Το πρώτο μυθιστόρημα του Νικόλα Ζηργάνου είναι ένα καθαρόαιμο νουάρ με θέμα την αρχαιοκαπηλία. Ρεπόρτερ-πεδίου, με δεκάδες αποστολές στα Βαλκάνια (την εποχή του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, μεταξύ άλλων) και στη Μέση Ανατολή (στον πολυτάραχο Λίβανο), μαθητής θα έλεγε κανείς του μεγάλου Ρίσαρντ Καπισίνσκι, ο Ζηργάνος έχει ασχοληθεί συστηματικά και επί σειρά ετών με το θέμα: η έρευνά του για το διεθνές κύκλωμα αρχαιοκαπηλίας έχει δημοσιευθεί στο Έψιλον της Ελευθεροτυπίας, στην Εφημερίδα των Συντακτών, σε διεθνή έντυπα όπως οι L.A. Times και ο Independent, στα ντοκιμαντέρ Το κύκλωμα και Looters of the Gods κ.ά.

Στο παρόν μυθιστόρημα, βασικός χαρακτήρας είναι ο ξεπεσμένος δημοσιογράφος Αλέξης Καρράς, ρεπόρτερ παλαιάς κοπής, ακέραιος και αδέκαστος αλλά και ακαταπόνητος ερευνητής της αλήθειας, ο οποίος όμως επειδή έπεσε σε δυσμένεια, εργάζεται πλέον στη νυχτερινή βάρδια της εφημερίδας Ελευθερία, όπου τον περιμάζεψε ο πρώην αριστεριστής νυν διευθυντής της.

Ο Καρράς πέφτει τυχαία πάνω σε μια είδηση που του εξάπτει το ενδιαφέρον: ένας από τους κορυφαίους αρχαιοπώλες στον κόσμο, ο Νίκι Παπαγεωργίου, γόνος οικογενείας μεγαλοεφοπλιστών, βρίσκει τον θάνατο υπό ύποπτες συνθήκες. Αμέσως ξεσπάει δικαστική διαμάχη ανάμεσα στην οικογένεια και τον πρώην συνεταίρο του Παπαγεωργίου για την κυριότητα χιλιάδων αρχαιοτήτων, που στοιβάζονται στις αποθήκες του και οι οποίες είναι αμφιβόλου νομιμότητας. Στην υπόθεση εμπλέκεται ο αστυνόμος Γεωργίου, σκληρός, νυχτόβιος και αδιάφθορος μπάτσος (παραπέμπει κάπως σε ήρωα του Jean-Pierre Melville), διοικητής της Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της Ασφάλειας. Καρράς και Γεωργίου θα ξεκινήσουν, ψάχνοντας αρχικά κάπως στα τυφλά, την αναζήτηση στοιχείων, που τελικά θα τους αποκαλύψουν ένα καλοστημμένο διεθνές κύκλωμα αρχαιοκαπηλίας και θα τους προτρέψουν σε μια αναζήτηση (με τη συνδρομή του επίσης αδέκαστου εισαγγελέα Δουβή, αλλά και της Ιντερπόλ) που θα επεκταθεί, από την Αθήνα και τα ελληνικά νησιά, στο Λονδίνο, στη Γενεύη, στη Ρώμη κ.ά. Το διακύβευμα: ένα χρυσό μακεδονικό στεφάνι της ελληνιστικής εποχής και μια αρχαϊκή Κόρη.

Ο Ζηργάνος εκμεταλεύεται την πολυετή θητεία του ως εξιδικευμένος ρεπόρτερ στο θέμα, καθώς και την εξικίωση που απέκτησε με την ποιότητα της αρχαίας δημιουργίας (π.χ.επισημαίνει την επίδραση που άσκησαν τα κυκλαδικά ειδώλια στον μοντερνισμό) και γράφει με τεχνογνωσία και βιωμένη γνώση, παρουσιάζοντας τις πολυδαίδαλες ατραπούς που ακολουθεί η αρχαιοκαπηλία.

σελ. 45: «Οι τυμβωρύχοι παίρνουν τα λιγότερα, οι μεσάζοντες βγάζουν πολύ παραπάνω. Αυτοί τα αγοράζουν από τους αρχαιοκάπηλους και τα εξάγουν παράνομα από την Ελλάδα. Είναι ο συνδετικός κρίκος με τους ντίλερ, τους ευυπόληπτους έμπορους αρχαιοτήτων με τις νόμιμες γκαλερί στην Ευρώπη και στην Αμερική. Οι ντίλερ είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι, καθώς έχουν τις άκρες να πουλήσουν τα καλά κομμάτια στα μεγάλα μουσεία και στους ιδιώτες συλλέκτες. Βλέπεις, ο αρχαιοκάπηλος δεν έχει “πρόσωπο”, ούτε την τεχνογνωσία να πάει απευθείας στο έφορο ενός μεγάλου μουσείου να πουλήσει ένα άγαλμα».

Και λίγο πιο κάτω (σελ. 276-277): «Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς από τα διεθνή κυκλώματα αρχαιοκαπήλων δεν είναι υπόθεση ενός εισαγγελέα ή μιας εθνικής Αστυνομίας. Από μόνοι μας δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τα πολυθεθνικά δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος. Έχουμε αποσπασματικές πληροροφορίες, τα κράτη έχουν διαφορετικές νομοθεσίες, η συνεργασία μεταξύ των διωκτικών αρχών διαφορετικών χωρών είναι αργή, συχνά προβληματική, η γραφειοκρατία σκοτώνει την άμεση ανταπόκριση. Με ποια νομοθεσία θα προχωρήσουμε μια υπόθεση στην οποία εμπλέκεται ένας Έλληνας αρχαιοκάπηλος που μετέφερε με ολλανδική νταλίκα με Βέλγο οδηγό λεηλατημένα αρχαία μέσω της πρώην Γιουγκοσλαβίας ή της Ιταλίας στην Ελβετία και πουλήθηκαν από έναν Βρετανό αρχαιοπώλη σε ένα αμερικάνικο ιδιωτικό μουσείο, το οποίο κατέθεσε το αντίτιμο της συναλλαγής σε μια τράπεζα στα νησιά Κέιμαν [...] Ποιος θα τους δικάσει; Σε ποια χώρα;».

Η έρευνα του Καρρά και του Γεωργίου θα συναντήσει εξαρχής μεγάλα εμπόδια. Υψηλόβαθμοι ασφαλίτες (όπως ο διεφθαρμένος αστυνόμος «Τάφος» της Ασφάλειας) είναι εξαγορασμένοι από το κύκλωμα. Μεγαλόσχημοι πολιτικοί (όπως ο υποψήφιος πρωθυπουργός Μπεγνής ή η υπουργός πολιτισμού Τσιρώνη – ωραία σπόντα!) προσφέρουν κάλυψη (εδώ, στην πραγματικότητα, ένας πρώην πρωθυπουργός είχε αρχαία στην προσωπική συλλογή του και δεν κουνήθηκε φύλλο, όπως σημειώνει ο συγγραφέας). Τα media ελέγχονται από οικονομικά συμφέροντα – ο Ζηργάνος ασκεί δριμύα κριτική στην παρακμή της ελληνικής δημοσιογραφίας∙ δεν υπάρχουν πια παρά ελάχιστοι κανονικοί εκδότες και τη θέση τους έχουν πάρει οι μεγαλοεργολάβοι.

Σε ό,τι αφορά τις λογοτεχνικές αρετές του κειμένου, ο Ζηργάνος γράφει απλά και χωρίς φιοριτούρεςείναι δύσκολο να γράφεις πραγματικά απλά», μας υπενθυμίζει ο Χέμινγουεϊ ) και η πρόζα του χαρακτηρίζεται από αξιοθαύμαστη οικονομία στον λόγο (η θητεία του στο ρεπορτάζ, γαρ). Παρεμβάλει επίσης επιτυχημένα στο βασικό στόρι δευτερεύουσες αφηγήσεις που αφορούν στην πολιτική και πολιστική ιστορία (ελληνικός εμφύλιος, ρωμαϊκή ιστορία, Βαλκάνια κ.ά) και οι οποίες λειτουργούν επεξηματικά σε σχέση με την ιδιοσυγκρασία των χαρακτήρων, τις καταβολές και τα κίνητρά τους.

 Στιλιστικά, ο «Νόστος» είναι κατά βάση νυχτερινό μυθιστόρημαμεγάλο μέρος του διαδραματίζεται τις μικρές ώρες, σε ποτάδικα όπως το Au Revoir, το Low Profile, το Galaxy, ή το Λημέρι, που αποτελούν τα στέκια των δύο κεντρικών πρωταγωνιστών αλλά και του υπόκοσμου (που προσωποποιείται στον χαρακτήρα του «κακού» Καπετάνιου και του αδίστακτου εκτελεστή Ζενεδάκη). Στις μπάρες τους μοιράζονται τις πληροφορίες τους και καταστρώνουν τα σχέδιά τους. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, έχουμε να κάνουμε με ένα από το πιο καλογραμμένα και ιντριγκαδόρικα ελληνικά νουάρ των τελευταίων χρόνων.

Αντί επιλόγου, αν και η υπόθεση της αρχαιοκαπηλίας αυτή καθαυτή έιναι φουλ αγωνιώδης, οι σελίδες του μυθιστορήματος που μου προκάλεσαν σφίξιμο στο στομάχι, είναι τα σημεία όπου ο Ζηργάνος γράφει για τον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο (αλλά και για το χρέος του ρεπόρτερ στις δύσκολες καταστάσεις).

Σελ. 34-35: «Ξεκίνησα από το Σπλιτ της Κροατίας για το Μόσταρ, την πρωτεύουσα της Ερζεγοβίνης, νωρίς το πρωί. Έκανε ζέστη με υγρασία, αλλά στο αυτοκίνητο, σε όλη τη διαδρομή, δεν άναψα κλιματισμό γιατί έκανα οικονομία στη βενζίνη. Ταξίδευα με ένα νοικιασμένο Τογιότα με κροατικές πινακίδες και ανοιχτά όλα τα παράθυρα μήπως δροσίσει λίγο, αν και ο βασικός λόγος ήταν πως έτσι ακούς καλύτερα τι συμβαίνει γύρω σου. Και στην περιοχή όλα μπορούσαν να συμβούν ανά πάσα στιγμή, ακόμη και τα αδιανόητα. Ήμουν μέσα στον ιδρώτα, με σκόνη κολλημένη παντού, στο κεφάλι, στα χέρια, στα ρούχα, μύριζα άσχημα και είχα την αγωνία μη χάσω το δρόμο. Οι χάρτες μου ήταν παλιοί, πρακτικά ανξιόπιστοι, και ο μεγαλύτερος φόβος μου ήταν μια λάθος στροφή, που μπορεί να οδηγούσε σε ναρκοπέδιο ή σε μπλόκο παραστρατιωτικών [...] Πέρασα τα σύνορα χωρίς κανένα πρόβλημα. Οι Κροάτες αστυνομικοί ούτε μου έδωσαν σημασία. Κι οι Βόσνιοι στο επόμενο φυλάκιο Κροάτες αυτονομιστές ήταν. Ούτε σφραγίδα στο διαβατήριο δεν έβαλαν. Γι’ αυτούς άλλαζες χώρα εκεί όπου τελείωναν οι καθεδρικοί ναοί κι άρχιζαν τα τζαμιά. Σε όλη τη διαδρομή είναι ζήτημα αν συνάντησα πέντε αυτοκίνητα, και αυτά έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Όμως αυτή ήταν η δουλειά μου. Να πηγαίνω εκεί όπου όλοι οι άλλοι θέλουν να φύγουν».

Επάγγελμα Ρεπόρτερ, που λέει κι ο Αντονιόνι. 

Νικόλας Ζηργάνος, Επιχείρηση «Νόστος»

εκδ. Τόπος, 2023

 σελ. 440

010100073876

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured