Στις 4 Ιουνίου 1996, ο κόσμος της σκληρής μουσικής βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν από τους πιο σεισμικούς, αμφιλεγόμενους και ριζοσπαστικούς επανακαθορισμούς ταυτότητας στην ιστορία. Οι Metallica, η μπάντα που είχε ηγηθεί τόσο στο thrash metal στα 80s αλλά και σε ολόκληρο το φάσμα της metal σκηνής και είχε κατακτήσει τον πλανήτη με την εξωπραγματική επιτυχία του Black Album, επέστρεψαν με τον 6ο τους δίσκο που έμελε να φέρει ριζικές αλλαγές. Κοιτάζοντας πίσω από την ασφάλεια του 2026 και παραβλέποντας την μουρμούρα που επικρατούσε, το Load είναι το απόλυτο μνημείο καλλιτεχνικής ελευθερίας. Μια δημιουργική αυτοκτονία στα μάτια των ελιτιστών και των μουσικά πουριτανών, και, ταυτόχρονα, ένας από τους πιο υποτιμημένους, πλούσιους και ώριμους… ροκ ή έστω εναλλακτικούς metal δίσκους της δεκαετίας του '90.
Για τους thrashers της πρώτης περιόδου, ήταν μια ανεπίτρεπτη προδοσία. Αρχικά οι Metallica έκοψαν τα μαλλιά τους. Η μπάντα προσέλαβε τον θρυλικό φωτογράφο Anton Corbijn (γνωστό για τη δουλειά του με τους Depeche Mode και τους U2) για να επιμεληθεί το νέο τους visual profile. Οι φωτογραφίες στο booklet του Load παρουσίαζαν τους Metallica με κοντά, στυλιζαρισμένα μαλλιά, κοστούμια, τσιγάρα, ακόμα και eyeliner (στην περίπτωση των Ulrich και Hammett). Ήταν απλά μια εμπορική κίνηση... άρα προδοσία; Ή μήπως μια προσπάθεια να αποτινάξουν τη "στολή" του metalhead που ένιωθαν ότι τους περιόριζε πνευματικά; Δεν θα μάθουμε ποτέ.

Το εξώφυλλο του άλμπουμ ήταν μια ακόμη προβοκάτσια. Το έργο, με τίτλο "Semen and Blood III", ανήκε στον αμφιλεγόμενο καλλιτέχνη Andres Serrano και δημιουργήθηκε από τη μίξη αίματος βοδινού και σπέρματος του ίδιου του καλλιτέχνη, πιεσμένων ανάμεσα σε δύο φύλλα plexiglas. Ο Hetfield δεν έκρυψε ποτέ την αντιπάθειά του για αυτή την επιλογή, η οποία προωθήθηκε κυρίως από τον Lars και τον Kirk.

Όσον αφορά το ηχητικό σκέλος, οι ταχύτητες του Master of Puppets και η τεχνική επιδεξιότητα του …And Justice For All είχαν δώσει τη θέση τους σε ένα “βαρύ” και βρώμικο εναλλακτικό ροκ, ωστόσο για τους Metallica αυτό έμοιαζε σαν η μοναδική διέξοδος για να παραμείνουν ζωντανοί, σύμφωνα με τις κακές γλώσσες relevant, όμως στην πραγματικότητα… καλλιτεχνικά ειλικρινείς. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της στροφής που επιχείρησαν με το Load, πρέπει να αναλύσουμε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το συγκρότημα και η μουσική βιομηχανία στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '90. Μια αυτοκρατορία σε δημιουργικό τέλμα.
Μετά την κυκλοφορία του Black Album, που κάποιο ώριμο αυτί χωρίς προκαταλήψεις θα καταλάβει πολύ εύκολα πως ήταν το πρώτο βήμα προς τον εμπορικό ήχο, η μπάντα ξεκίνησε μια θηριώδη, εξοντωτική παγκόσμια περιοδεία που διήρκεσε σχεδόν τρία χρόνια, στην οποία αφού έπαιξαν σε στάδια ολόκληρου του πλανήτη καθιερώθηκαν για τα καλά ως ένα παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο. Όταν λοιπόν η περιοδεία αυτή ολοκληρώθηκε, φυσιολογικό είναι τα μέλη της μπάντας να βρεθούν σε ένα υπαρξιακό κενό. Ο James Hetfield είχε αρχίσει να κουράζεται και να αναζητά βαθύτερα και εσωτερικά στον εαυτό του, ενώ ο Ulrich πάντα με το αυτί του στραμμένο στις τάσεις της εποχής, έβλεπε ότι ο κόσμος γύρω τους άλλαζε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Αν κάτι δεν μπορείς να κατηγορήσεις τον κοντό, είναι πως δεν ήταν μεγάλος οραματιστής. Μεταξύ 1991 και 1995, το μουσικό status quo ανατράπηκε πλήρως. Το thrash metal είχε υποχωρήσει στο underground, το hair metal είχε εξαφανιστεί, και το Seattle είχε επιβάλει το grunge ως τη νέα κυρίαρχη τάση στον “σκληρό ήχο”. Θεωρώ πως δεν έχει αξία να συζητήσουμε καν για το ανερχόμενο death και black metal, καθώς ναι μεν για ανθρώπους σαν εμένα αποτέλεσε το σημαντικότερο εγχείρημα της εποχής, δεν έλαβε ποτέ την μαζική κλίμακα για την οποία συζητάμε. Το δια ταύτα είναι πως μπάντες όπως οι Alice in Chains, οι Soundgarden, οι Nirvana και οι Pearl Jam έφεραν στο προσκήνιο μια νέα αισθητική. Μια αισθητική πιο ευάλωτη, πιο εσωστρεφή που απέρριπτε σε μεγάλο βαθμό τα στερεότυπα. Παράλληλα, το alternative metal και οι υποκατηγορίες του που ανέβαιναν σταθερά είχαν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου η πειραματικότητα ήταν πλέον ζητούμενο.
Οι προετοιμασίες για το νέο άλμπουμ ξεκίνησαν στα τέλη του 1994 στο home studio του Lars και μεταφέρθηκαν γρήγορα στα The Plant Studios στο Sausalito της Καλιφόρνια, την άνοιξη του 1995. Με τον Bob Rock να επιστρέφει στη θέση του παραγωγού, η μπάντα αποφάσισε να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο δούλεψε τα κομμάτια. Αρχικά το κούρδισμα μετατοπίστηκε απο Standard E σε Eb και σε σημεία Drop D. Οι δομές των κομματιών έγιναν πιο ελεύθερες και jam oriented κατά κάποιον τρόπο σε αντίθεση με την πιο σφιχτή και δεμένη προσέγγιση του Black Album, που θύμιζε σε σημεία pop ή έστω πιο radio friendly καταστάσεις. Τέλος οι ίδιες οι θεματικές έγιναν πιο εσωτερικές. Αντί για τη σφιχτή, σχεδόν κλινική διαδικασία του 1991, τα sessions του Load χαρακτηρίστηκαν από μια πρωτοφανή ελευθερία. Οι Metallica έγραφαν ασταμάτητα. Ο Hetfield και ο Ulrich βρέθηκαν με περισσότερα από 30 τραγούδια στα χέρια τους. Η αρχική πρόθεση της μπάντας ήταν να κυκλοφορήσει ένα διπλό άλμπουμ. Ωστόσο, ο τεράστιος όγκος δουλειάς και η πίεση του χρόνου για τη μίξη τόσων κομματιών τους οδήγησαν στην απόφαση να κυκλοφορήσουν τα πρώτα 14 τραγούδια το 1996 ως Load, και τα υπόλοιπα ένα χρόνο αργότερα ως Reload. Ακόμα και έτσι όμως, το Load είναι ένας τεράστιος σε διάρκεια δίσκος, αγγίζοντας τα 79 λεπτά (το μέγιστο όριο χωρητικότητας ενός CD εκείνη την εποχή).
Στο παρασκήνιο, οι ισορροπίες είχαν αλλάξει. Ο Kirk Hammett και ο Jason Newsted είχαν μεγαλύτερη ελευθερία συμμετοχής, αν και ο Newsted συνέχιζε να νιώθει παραγκωνισμένος από το δίδυμο Hetfield/Ulrich όσον αφορά τις συνθετικές πιστώσεις (κάτι που τελικά οδήγησε στην αποχώρησή του μερικά χρόνια αργότερα). Ο Hammett, επηρεασμένος βαθιά από τα blues, τα slide κουρδίσματα και τη χρήση του πεταλιού του σαν προέκταση του ποδιού του, έφερε μια τελείως διαφορετική αύρα στις κιθάρες. Ο Bob Rock, από την άλλη, ενθάρρυνε την μπάντα να μην διπλασιάζει τις ρυθμικές κιθάρες με τον παραδοσιακό, απόλυτα συγχρονισμένο τρόπο του thrash, αλλά να αφήνει αριστερά και δεξιά στο στερεοφωνικό πεδίο δύο διαφορετικά κιθαριστικά track, σε μια πολύ πιο garage αισθητική. Παρά την γκρίνια των σκληροπυρηνικών, το άλμπουμ ήταν μια τεράστια εμπορική επιτυχία, κάνοντας ντεμπούτο στο Νο. 1 του Billboard 200 και πουλώντας εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Ας δούμε όμως και τα επιμέρους στοιχεία του.
Ain't My Bitch
Το άλμπουμ ανοίγει με ένα ευθύ, γρήγορο hard rock riff που κάνει πολύ ξεκάθαρο τόσο το που βρισκόμαστε ηχητικά, αλλά και το πόσο πιο φλου κινούμαστε ηχητικά. Ο Lars δεν παίζει κανένα thrash drum-beat, αλλά ένα βαρύ, mid-tempo groove. Βέβαια το μεγάλο highlight είναι το slide solo του Hammet.
2X4
Ένα κομμάτι που ξεχειλίζει από την αισθητική του αμερικανικού Νότου. επηρεασμένο ξεκάθαρα από μπάντες όπως οι Corrosion of Conformity και οι Lynyrd Skynyrd. Δύσπεπτο, όμως έχει αρκετούς φανατικούς οπαδούς. Όχι εμένα. Προχωράμε.
The House Jack Built
Πρόκειται για ένα mid-tempo κομμάτι με έντονη ατμόσφαιρα. Εδώ εισερχόμαστε στις πιο σκοτεινές, πειραματικές ζώνες του δίσκου. Τα riffs έχουν αρκετό doom, ενώ ο Hetfield χρησιμοποιεί μια μελωδική τεχνική που δεν μας έχει συνηθίσει δυστυχώς. Τέλος, η χρήση του talk-box από τον Kirk Hammett στο solo δίνει μια ψυχεδελική διάσταση ala Alice In Chains που ταιριάζει απόλυτα. Underrated κομμάτι, ή μάλλον καλύτερα… overhated. Και ας έχει στίχο που παραπέμπει στο «Αν το σώμα είναι ναός και ισχύει αυτό. Δεν έχω δει ναό αναγιογράφητο».
Until It Sleeps
Χτισμένο πάνω σε μια καθαρή και μελαγχολική μπασογραμμή του Jason Newsted, το τραγούδι κλιμακώνεται σε ένα εκπληκτικό ρεφρέν. Οι στίχοι του Hetfield είναι βαθιά συγκλονιστικοί, καθώς αναφέρονται στη μάχη της μητέρας του με τον καρκίνο και την άρνησή της να ζητήσει ιατρική βοήθεια λόγω των θρησκευτικών της πεποιθήσεων. Ίσως το καλύτερο κομμάτι του δίσκου, με μια alternative rock αύρα που άγγιζε την τελειότητα της εποχής.
King Nothing
Το "Enter Sandman" της εποχής; Ίσως. Άλλωστε μας κλείνει και το μάτι στο τέλος με τον στίχο «We're off to never-never land». Ωστόσο, το "King Nothing" είναι πολύ πιο κυνικό και σκοτεινό. Μια ευθεία επίθεση στην απληστία και την επιφανειακή εφήμερη δόξα, μέσα από ένα τρομερά catchy κομμάτι. Αν και πατάει σε μια ήδη δοκιμασμένη συνταγή, το κομμάτι ξεχειλίζει από ενέργεια και διαθέτει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ρεφρέν του δίσκου. Άλλο ένα κομμάτι που έχει σοβαρό case για καλύτερο του δίσκου.
Hero of the Day
Θεωρώ πως μετά το "Nothing Else Matters", αυτή ήταν η πιιο "pop" στιγμή των Metallica μέχρι τότε. Όμως χωρίς κάποιον αρνητικό υπαινιγμό. Μια σχεδόν indie μπαλάντα στο μεγαλύτερο μέρος της, με μια ξαφνική έκρηξη heavy metal στη γέφυρα πριν το εντελώς Thin Lizzy σόλο.
Bleeding Me
Το πρώτο από τα δύο “μεγάλα” αριστουργήματα του Load. Με διάρκεια που ξεπερνά τα 8 λεπτά, το "Bleeding Me" είναι ένα συναισθηματικό rollercoaster. Ξεκινάει αργά και υποβλητικά με τον Hetfield να παραδέχεται την ανάγκη του για πνευματική κάθαρση και θεραπεία ενώ το ξέσπασμα στο μέσο του κομματιού, με ένα από τα πιο βαριά και επικά riff που έχει γράψει ποτέ η μπάντα, οδηγεί σε ένα συγκλονιστικό solo. Μια ζωντανή απόδειξη πως οι Metallica μπορούσαν κάλλιστα να γράψουν progressive και επική μουσική ακόμα και αν έχουν αποτινάξει τις ταχύτητες.
Cure
Πολύ ρυθμικό και grooveάτο κομμάτι, που δυστυχώς δεν καταφέρνει να πάει πολύ μακριά. Είναι ένα αρκετά straightforward rock κομμάτι, με αρκετά δυνατό ρεφρέν χωρίς όμως μεγάλο αποτύπωμα.
Poor Twisted Me
Εδώ οι Metallica βουτούν ολοκληρωτικά στα swamps του Mississippi. Ένα αργό, και swing-blues κομμάτι με έντονη παραμόρφωση στα φωνητικά του Hetfield. Μπορεί να το θεωρώ filler από την άποψη του πόσο συχνά τρώει skip, όμως οφείλω να αναγνωρίσω πως είναι από τα πιο ιδιαίτερα και μοναδικά κομμάτια των Metallica.
Wasting My Hate
Bασισμένο στον θρύλο της country Waylon Jennings, ο οποίος είχε πει στον Hetfield μια ιστορία για το πώς κοίταζε άγρια κάποιον σε ένα φανάρι, για να συνειδητοποιήσει τελικά ότι ο άλλος απλώς κοιμόταν. Ξεκινά με ένα ακουστικό intro πριν μετατραπεί χειμαρρωδώς σε ένα βαρύ κιθαριστικό και γεμάτο ενέργεια banger.
Mama Said
Αν το "Hero of the Day" ήταν σοκ, το "Mama Said" ήταν ένας ολοκληρωτικός σεισμός. Οι Metallica εδώ παίζουν... καθαρόαιμη country / southern μπαλάντα. Με την ακουστική κιθάρα σε πρώτο πλάνο και τον Hetfield να παίζει χαβάγια, είναι ένα γράμμα αποχαιρετισμού και μετάνοιας προς τη νεκρή μητέρα του. Η πιο ευάλωτη στιγμή των Metallica.
Thorn Within
Άλλο ένα underrated διαμαντάκι. Μια επιστροφή σε πιο οικεία και βαριά μονοπάτια και πολύ κοντά στο ύφος του Black Album. Πολύ συμπαγές riffing, και μια πολύ καλή γέφυρα πριν το μεγάλο φινάλε.
Ronnie
Ένα κομμάτι σαν από soundtrack από κάποιο neo noir western. Βαριά blues παιγμένα μέσα σε κάποιο σαλούν. Εξιστορεί την ιστορία του Ronnie McPherson, ενός μοναχικού και διαταραγμένου νεαρού που εισβάλλει σε μια μικρή πόλη σπέρνοντας τον θάνατο. Το λες και προάγγελο για αυτά που έζησε η Αμερική όλα τα επόμενα χρόνια.
The Outlaw Torn
Το magnum opus του Load και μια από τις κορυφαίες στιγμές στην ιστορία των Metallica. Μια επική 10-λεπτη σύνθεση με μεγαλειώδη ενορχήστρωση που κλιμακώνεται σταδιακά σε ένα κρεσέντο συναισθημάτων. Επίσης από τις εκπληκτικότερες στιχουργικά δουλειές στην καριέρα τους. Χωρίς καμία υπερβολή, οι Metallica μπορούσαν να αγγίξουν επίπεδα μουσικής ιδιοφυΐας και πνευματικού βάθους που ελάχιστες μπάντες του σκληρού ήχου πλησίασαν ποτέ. Και πείτε με αιρετικό ή ρηχό. Τα δέχομαι και τα δύο στην προκειμένη. Αφήνω απλά αυτό.
«(Hear me) And if I close my mind in fear
Please, pry it open »
Το Load δεν είναι ένας τέλειος δίσκος. Αν είχε υποστεί μια πιο αυστηρή επιλογή και αντί για 14 τραγούδια περιελάμβανε τα 9-10 καλύτερα θα μιλούσαμε σήμερα για ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα της παγκόσμιας ροκ σκηνής. Αναγνωρίζω πως η μεγάλη του διάρκεια κουράζει. Παρόλα αυτά δεν μπορώ να κρύψω την λατρεία μου για αυτόν τον δίσκο. Ανέκαθεν το είχα στο μυαλό μου ως ένα βήμα μπροστά από το Black Album, ακόμα και αν δεν είχε την σταθερότητά του. Καταλαβαίνω όμως, πως μια τέτοια άποψη φαντάζει βλάσφημη.
Σήμερα, και με την πάροδο των δεκαετιών, η σκόνη της αντιπαράθεσης κατακάθισε. Το 2026, θέλω να πιστεύω πως το Load αντιμετωπίζεται με τον σεβασμό που του αναλογεί. Αν όχι ελπίζω αφιερώματα σαν αυτό να γίνουν έναυσμα. Η ιστορία δικαίωσε την τόλμη τους. Αν οι Metallica είχαν εγκλωβιστεί στην ανάγκη να ικανοποιούν τις αόριστες απαιτήσεις και στάνταρς που θέτει το κοινό τους, πιθανότατα θα είχαν την τύχη πολλών συναδέλφων τους που παρήκμασαν στα μέσα των '90s. Τριάντα χρόνια μετά, το Load στέκει περήφανο, απαλλαγμένο από τα ταμπού της εποχής του.






