν πολύ σημαντικές εμπειρίες. Μάλιστα μέσα στο 2009 αναμένουμε και το δίσκο με σμυρνέϊκα και ρεμπέτικα, σε παραγωγή του Ocora Radio France».

 

Υπάρχουν κάποια δισκάκια που ξεχώρισες τη χρονιά που μας πέρασε;

 

«Μου άρεσε πολύ η προσωπική δουλειά του Ara Dinkjian (ιδρυτής των Night Ark) Peace On Earth και επειδή τον τελευταίο καιρό ασχολούμαι επισταμένα με το κοντραμπάσο, παρακολουθώ την πορεία του θαυμάσιου Renaud Garcia-Fons απ’ όπου ξεχώρισα το τελευταίο άλμπουμ, Arcoluz. Από Έλληνες καλλιτέχνες δεν μπορώ να μην αναφέρω τον φίλο και παραγωγό μου Άλκη Ζοπόγλου, που έβγαλε στα τέλη του 2007 τον δίσκο Elephant, ο οποίος και μου άρεσε πολύ. Μιλάμε για καθαρή δημιουργία που αφομοιώνει ποικίλα μουσικά ερεθίσματα, δίνοντάς του ξεκάθαρα το προσωπικό του στίγμα».

 

Για το μέλλον τι μέλλει γενέσθαι, υπάρχουν κάποια σχέδια;

 

«Βασικά με το κουαρτέτο, αφού ολοκληρώσαμε τις πρόβες μας, δουλεύουμε και νέο υλικό όχι μόνο ακουστικό, αλλά και ηλεκτρικό. Απλά δεν ξέρω ακόμη αν θα συμπεριλάβω στη νέα μου δουλειά και τραγούδια πλην των οργανικών συνθέσεων όπως ήταν και το άλμπουμ Ανεμόσυρις. Υπάρχει επιπλέον μία πρόταση μήπως βγάλουμε μισό-μισό έναν δίσκο με τον Άλκη Ζοπόγλου, θα δούμε εν πορεία. Προς το παρόν επιθυμώ να κάνουμε πολλά live και να προωθηθεί η δουλειά αυτή είτε στο ραδιόφωνο είτε και στην τηλεόραση. Γνωρίζω τις δυσκολίες και τα εμπόδια των μέσων αυτών αλλά δεν γίνεται να φιλοξενούνται μόνο τα εμπορικά πράγματα. Αν θέλεις να καλλιεργήσεις ένα κλίμα, οφείλεις να είσαι ανοιχτός και σε διαφορετικά πράγματα – και να τα στηρίζεις».

 

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured