Το ντεμπούτο τους, Ovation, ήταν από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της πρόσφατης ελληνικής δισκογραφίας. Φέτος η Μαρίνα Καναβάκη με τον Oannes επέστρεψαν με ένα φιλόδοξο, διπλό άλμπουμ, αψηφώντας πολλά «πρέπει» και «δεδομένα». Με αφορμή λοιπόν το Unreel, το Avopolis απόλαυσε μια εκτενή συζήτηση μαζί τους, που απλώθηκε σε πληθώρα θεμάτων, συνοδεία καλού καλιφορνέζικου κόκκινου οίνου...

Σε μια εποχή και σε μια αγορά που, δισκογραφικά τουλάχιστον, δεν αγαπάει τα «μεγάλα μεγέθη», εσείς επιστρέφετε στο προσκήνιο με ένα διπλό άλμπουμ...

Ο: «Είναι κάτι που το χρωστούσαμε στους εαυτούς μας. Θέλαμε να κάνουμε κάτι τελείως αυτοαναφορικό, το αντίθετο ακριβώς του επικοινωνιακού. Εντάξει, πάντα βρίσκονται βέβαια κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι επικοινωνούν τελικά με το ό,τι κάνεις, το Unreel όμως ξεκίνησε ως κάτι που αφορούσε αυστηρά εμάς τους δύο. Είδαμε ότι μια εκλεκτικότητα που διέκρινε το Ovation δεν πέρασε απαρατήρητη μα έτυχε και κάποιας υποδοχής. Οπότε αυτό μας έδωσε κάποιο θάρρος ώστε, τουλάχιστον για μία φορά, να κάνουμε ό,τι ακριβώς γουστάραμε. Γνωρίζουμε ότι δείχνει υπερβολικό για τα τωρινά δεδομένα, όμως σκοπίμως το κάναμε».

M.K.: «Το τελικό αποτέλεσμα άλλωστε είναι προϊόν μεγάλης αφαίρεσης. Τα κομμάτια από τα οποία είχαμε να διαλέξουμε ήταν πολύ περισσότερα».

Συναντήσατε αντιδράσεις κατά την πορεία πραγμάτωσης ενός τέτοιου στόχου;

O: «Ναι. Ακόμα και άνθρωποι οι οποίοι μας εκτιμούν θεώρησαν πως ήταν υπερβολικό, με το σκεπτικό ότι ποιος θα κάτσει να ακούσει ένα διπλό άλμπουμ. Στον Αιμίλιο όμως από τη Hitch Hyke άρεσε και ως ιδέα, αλλά και το υλικό, οπότε αποφασίσαμε να προχωρήσουμε έτσι. Από εκεί και πέρα ξέραμε ότι στην Ελλάδα δεν θα είχε μεγάλη τύχη, ελπίζουμε πως κάτι παραπάνω θα γίνει ίσως έξω».

Το θεωρείτε δηλαδή τελεσίδικο ότι στην Ελλάδα το ενδιαφέρον θα περιοριστεί εκ των πραγμάτων σε μικρούς αριθμούς;

O: «Εκ των πραγμάτων, γιατί ως γνωστόν η Ελλάδα διασκεδάζει στα σκυλάδικα, «προβληματίζεται» με συγκεκριμένους τραγουδοποιούς και κάνει την «επανάστασή» της ανακαλύπτοντας το ραπ. Επικρατεί μια άποψη πως ο καθένας πρέπει να κάνει αυτό που τον εκφράζει, πως τα πάντα είναι ζητήματα καρδιάς, πάθους και του να είσαι αυθεντικός. Δεν έχει π.χ. σημασία αν σου αρέσει ο φασισμός, σημασία έχει να είσαι ο εαυτός σου».

Μ.Κ.: «Όλοι πια λένε το ίδιο πράγμα, αλλά κανείς δεν προχωρά ποτέ πέρα από αυτή τη γενικολογία σε πιο συγκεκριμένα πράγματα, λέγοντάς μας π.χ. τι είναι αυτό ακριβώς που γουστάρει να κάνει ή με ποιον τρόπο και γιατί το προσεγγίζει».

Σας απασχολεί το hype που περιβάλλει τελευταία ορισμένους αγγλόφωνους καλλιτέχνες στην Ελλάδα και προέρχεται κυρίως από τον ανεξάρτητο τύπο;

Ο: «Κοίταξε, αν εννοείς τη Μόνικα, η Μόνικα είναι μια όντως συμπαθέστατη περίπτωση. Σαφώς και όχι κάτι το ρηξικέλευθο – μην τρελαθούμε κιόλας – οπωσδήποτε όμως συγκινητικό. Στην περίπτωσή της νομίζω πως ήταν κάπου αναμενόμενο να γίνει κάτι τέτοιο, γιατί ζούμε σε μια εποχή όπου βασιλεύουν οι καλλιτεχνικές «μειονότητες» προηγούμενων εποχών: οι μετανάστες, οι γυναίκες και οι γκέι. Δεν το εννοώ ρατσιστικά ή με κάποια διάθεση υποτίμησης – μην ακουστεί έτσι. Δεν αντιλέγω πως ίσως να είναι και δικαιολογημένο ή ακόμα και σωστό κάτι τέτοιο. Επισημαίνω, όμως, πως αν εμφανιστούν ας πούμε δύο άνθρωποι με το ίδιο μουσικό IQ και ο ένας είναι άντρας και ο άλλος γυναίκα, θα προτιμηθεί η γυναίκα».

Σας έκανα αυτή την ερώτηση γιατί έχω παρατηρήσει τους προβολείς της δημοσιότητας να πέφτουν σε διάφορους νέους αγγλόφωνους καλλιτέχνες – και πέρα από τη Μόνικα – όχι όμως και σε σας.

Μ.Κ.: «Έχουμε ακούσει κατά καιρούς διάφορες προβαλλόμενες περιπτώσεις, αρκετές φορές όμως θεωρώ πως επρόκειτο για δήθεν προσπάθειες. Και μου έχει δημιουργηθεί και μια αίσθηση κλίκας, που ίσως να εξηγεί αυτή την προβολή».

Ο: «Θεωρώ κι εγώ πως υπάρχει ένα μορατόριουμ μεταξύ δήθεν μουσικών και δήθεν δημοσιογράφων, που προβάλλουν οι μεν τους δε, ενδιαφερόμενοι περισσότερο για τα μπλουζάκια και την πόζα στη φωτογράφηση ή στην κάμερα, παρά για τη μουσική. Τέτοιες περιπτώσεις πουλάνε αυθεντικότητα βασισμένη στα κλισέ της λαϊκής αντίληψης για την αυθεντικότητα, κάτι το οποίο εμάς διόλου δεν μας αφορά. Το δικό μας μουσικό υλικό απαιτεί κάποια πράγματα από τον ακροατή του. Πρώτα-πρώτα, να είναι νοήμον ον, να μπορεί να μπει σε μια διαδικασία ακούγοντας. Πρόκειται για μια πολύ διαφορετική υπόθεση».

Από την άλλη, ζούμε σε εποχές με έντονα και φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα, ο αντίκτυπος των οποίων έχει πια γίνει αισθητός και στην Ελλάδα. Πέρα, όμως, από κάποιες περιπτώσεις, ο μεγάλος όγκος της παραγόμενης μουσικής δεν δείχνει να ενδιαφέρεται να εκφράσει αυτό το περιβάλλον...

Ο: «Η δική μας αντίληψη για την πραγματικότητα είναι αρκετά ζοφερή. Όταν έχεις μια τέτοια οπτική, ή θα ηττηθείς από αυτό το πράγμα, ή θα κρατήσεις κάποιες άμυνες, έστω και «διαφεύγοντας» σε νοερές πραγματικότητες. Θεωρούμε πως είναι και τραγικό και απαράδεκτο που η μουσική δημιουργία δεν ενδιαφέρεται να μιλήσει για τέτοια πράγματα. Η μουσική ήταν πάντα καθρέφτης της κοινωνίας, πάνω-κάτω. Από την άποψη αυτή, λοιπόν, ένα τέτοιο φαινόμενο δείχνει και μια συνολικότερη καλλιτεχνική αντίληψη, η οποία εστιάζει στην προβολή του εγώ του καλλιτέχνη, παρά στην ίδια τη μουσική – και, κατ’ επέκταση, της σχέσης την οποία μπορεί να έχει με την πραγματικότητα. Αυτός είναι και ένας λόγος που δεν κάνουμε καθόλου live, πέρα από τη δυσκολία και τα έξοδα τα οποία συνεπάγεται η παρουσίαση ενός υλικού σαν κι αυτό που απαρτίζει το Unreel».

Πράγματι, δεν κάνατε ούτε ένα live για το Ovation. Είναι θέμα φιλοσοφίας λοιπόν;

Ο: «Υπάρχουν δύο κλισέ σχετικά με τα live, ευρέως αποδεκτά, με τα οποία διαφωνούμε κάθετα. Το πρώτο λέει ότι η κατάσταση στο στούντιο είναι ψυχρή και ότι μόνο στη σκηνή, απέναντι στο κοινό, μπορείς να αισθανθείς πραγματική ζεστασιά. Αν είσαι όμως μουσικός και χρειάζεσαι ακροατήριο για να μπορέσεις να επιστρατεύσεις το πάθος, την ενέργειά σου, ακόμα και την αμεσότητά σου, τότε τι σόι μουσικός είσαι; Το δεύτερο κλισέ λέει, όπως διάβαζα πρόσφατα και σε συνέντευξη των Calexico, ότι με την τεχνολογία όλοι σήμερα μπορούν να βγάλουν δίσκο, άρα η αξία ενός καλλιτέχνη μόνο στη συναυλία μπορεί να φανεί. Αυτή πάλι είναι μια πολύ απλοϊκή λογική, γιατί εστιάζει στο μέσο και όχι στον άνθρωπο, ο οποίος χειρίζεται αυτή την τεχνολογία, και στις ιδέες του. Για να μην ανοίξουμε και τη μεγάλη συζήτηση για το αν οι συναυλίες γίνονται, έτσι κι αλλιώς, για αμιγώς καλλιτεχνικούς λόγους, ή αν αποτελούν και λίγο εμποροπανηγύρεις. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, το πώς ξεκίνησε το φαινόμενο των live: σε εποχές όπου δεν γινόταν να ηχογραφήσεις, το μόνο μέσον επικοινωνίας σου ήταν η συναυλία».

Μ.Κ.: «Προσωπικά συμπάθησα πολύ περισσότερο τον Glenn Gould – τον μεγαλύτερο ίσως πιανίστα της εποχής του – όταν σταμάτησε τις συναυλίες».

Ο: «Είναι τυχαίο πως τόσο ο Glenn Gould όσο και οι Beatles σηκώσανε τη σημαία κατά των συναυλιών; Και δεν μιλάμε τώρα για καλλιτέχνες οι οποίοι δεν μάζευαν κόσμο στα live τους, έτσι; Μην ξεχνάμε, όμως, και το άλλο. Στην Ελλάδα οι εταιρείες δίσκων έχουν πλέον περάσει ως γραμμή να μην υπογράφονται συμβόλαια με καλλιτέχνες οι οποίοι δεν έχουν τρόπο να περάσουν τη μουσική τους στη νύχτα. Αυτό σημαίνει ότι τα οικονομικά του μουσικού εξαρτώνται πλέον πολύ περισσότερο από τα live, παρά από τις ηχογραφήσεις. Και συχνά πλέον, ειδικά στα σκυλάδικα, οι δίσκοι δεν λειτουργούν παρά ως ένα διαβατήριο προς το νυχτερινό κέντρο».

Τι είναι αυτό, κατά τη γνώμη σας, που ωθεί τους ακροατές να συνεχίζουν να είναι οπαδοί, σε μια εποχή όπου η ευκολία του downloading έχει δώσει τη δυνατότητα να τσιμπολογάς από εδώ κι από εκεί, χωρίς ποτέ να χρειάζεται να εμβαθύνεις σε ό,τι ακούς;

Ο: «Πράγματι, εκατομμύρια άνθρωποι παραμένουν οπαδοί. Η δική μου αίσθηση είναι ότι ένας οπαδός γεννιέται με δύο τρόπους. Ο ένας όταν θεωρεί κανείς ότι, κατά κάποιον τρόπο, κάποιος καλλιτέχνης διαθέτει ένα χάρισμα το οποίο του φαίνεται εξωανθρώπινο. Στην περίπτωση αυτή το είδωλό του κατασκευάζεται ως κάτι το υπερφυσικό – εγώ ο ίδιος ας πούμε έχω λατρέψει τους Ministry και τους Pantera για τέτοιους λόγους, με γοήτευε αυτό το απο-ανθρωποποιημένο το οποίο εκπέμπανε. Ο δεύτερος τρόπος είναι γιατί αυτό που θαυμάζουν διάφοροι σε κάποιους σταρ είναι ο εαυτός τους στη θέση του τελευταίου: τη δυνατότητα, δηλαδή, να γίνουν κι εκείνοι σαν το αντικείμενο του θαυμασμού τους, να γίνουν οι σταρ του μέλλοντος».

Ωραία παρατήρηση... Πάνω σε αυτό ακριβώς δεν βασίζονται άλλωστε όλα αυτά τα ρεάλιτι σόου ταλέντων που έχουν κατακλύσει τελευταία την τηλεόραση;

Ο: «Ασφαλώς! Για εμάς τώρα κάτι τέτοιο ακούγεται ίσως σαν μια βαθυστόχαστη ανάλυση, για άλλους όμως είναι αυτονόητο. Πίσω από όλα αυτά τα σόου ταλέντων υπάρχουν στρατιές συμβούλων, κοινωνιολόγων και ψυχολόγων, οι οποίοι όχι μόνο τα ξέρουν όλα αυτά, αλλά και τα χρησιμοποιούν κατευθύνοντας το κοινό. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα μπλογκ. Ενθαρρύνεται δηλαδή συνειδητά ο μέσος άνθρωπος ώστε να συμπεριφέρεται με όρους ιδιοφυΐας. Σου περνάει η ψευδαίσθηση του «μπορείς κι εσύ» - π.χ. πως αν καυτηριάσεις ένα γεγονός ή μια συμπεριφορά στο μπλογκ σου έχει αλλάξει κάτι. Ενώ στην πραγματικότητα έχεις απλώς εκτονωθεί και κανείς, βέβαια, δεν σου έχει δώσει σημασία. Η όποια «δύναμή» σου έχει περιοριστεί στην εκφορά μιας άποψης, αλλά στο παρουσιάζουν ως κάτι το special».

Για να γυρίσουμε λίγο στο Unreel, το φωτογραφικό υλικό του artwork ήταν δική σας επιλογή;

Ο: «Ναι, εμείς επιλέξαμε αυτές τις παραμορφωμένες φωτογραφίες, μας αρέσουν πολύ. Όταν είδα ας πούμε τη φωτογραφία του εξωφύλλου, που είναι η Μαρίνα, είπα αυτό θα γίνει εξώφυλλο – και ας ήταν μόνο η Μαρίνα, δεν χωράνε εγωισμοί σε τέτοια. Πολλές από τις φωτογραφίες τις βγάλαμε μάλιστα εμείς οι ίδιοι».

Μ.Κ.: «Είχαμε κάνει και επαγγελματικά sessions, που ήταν και καλά, αλλά όταν βγάλαμε αυτές για πλάκα είπαμε αυτό είναι, έχουν κάτι».

Ο: «Ίσως να ήταν και αντίδραση της στιγμής, αλλά τις ερωτευτήκαμε αμέσως».

Επόμενα σχέδια; Πώς θα είναι το τρίτο ΜΚ-Ο άλμπουμ;

Ο: «Ο επόμενος δίσκος είναι πιθανό να είναι κάτι χορευτικό, κάτι δηλαδή σε house και σε techno ρυθμούς. Θα προσπαθήσουμε να είναι κι αυτό διπλό άλμπουμ. Η ιδέα που υπάρχει – μέχρι στιγμής, γιατί αυτά αλλάζουν διαρκώς – είναι το ένα cd να είναι εντελώς dance και το άλλο μουσική μπαλέτου για έγχορδα, πιάνο και ηλεκτρονικά, με μια φιλοσοφία «δύο πλευρές χορευτικής μουσικής». Το δεύτερο τμήμα είναι μάλιστα ήδη γραμμένο, γιατί είχαμε μια παραγγελία από έναν χορογράφο να γράψουμε μια σύνθεση για ένα μπαλέτο, η οποία τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε».

Μ.Κ.: «Μας προκύπτουν όμως διαρκώς πράγματα και ιδέες, οπότε ως τον τρίτο δίσκο κανείς δεν ξέρει σε τι θα έχουμε καταλήξει».

Σημείωση: το πλήρες κείμενο μιας συνέντευξης που δημοσιεύτηκε σε πιο συντομευμένη μορφή στο Sonik 43 (Δεκέμβριος 2008)

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured