Judas Priest - Firepower

  • Βαθμολογία: 7
  • Label: Epic/Feelgood
  • Κυκλοφορία: 3/2018

Αν και ο δίσκος θα κέρδιζε από μια πιο αυστηρή επιλογή κομματιών, τούς αποτυπώνει ως λεοντόκαρδους βετεράνους, με τη φωνή ειδικά του Rob Halford να ακούγεται αληθινά μανιασμένη...

Να είσαι κοντά 50 χρόνια στο κουρμπέτι. Να έχεις μαζέψει γαλόνια και παράσημα, έχοντας συμβάλλει τα μάλλα στη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών και της εικόνας του heavy metal, έτσι όπως αυτά υπάρχουν στη συνείδηση του μεγάλου κοινού. Και να χάνεις τη θέση σου στο Rock ‘N’ Roll Hall Of Fame από τους Bon Jovi... Είναι αυτό που λένε «μη σου τύχει».

Αλλά, εδώ που τα λέμε, οι Judas Priest θα έχουν σίγουρα μεγαλύτερες ανησυχίες τούτο τον καιρό, από το αν θα αποτελέσουν μουσειακό έκθεμα. Έχοντας αποχωριστεί τον K. K. Downing στις αρχές της δεκαετίας, τώρα αναγκάζονται να στερηθούν των υπηρεσιών και του Glenn Tipton, ο οποίος παλεύει με τη νόσο του Parkinson και είναι αδύνατον να παίζει πια στα live –δεν θα τον δούμε δηλαδή μαζί τους φέτος το καλοκαίρι στο Rockwave. Οι καιροί περνούν και ο χρόνος περισσότερα παίρνει, παρά φέρνει γι' αυτούς.

Μολαταύτα, οι Βρετανοί έχουν αρνηθεί πολλάκις –παρότι διεξήγαγαν και «αποχαιρετιστήρια» περιοδεία πριν μερικά χρόνια– να βγουν εθελουσίως στη σύνταξη και να εξελιχθούν σε αρχειοθέτες του νεανικού και ένδοξου εαυτού τους. Αντίθετα, συνεχίζουν να ηχογραφούν νέα τραγούδια, αναμετρούμενοι με τα σπουδαία κατορθώματα του παρελθόντος τους· και αναλαμβάνοντας, φυσικά, το διόλου ευκαταφρόνητο ρίσκο που εμπεριέχεται σε όλο αυτό.

Θα ήταν βέβαια ουτοπικό να περιμένει κανείς από τους Priest να παρουσιάσουν κάτι «διαφορετικό», κάτι «καινούριο» στο 18ο στουντιακό πόνημά τους. Το ζήτημα εδώ και χρόνια είναι αν μπορούν να γράψουν κομμάτια που να έχουν λόγο ύπαρξης, που να μην ακούγονται ως κόπιες του “Breaking The Law” και του “Living After Midnight”, αποδεικνύοντας ότι η μπάντα συνεχίζει στη βάση ουσιαστικής σχέσης με τη μουσική της και όχι για περιφερειακούς, δευτερεύοντες λόγους. Νομίζω ότι με το Firepower δίνουν σαφώς καταφατική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα.

Πέρα από το ίδιο το songwriting, το οποίο αποδεικνύεται συχνά μεστότατο στις 14 νέες συνθέσεις, τούτη τη φορά τους βοηθάει πολύ και η επιλογή που έκαναν στον τομέα της παραγωγής –οι επιλογές, καλύτερα. Από τη μία, ξαναβρίσκονται με τον Tom Allom, παραγωγό των δίσκων τους κατά την κρίσιμη για τη σημερινή θέση τους στο πάνθεον δεκαετία του 1980· γεγονός που τους επιτρέπει να «θυμηθούν» εκείνα τα υψηλά στάνταρ τους. Κι από την άλλη, βάζουν δίπλα του τον Andy Sneap, διάσημο όνομα νεότερης γενιάς (και αντικαταστάτη πλέον του Tipton), ο οποίος ευθύνεται για το update που έκαναν πρόσφατα στον ήχο τους μπάντες όπως οι Testament και οι Accept. Το άγγιγμά του κολακεύει σαφέστατα τους Priest, κάνοντάς τους να πετάγονται από τα ηχεία με μεγάλη φούρια και αύρα απόλυτα τωρινή.

Πάρτε ως παράδειγμα το ομώνυμο του δίσκου κομμάτι, που μπουκάρει μαλλιοκούβαρα, με τύμπανα που κροταλίζουν, κιθάρες που χαράζουν, και τη φωνή του Rob Halford αληθινά μανιασμένη: οι Judas Priest ακούγονται εδώ σαν όντως να εξαρτώνται τα πάντα από την κάθε τους νότα. Υπάρχουν μάλιστα κάμποσες ακόμα στιγμές στα 58 λεπτά του άλμπουμ όπου πετυχαίνουν να δώσουν ακριβώς αυτήn την αίσθηση, ασχέτως σε ποια ταχύτητα κινούνται. Στο “Rising From Ruins”, π.χ., τους βρίσκουμε εξίσου αποτελεσματικούς, σε πιο επική διάθεση και με στιχουργία που μοιάζει να αγγίζει και την πολυβασανισμένη Συρία.

Ο δίσκος, βέβαια, είναι μακρύς· και, αναμενόμενα, δεν δουλεύουν όλα με μαγικό τρόπο εντός του. Οι μετρονομικές διπλομποτιές του Scott Travis, ας πούμε, από ένα σημείο και μετά κουράζουν, ενώ ένα κομμάτι όπως το “Children Of The Sun” μοιάζει να είναι προϊόν συνταγής. Μπαίνεις, επίσης, κάμποσες φορές στη διαδικασία να ξύνεις το κεφάλι σου, αναρωτώμενος σε ποιο από τα προηγούμενα άλμπουμ έχεις πετύχει κομμάτια όπως το “Necromancer”, το “Evil Never Dies” ή το “No Surrender”, που από τον τίτλο τους κιόλας μοιάζουν να υπήρχαν από πάντα στο συλλογικό ασυνείδητο του γκρουπ και να περίμεναν απλώς τη σειρά τους για μια θέση στο φως. Η σκέψη πως η συνολική εικόνα του Firepower θα κέρδιζε από μια πιο αυστηρή επιλογή κομματιών κάνει έντονη την παρουσία της, καθώς η ροή περνά το μέσον...

Είναι, όμως, παρά ταύτα, μια καλή κυκλοφορία ο υπό εξέταση δίσκος: και ουκ ολίγες δυνατές στιγμές διαθέτει, και τα τρικ του στούντιο χρησιμοποιεί με σύνεση προκειμένου να ακουστεί σημερινός. Μπορεί να είναι αδύνατον να αναδειχθεί ισάξιας σημαντικότητας και επιρροής με το British Steel (1980) ή το Painkiller (1990), αλλά βρίσκει τους δημιουργούς του σε πολύ καλή φόρμα. Και τους παρουσιάζει όχι σαν ξεδοντιασμένους γέρους που κοπανάνε τεντζερέδες σε κάποιο ακριβό στούντιο, αγνοώντας το αμείλικτο καμπανάκι του χρόνου, μα σαν τους λεοντόκαρδους βετεράνους που όντως είναι.

{youtube}VSIUtwHjhnw{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured