Θαυμάσιος κιθαρίστας, ο οποίος «πέρασε» και στο ευρύ κοινό χάρη στην ανέλπιστη επιτυχία των 100 Κιθάρων πριν μια τετραετία, ο Βαγγέλης Μπουντούνης επιστρέφει δισκογραφικά και μιλάει ανοιχτά στο Avopolis για το παρασκήνιο του νέου του δίσκου και για την «όψη του τέρατος» στη νεοελληνική πραγματικότητα…

 

 

Το Historia De Un Amor προβάλλεται ως «συνέχεια» των επιτυχημένων 100 Κιθάρων. Είναι όμως έτσι και για εσάς;

 

«Οι 100 Κιθάρες – οι οποίες, να το πούμε, δεν ήταν 100 αλλά 160 – ήταν μια δουλειά που στήθηκε ως συναυλία, δεν υπήρχε δηλαδή εξ’ αρχής στόχος να αποτυπωθεί κάπως. Παραμονή, όμως, της συναυλίας με πήρανε από την Eros, ο Νότης Μαυρουδής συγκεκριμένα, και μου πρότεινε να την ηχογραφήσουμε. Ήθελα να καταγραφεί κάπως όλη εκείνη η περιπέτεια με τις τόσες κιθάρες, να υπάρχει σε κάποια μορφή, οπότε είπα αμέσως ναι. Ο Άλεξ ο Χρυσίδης, ο πιο σημαντικός κατά τη γνώμη μου ηχολήπτης, έκανε στη συνέχεια το καλύτερο δυνατό στη μίξη ώστε να «μαζευτεί» όλο το υλικό, και πάλι όμως βγήκε ένα cd το οποίο άρεσε μεν πολύ στον κόσμο, δεν άρεσε όμως σε μένα. Γιατί ήξερα όλες τις ατέλειες και τα λάθη. Το Historia De Un Amor είναι κάτι που προσεγγίζει περισσότερο σε ό,τι έχω κατά νου. Έχει μάλιστα και περισσότερο βιολί και τσέλο χωρίς αυτά τα όργανα – που παίζουν ο Κωνσταντίνος και η Λυδία Μπουντούνη –  δεν νομίζω πως θα μπορούσα να κάνω αυτόν τον δίσκο. Και πάλι, βέβαια, είχα πίεση να φαίνονται πολλές κιθάρες και εκεί νομίζω πως την πάτησα, προέκυψε λίγο φορτωμένο».

 

Δίπλα στον τίτλο του cd υπάρχει πάλι το λογότυπο των 100 κιθάρων. Αλλά δεν χρησιμοποιήσατε ξανά τόσους πολλούς μουσικούς, έτσι δεν είναι;

 

«Όχι, τώρα μπήκαμε στο στούντιο λιγότερα άτομα. Είναι όπως το είπατε, ένα λογότυπο, το οποίο μάλιστα στην αρχή δεν μου άρεσε όταν το συζητούσαμε στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, μου φαινόταν λιγάκι φανφαρόνικο».

 

Σας εξέπληξε η επιτυχία των 100 Κιθάρων;

 

«Δεν το περίμενα, ήταν ανέλπιστο. Όταν άρχισαν να καταφτάνουν από την Eros λουλούδια και σοκολατάκια, αφού είχαμε κάνει πια το cd, τότε άρχισα να καταλαβαίνω τι γίνεται. Και ήταν μια επιτυχία η οποία σταθερά συνεχίστηκε έκτοτε, οπουδήποτε και να δίναμε συναυλίες».

 

Παρόλα αυτά, σε χώρους όπως το Μέγαρο Μουσικής, όπου θα περίμενε κανείς να έχει συχνή παρουσία η μουσική σας, οι εμφανίσεις σας είναι, νομίζω, αραιές…

 

«Το Μέγαρο ειδικά είναι μια μεγάλη πίκρα για μένα. Έχω την αίσθηση ότι είμαι κομμένος για λόγους που δεν γνωρίζω. Ελπίζω γρήγορα να καταλάβω τι συμβαίνει εκεί μέσα σε σχέση με το άτομό μου».

 

Στο Historia De Un Amor ανοίξατε σε μεγαλύτερη έκταση ό,τι κάνατε στο Ηρώδειο με τις 100 Κιθάρες – και θα ήθελα να σταθούμε λίγο σε κάποιες επιλογές. Πρώτα-πρώτα στο ίδιο το “Historia De Un Amor” του Almaran...

 

«Αυτό ήταν επιλογή του Μάριου του Φραγκούλη. Άλλα τραγούδια του πρότεινα, εκείνος όμως επέμεινε σε αυτό. Υπάρχει μάλιστα και μια λεπτομέρεια που και ο ίδιος ο Φραγκούλης δεν την ξέρει, θα τη διαβάσει σε αυτή τη συνέντευξη για πρώτη φορά: παρόλο που ακούγεται ένας όγκος από κιθάρες, στην πραγματικότητα παίζουν μόνο δύο, η δική μου και της Μάρως της Ραζή – παίζαμε όλες τις νότες και τις συγχορδίες σε διαρκώς διαφορετικές θέσεις. Εδώ θέλω να τονίσω πως η Μάρω υπήρξε βασικότατη συντελέστρια σε όλο το cd, κυριολεκτικά το έτερό του ήμισυ. Στο στούντιο μπήκαμε αρχικά εγώ, η Μάρω Ραζή, ο Φραγκούλης και καμιά δεκαπενταριά άλλοι, που άρχισαν να λένε πώς έπρεπε να το πούμε, σε τι τόνο κτλ. Ξαφνικά τα πήρα λίγο και ζήτησα να μείνουμε οι τρεις μας μόνο, δηλαδή εγώ, η Μάρω και ο Φραγκούλης – και όντως δημιουργήθηκε τότε μια ωραία ατμόσφαιρα. Το “Historia De Un Amor” είναι ίσως το μόνο τραγούδι που δεν θα το επέλεγα να βρίσκεται στον δίσκο, αν και ακούγοντας τελικά την ερμηνεία και τις ενορχηστρώσεις θεωρώ πως ταίριαξε. Υπάρχει ξέρετε μια λεπτή διαχωριστική γραμμή την οποία δεν θέλω να την κατέβω. Ιδιαίτερα μετά την επιτυχία του πρώτου cd, δεν ήθελα να «κατέβω» σκαλοπάτια ώστε να πιάσω ακόμα περισσότερο κόσμο».

 

Πού την τοποθετείτε αυτή τη διαχωριστική γραμμή δηλαδή;

 

«Μέχρι τον Χατζιδάκι. Το εννοώ ως ύφος, δεν το εννοώ χαμηλά ως τον Χατζιδάκι, τον οποίον εκτιμώ και ιδιαιτέρως όπως ξέρει άλλωστε όποιος έχει παρακολουθήσει την ως τώρα δισκογραφία μου».

 

Και στη δουλειά αυτή επιστρέφετε στον Χατζιδάκι – μία μάλιστα από τις καλύτερες στιγμές της είναι η “Προσωπογραφία Της Μητέρας Μου”. Τι σημαίνει για σας ο Χατζιδάκις;

 

«Πέρασα τα παιδικά μου χρόνια με μια μεγάλη αγωνία μην και «προδώσω» την κλασική κιθάρα και, ενώ άκουγα τους Beatles, οι οποίοι ήταν της εποχής μου, τους έκανα στη μπάντα, όπως και άλλα μεγάλα συγκροτήματα τότε – τους Rolling Stones π.χ. και τους Pink Floyd – και δεν άκουγα τίποτα άλλο πέρα από κλασικά. Ο Χατζιδάκις ήταν η αιτία που έκανα στροφή, υπήρξε δάσκαλός μου στο ότι καλή μουσική δεν είναι μόνο η κλασική: υπάρχουν και στην κλασική μουσική πράγματα για πέταμα, όπως υπάρχουν και διαμάντια στην ελαφρά».

 

Τι είναι αυτό που προξενεί αυτή τη σοβαροφάνεια; Γιατί κάποιος που ασχολείται με τα κλασικά να νιώθει ότι δεν πρέπει να τον αφορούν οι Beatles;

 

«Μπαίνουμε σε τριπάκια και πολλές φορές παγιδευόμαστε σε αυτά, θεωρώντας πως είναι ο κόσμος ολόκληρος. Με θυμάμαι να παίζω κιθάρα και να πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι θα έπρεπε να είναι κιθαρίστες. Μετά από κάποια χρόνια αποδέχθηκα ότι η κιθάρα αποτελεί ένα μέρος μονάχα της μουσικής – και θεοποίησα τότε τη μουσική. Χρειάστηκε να περάσει κι άλλος καιρός ώστε να καταλάβω πως και η μουσική δεν είναι η ζωή μας, μα ένα μέρος αυτής. Πολλοί «κλασικοί», λοιπόν, έχουν μπει σε ένα τέτοιο τριπάκι και δεν έχουν ούτε την αντοχή, ούτε τη γενναιοδωρία να ανοίξουν τα αυτιά τους και να ανακαλύψουν πως υπάρχει ενδιαφέρον και έξω από τον δικό τους κόσμο. Είναι κολλημένοι, έτσι τους ονομάζω. Και για τους κολλημένους με την κιθάρα λέω πως έχουν...κιθαρίλα! (γέλια)».

 

Ευχάριστη έκπληξη μου έκανε, επίσης, και ένα από τα τραγούδια που τραγουδάει η Ελπινίκη Ζερβού, το “O Pastor” των Madredeus...

 

«Αυτό το κομμάτι είναι το πιο πλούσιο σε κιθάρες. Είναι ένα τραγούδι το οποίο μου αρέσει πολύ, το θεωρώ ιδιαίτερα εμπνευσμένο, το τελικό πάντως αποτέλεσμα ομολογώ πως δεν με ικανοποίησε και τόσο. Δεν λέω πως δεν είναι ωραίο, για κάποιον όμως λόγο δεν βγήκε όπως το περίμενα, το περίμενα ακόμα καλύτερο».

 

 

Ως ενεργά εμπλεκόμενος στη διδασκαλία μουσικής, τι θεωρείτε ότι θα έπρεπε να αλλάξει ώστε ο κόσμος να αποκτήσει καλύτερη επαφή με τον Βιβάλντι, π.χ., που επίσης διασκευάζετε, ή και τον ίδιο ακόμα τον Χατζιδάκι;

 

«Δεν καταλαβαίνω γιατί κάποιος δεν μπορεί να ακούσει τον Βιβάλντι, τον Χατζιδάκι ή το “O Pastor”. Δεν είναι ηλίθιοι οι Έλληνες, έχει να κάνει καθαρά με το ότι τέτοιες μουσικές δεν προβάλλονται, ενώ άλλα πράγματα υπερπροβάλλονται – ιδίως στην τηλεόραση. Πιστεύω ότι στα σχολεία θα έπρεπε να μπούνε, για το μάθημα της μουσικής, μουσικοί και όχι δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι κοιτάνε το ρολόι τους πότε θα τελειώνουν. Δεν θεωρώ τυχαίο κάτι που διάβασα τελευταία για τη Γερμανία, πως ένα 10-11% ακούει Μπαχ».

 

Δεν πιστεύετε ότι αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο Μπαχ είναι η δική τους πολιτιστική κληρονομιά, ενώ εδώ οι καταβολές είναι προς άλλη κατεύθυνση;

 

«Αυτό είναι ένα παραμύθι. Σε ολόκληρη Γερμανία, με την οργανωμένη της εκπαίδευση, είναι ζήτημα να στέκουν 1-2 κιθαρίστες. Στην Ελλάδα μπορώ να σας αναφέρω γύρω στους 20 – άρα κάτι άλλο συμβαίνει. Εντάξει, εμείς δεν ζήσαμε Αναγέννηση και είχαμε τους Τούρκους. Ως πότε όμως θα μας κυνηγάει αυτό το πράγμα; Είχε δίκιο ο Χατζιδάκις, όταν έλεγε ότι το μόνο που φοβάται είναι μήπως αποδεχθούμε την όψη του τέρατος. Αυτό ακριβώς νομίζω πως έχει συμβεί στην Ελλάδα».

 

Δεν θεωρείτε, όμως, ότι, μαζί με τα Cafe De LArt, οι 100 Κιθάρες ήταν από τις δουλειές που έσπασαν μια κατεστημένη αντίληψη για το τι θέλει να ακούει ο πολύς κόσμος;

 

«Κοιτάξτε, δεν έχω και πολύ μεγάλη ιδέα για τον ελληνικό λαό. Υπάρχει, όμως, ένα κοινό το οποίο υποβόσκει, ζητώντας μια υποτυπώδη ας την πούμε «καθοδήγηση», που δεν τη βρίσκει βέβαια ούτε στην τηλεόραση, ούτε και στα ραδιόφωνα. Ως ένα σημείο, πάντως, είναι όλα και ζήτημα προπαγάνδας, κατά μία έννοια. Αν υπήρχε διάθεση δηλαδή να πάει το νέο μου cd στις πρώτες θέσεις της κυκλοφορίας, νομίζω πως τους περισσότερους ανθρώπους θα τους κέρδιζε με μια υποτυπώδη μόνο πλύση εγκεφάλου».

 

Αν υπήρχε διάθεση, είπατε. Διακρίνω κάποιο παράπονο;

 

«Έχω το παράπονο πως το cd αυτό θα χαθεί μέσα στα πολλά cd. Το βλέπω να διαφημίζεται μέσα σε έναν αχταρμά από άλμπουμ και νιώθω άβολα με αυτό. Ενώ πρόκειται για μια δουλειά που θεωρώ πως αφορά περισσότερο τον υπόλοιπο κόσμο παρά την Ελλάδα – στη Νέα Υόρκη π.χ., όπου την παρουσιάσαμε και μάλιστα με κουτσουρεμένη την ορχήστρα, έγινε χαμός, δεν μας αφήνανε να φύγουμε. Παρόλα αυτά, αυτό το cd ούτε καν μεταφράστηκε, βγήκε μονάχα στα Ελληνικά. Το θεωρώ άδικο».

 

Το βρίσκω πράγματι ως μια περίεργη επιλογή. Τι εξήγηση σας δόθηκε γι’ αυτό;

 

«Δεν κατάφερα καθόλου να ασχοληθώ με το πώς εμφανίζεται αυτός ο δίσκος. Δεν μπόρεσα να ελέγξω τίποτα πέρα από το στάδιο της ηχογράφησης. Μου περνάει από το μυαλό ότι ίσως αν το έβγαζε μια μικρότερη εταιρεία να ήταν διαφορετικά τα πράγματα, ίσως να το πονούσαν διαφορετικά. Νιώθω πίκρα, γιατί πιστεύω ότι το περιεχόμενο του cd δεν πήρε τη θέση που του αξίζει».

 

Έχετε συνθέσει και ο ίδιος ορισμένα κομμάτια στη νέα σας δουλειά. Σκοπεύετε να βγάλετε κάποια στιγμή έναν δίσκο με εξ’ ολοκλήρου δικές σας δημιουργίες;

 

«Υπάρχουν συνάδελφοι που γράφουν μουσική νομίζοντας πως είναι Μότσαρτ και κλείνουν το Ηρώδειο για δύο π.χ. μέρες, παρουσιάζοντας τη μουσική τους. Κάτι τέτοιους τους θεωρώ ψώνια. Επειδή ίσως άρχισα μεγάλος να γράφω μουσική, δεν έχω αυτή τη φιλοδοξία. Αγαπώ ιδιαίτερα τη μουσική, τη βλέπω ως ένα ταξίδι που πρέπει να προσφέρει χαρά στους άλλους και αυτό το ταξίδι δεν θα μπορούσα, θεωρώ, να το κάνω μόνο με τη δική μου μουσική».

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured