«Ο Καπετάν Μιχάλης έτριξε τα δόντια, όπως το συνηθούσε όταν τον καβαλίκευε ο θυμός∙ ξεπρόβαλε από τα χείλα του το δεξιό του σκυλόδοντο και φέγγρισε ανάμεσα στα μουστάκια του. Καλά τον είχαν παρανομιάσει στο Μεγάλο Κάστρο καπετάν Κάπρο∙ απάνω στη μάνητά του, με τα στρογγυλά κατασκότεινα μάτια του, με τον κοντό αλύγιστο σβέρκο, με τη βαριά χοντροκόκκαλη δύναμή του και το σκυλόδοντο που ξεπρόβαινε, έμοιαζε αληθινά με κάπρο, που είδε ανθρώπους κι αντιστυλώθηκε στα πισινά του να χιμήξει».

Η εικόνα που έπλασε ο Νίκος Καζαντζάκης για τον αψίθυμο μυθιστορηματικό του ήρωα, καθοδηγεί το σχέδιο του Παναγιώτη Πανταζή στη διασκευή του Καπετάν Μιχάλη σε graphic novel. Φυσικά και δεν πρόκειται για «ρεαλισμό»: ο Καπετάν Μιχάλης είναι ένας εξορισμού εξωπραγματικός αντι-ήρωας, πλασμένος λες από την πένα του Καζαντζάκη ακριβώς για να γίνει κάποια στιγμή κόμικ. Στο ύφος του Πανταζή ανιχνεύονται επιδράσεις από τα «έγχρωμα» σχέδια του Hugo Pratt στις ανατολίτικες περιπέτειες του Corto Maltese∙ διακρίνονται επίσης αναφορές στον μεταϊμπρεσιονισμό του Πωλ Γκωγκέν.   

Στο σενάριο ο Πανταζής μένει πιστός στη βασική, καζαντζακική αφήγηση. Οι όποιες θεμιτές επεμβάσεις του γίνονται με ευρηματικές πινελιές που επιταχύνουν την εξέλιξη της πλοκής -ας μην λησμονιέται ότι το πρωτότυπο έργο είναι πάνω από 500 πυκνογραμμένες σελίδες σε έκταση. Σε συνδυασμό με την εικονογράφηση, η ιστορία συμπυκνώνεται στους καλοακονισμένους διαλόγους των χαρακτήρων. Κάτι πολύ σημαντικό: ο Πανταζής έχει κατορθώσει να μεταφέρει στα μέτρα ενός graphic novel τον εσωτερικό μονόλογο του Καπετάν Μιχάλη, στοιχείο απαραίτητο για την κατανόηση του ήρωα. Ακολουθώντας τους εσωτερικούς του κραδασμούς, τη λαχτάρα του για την Ελευθερία που κονταροχτυπιέται με τον ανομολόγητο ερωτά του για τη Δυσδαιμόνα-Εμινέ (ο σαιξπηρικός Οθέλλος αποτελεί κύρια αναφορά στο μυθιστόρημα), ο Καπετάν Μιχάλης βάζει φωτιά σ’ ολόκληρη την Κρήτη, σε χριστιανούς και μουσουλμάνους, σε Τούρκους και Ρωμιούς. Δεν πρόκειται για εγωκεντρικό trip ή για ενόρμηση θανάτου. Ο Σπινόζα ορθά σημειώνει ότι «ένας ελεύθερος άνθρωπος σκέφτεται ούτε λίγο ούτε πολύ τον θάνατο, και η σοφία του είναι ένας διαλογισμός όχι του θανάτου αλλά της ζωής». Όμως, ο Καπετάν Μιχάλης είναι ένας χαρακτήρας με νιτσεϊκά στοιχεία. Συνιστά μια υποκειμενικότητα που η κυρίαρχη ανεξαρτησία της υπερακοντίζει τον δεσποτισμό και τις κυρίαρχες κοινωνικές συμβάσεις∙ ανατέμνει τις επινοημένες παραδόσεις. Το αποκλειστικά προσωπικό υπερβαίνει τον εαυτό του και εισέρχεται, μέγα και απόκοσμο, στη σφαίρα του μυθικού και του συλλογικού. Σκουτελοβαρίσκω σου!    

Καταρχάς, γιατί επέλεξες να ασχοληθείς με τον “Καπετάν Μιχάλη”; Ως αναγνώστης λογοτεχνίας, θυμάσαι την εντύπωση (συναισθήματα, προβληματισμούς) που σου γέννησε το καζαντζακικό κείμενο όταν το πρωτοδιάβασες;

Όταν με προσέγγισαν οι εκδόσεις Διόπτρα διερευνώντας την πιθανότητα να κάνω αυτό το κόμικ σκέφτηκα πως είναι ευκαιρία να αναμετρηθώ με κάτι μεγάλο. Δεν θυμάμαι πολλά από την πρώτη επαφή, μόνο ότι ήταν κάποιο απόσπασμα σε κάποιο σχολικό βιβλίο και θέλησα να διαβάσω ολόκληρο το βιβλίο, αλλά δεν τα κατάφερα τελικά, μάλλον ήμουν μικρός για το Αναφορά στο Γκρέκο.

Πώς προσέγγισες έναν μάλλον νιτσεϊκό λογοτεχνικό ήρωα; Θυμίζω τον εσωτερικό μονόλογο του Καπετάν Μιχάλη, όπου συλλογίζεται ότι το μπαϊράκι του θα έπρεπε να γράφει «Ελευθερία και Θάνατος». 

Ο καπετάν Μιχάλης είναι μια υπερδραματοποιημένη εικόνα του πατέρα του Καζαντζάκη. Νιώθω πως σε όλο το μυθιστόρημα υπάρχει μια αναποφασιστικότητα ανάμεσα στο αν θα τον παρουσιάσει ως τον υπέρτατο ήρωα ή αν θα του ασκήσει κριτική. Αυτή η αμφιθυμία παραμένει  μέχρι και το –κυριολεκτικό- τέλος του χαρακτήρα. Για εμένα, που φωτίζω τον χαρακτήρα από το 2023 και δεν εμπλέκομαι συναισθηματικά μαζί του -δεν είναι ο μπαμπάς μου-, ήταν κάπως πιο καθαρά τα πράματα: ο Καπετάν Μιχάλης μέσα από τον απολύτως δυαδικό τρόπο που προσεγγίζει τα πάντα ουσιαστικά χάνει πολλές μάχες που θα μπορούσε να είχε κερδίσει και ακολουθεί μια πορεία, πιστή μεν σε κάποια ιδανικά, άγονη δε ως προς την πλήρωσή τους.

Bρισκόμαστε στην Κρήτη της Επανάστασης του 1889. Προσπάθησες να παραμείνεις πιστός στο συγκείμενο και στα συμφραζόμενα της εποχής;

Ναι, δεν υπήρξε κάποια άλλη σκέψη. Εξάλλου δεν ήθελα να χάσω την ευκαιρία να σχεδιάσω όλες αυτές τις στολές και τα κτίρια.

Μια από τις πιο εντυπωσιακές αναπαραστάσεις στο graphic novel είναι η μονομαχία του αδελφού του Καπετάν Μιχάλη, του Μανούσακα, με τον Τούρκο αδελφοποιτό του, τον Νουρή; Πόσο σε δυσκόλεψε η χορογραφία;

Είναι μια σκηνή που οι πρωταγωνιστές της μαρτυρούν, εγώ όμως διασκέδασα πολύ στο να την σχεδιάσω.

Επιπρόσθετα, το γλέντι του Καπετάν Μιχάλη -προκλητικά, Μεγαλοβδομαδιάτικα- με τους τζουτζέδες του (Βεντούζο Μπερτόδουλο, Φουρόγατο, Εφεντίνα, Καγιαμπή) μου έφερε στυλιστικά στο μυαλό κάποια έγχρωμα σχέδια του Hugo Pratt για τον Corto Maltese στις περιπέτειές του με τους Δερβίσηδες, τους Ζεϊμπέκους, Ασσασσίνους κλπ. Είναι επιρροή στο έργο σου;

Νομίζω είναι από σπόντα. Δεν έχω πολυδιαβάσει Hugo Pratt, έχω αγαπήσει όμως το πώς σχεδιάζει ο Paul Pope και πως χρωματίζει τα σχέδια του ο Jose Villarubia – και αυτοί οι δύο έχω λόγους να πιστεύω πως έχουν επηρεαστεί από τον Pratt.

Δεν είναι φοβερό πάντως ότι ο Καπετάν Μιχάλης κάνει τελικά την Επανάσταση ακριβώς μ’ αυτούς τους απίθανους τύπους, τα underdogs;

Νομίζω όλα έτσι γίνονται στη ζωή. Οι ήρωες δεν βγαίνουν από κάποιο Εργοστάσιο Ηρώων, απλώς μια μέρα ανταπεξέρχονται στις περιστάσεις.

Πόσο σε δυσκόλεψε να σκιαγραφήσεις (εσωτερικά και εξωτερικά) την Εμινέ;

Η Εμινέ είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας, το πόσο ελεύθερη παραμένει μέσα της συνέχεια ανεξαρτήτως του έγγαμου status της. Έχει φοβερό backstory που δεν μπόρεσα να χωρέσω στη δική μου εκδοχή, γιατί κινήθηκα κατά 99% γραμμικά στη ροή μου, ωστόσο ελπίζω να αντανακλάται στον τρόπο που φέρει τον εαυτό της όποτε έρχεται στο προσκήνιο.

Ποιες ήταν οι δικές σου επεμβάσεις στο σενάριο;

Ο Καζαντζάκης χτίζει έναν ολόκληρο κόσμο με λεπτομέρειες και ενδόμυχες αφηγήσεις. Aν ακολουθούσα το πρωτότυπο, το κόμικ θα έπρεπε να βγει πάνω από χίλιες σελίδες (το κόμικ μου είναι περίπου 170). Ωστόσο το κόμικ σου δίνει την ελευθερία να πεις πράματα και με την εικόνα που τρέχει παράλληλα με το κείμενο. Εκεί χώρεσα πράγματα που νιώθω πως θα μείνουν ως αίσθηση και θα βοηθήσουν στην δημιουργία ενός συνολικότερου συγκειμένου κι ας μην είναι ολοφάνερα σε πρώτη ανάγνωση.

Ας δούμε λίγο το σχέδιο. Τι υλικά χρησιμοποίησες και πώς έκρινες ότι είναι ταιριαστά με την ιστορία που αφηγείσαι;

Με αυτά που νιώθω πως εκφράζομαι καλύτερα μετά από δύο δεκαετίες που ασχολούμαι με το αντικείμενο: μολύβια και μελάνια για το σχέδιο, και μια μίξη χρώματος στον υπολογιστή με υφές που έχω δημιουργήσει στο χέρι. Ξέρω πλέον πως αν βουτήξω ένα πινέλο σε μελάνι μπορώ να φτιάξω γραμμές όσο απαλές ή τραχιές θέλω. Αναλόγως λοιπόν τον ψυχικό τόνο της σκηνής, κάνω αυτό που χρειάζεται.

Σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές σου (“Στα Μυστικά του Βάλτου”, “Φεστιβάλ”, “Μέρες Λατρείας”), με ποιους τρόπους διαφοροποιήθηκες σ’ αυτή σου τη δουλειά;

Ως υλικά, από αντικειμενική σκοπιά, όχι πολύ. Μόνη τρανταχτή διαφορά είναι πως στο “Φεστιβάλ” αντι για φουλ χρώμα παίξαμε με διχρωμία. Ωστόσο, κάθε ιστορία θέλει τον δικό της χειρισμό. Δεν είναι τα υλικά από μόνα τους κάτι, το πώς τα χειρίζεσαι είναι. Στα “Μυστικά” χρησιμοποίησα 5-6 πινέλα, στον “Καπετάν Μιχάλη” κάπου 15. Χαλούσαν πιο εύκολα γιατί χρειάστηκε να τα κακομεταχειριστώ παραπάνω. Κάτι στην ιστορία εξυπηρετούσε κι αυτό.

Έχεις συνεργαστεί με τον Γιώργο Γούση, που με τη σειρά του μετέγραψε σε graphic novel τον “Ερωτόκριτο”. Θεωρώ ότι τα δύο graphic novel επικοινωνούν με κάποιο τρόπο. Αντίστοιχα, θα διέκρινες υφολογικές επιδράσεις του Κορνάρου στο έργο του Καζαντζάκη;

Δεν είμαι σίγουρος, κι αυτό το λέω με την έννοια ότι δεν έχω επαρκές background για να δω τέτοιες συνδέσεις. Πάντως, ίσως  τα δυο comics να επικοινωνούν επειδή στο ένα συνεργαστήκαμε στο χρώμα και στο άλλο ο Γιώργος ήταν ο editor.

Ποιοι άλλοι σχεδιαστές κόμικ σε έχουν επηρεάσει; Με ποια άλλα λογοτεχνικά κείμενα θα επιθυμούσες να καταπιαστείς;

Μου αρέσουν Aμερικάνοι δημιουργοί indie comics που στην πορεία συνειδητοποίησα πως έχουν επηρεαστεί από Ευρωπαίους δημιουργούς τους οποίους αναζητώ πρόσφατα. Δεν έχω σκεφτεί με ποια άλλα λογοτεχνικά κείμενα θα ήθελα να καταπιαστώ γιατί τώρα νιώθω πως θέλω το επόμενό μου να είναι ξανά κάτι που έχω γράψει εγώ.

Τι άλλο ετοιμάζεις αυτό τον καιρό;

Μουσικά πράματα κυρίως: τελειώσαμε τον δίσκο μας με Years Of Youth και περιμένουμε να κυκλοφορήσει στις 19 Ιανουαρίου. Στη συνέχεια θα γυρίσουμε όλη την Ελλάδα για live. Επίσης, μπαίνουμε σε λίγες μέρες studio με Echo Tides να γράψουμε τον επόμενό μας δίσκο. Kαι επίσης σύντομα θα δουλέψω ως σχεδιαστής σε κάτι που δεν έχω ξανακάνει, σε animation.

 

Καπετάν Μιχάλης

Σχέδιο-Σενάριο: Παναγιώτης Πανταζής 

Εκδόσεις Διόπτρα, 2023

σελ. 168

O Παναγιώτης Πανταζής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα, όπου ζει και ζωγραφίζει, ενώ παράλληλα δημιουργεί μουσική με το όνομα Pan Pan. Υπήρξε σταθερός συνεργάτης του περιοδικού 9, ενώ τα τελευταία πέντε χρόνια της κυκλοφορίας του δημοσίευσε το πρώτο άλμπουμ του με κόμικς με τον τίτλο “Common Comics #1” (εκδ. Giganto, 2007). Ακολούθησαν πάνω από 20 κυκλοφορίες σε συνεργασία με εκδοτικούς οίκους όπως οι: Giganto, ΚΨΜ, Jemma, 9η Διάσταση αλλά και αυτοεκδόσεις. Από το 2011 έχει δημοσιεύσει πάνω από 400 online comic strips σε σειρές στο socomic.gr (“Μνήμες Γαβριήλ Φρανσουά”, “Mαρμελάδα Κεράσι” κ.ά.). Διετέλεσε συνεργάτης του περιοδικού Μπλε Κομήτης (εκδ. Polaris) από το πρώτο τεύχος του. Έχει εκδώσει τα graphic novel “Στα Μυστικά του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα”, σε σενάριο του συγγραφέα αστυνομικών Γιάννη Ράγκου (εκδ. Polaris, Mάρτιος 2018) και “Μέρες Λατρείας”, όπου συνεργάστηκε στο σενάριο με τον δημιουργό comic Γιώργο Γούση (εκδ. Polaris, Σεπτέμβριος 2021). Ως μουσικός κυκλοφορεί προσωπικά άλμπουμ, γράφει μουσική για παραστάσεις χορού και ταινίες, και είναι μέλος της μπάντας Echo Tides.  Τα πιο πρόσφατα προσωπικά του άλμπουμ είναι τα “Φαντασμαγορία Ένα” (Floriko Party, 2020) “Φαντασμαγορία Δύο” (Floriko Party, Μάιος 2021) και “Φαντασμαγορία Τρία” (Floriko Party, Σεπτέμβριος 2022), σε μουσική, στίχους, παραγωγή, ηχογράφηση, μίξη και γραφιστικά του ίδιου. Από τις δουλειές αυτές ξεχώρισαν κομμάτια όπως τα “Χτύπα με σαν ρεύμα στην πίστα” (feat. Melentini), “Ά​σ​χ​η​μ​ο​ι ή​χ​ο​ι” (feat. Nalyssa Green), “Ανισόπεδη Ντίσκο” (feat. Καλλιόπη Μητροπούλου) και “Κ​ά​τ​ι σ​τ​ο κ​ο​μ​ο​δ​ί​νο” (feat. Λυγερή Μητροπούλου). Ο ήχος του ακολουθεί εκλεκτικές διαδρομές στα ηχοτοπία της ηλεκτρονικής avant-pop. 

Διαβάστε επίσης: Τα graphic novels που θα χαρίσουμε αυτά τα Χριστούγεννα

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured