Μπορεί όταν κυκλοφόρησαν να μην το έμαθες ποτέ, μπορεί να μην είχες καν γεννηθεί όταν παραδόθηκαν στο κοινό, οι δίσκοι όμως αυτοί παρέμειναν σε δισκάδικα, πλατφόρμες, ιστοσελίδες, σαλόνια φίλων, ραδιοφωνικές λίστες, και περίμεναν να ακουστούν από εσένα ειδικά, να ζωντανέψουν ξανά μέσα σε μία ακόμα ανθρώπινη ύπαρξη, να αποκτήσουν τη θέση τους στη δισκοθήκη του δικού σου μυαλού και θυμικού. Με αφορμή την ιδέα αυτή αγαπημένοι μου ραδιοφωνικοί παραγωγοί, DJs, συγγραφείς και μουσικοί βουτούν σε μία ανασκόπηση του τι τους έκανε να αργήσουν, πώς ήταν εκείνη η πρώτη καθυστερημένη φορά κι αν πειράζει τελικά να φτάνεις καμιά φορά αργότερα στα πάρτι.
Ένας δίσκος που αποκτά προσωπική αξία ή τελικά αποδεικνύεται ξεχωριστός σε ένα έτος απομακρυσμένο από εκείνο της κυκλοφορίας του είτε γιατί η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη, είτε γιατί δεν έτυχε να βρεθεί στον δρόμο σου, είτε γιατί κάποτε οι προκαταλήψεις ή οι μουσικές σου συνήθειες σε κράτησαν μακριά από αυτόν είναι σε κάθε περίπτωση η αφορμή για μία προσωπική ιστορία. “Πού ήταν αυτό το άλμπουμ όλο αυτόν τον καιρό;” μπορεί να αναφώνησες κάποια στιγμή, αλλά το πραγματικό ερώτημα μπορεί και να είναι «Πού ήσουν εσύ;». Ίσως τελικά μερικά άλμπουμ δεν έρχονται όταν τα ψάχνουμε, αλλά όταν είμαστε έτοιμοι να τα ακούσουμε.
Μαρινέλλα – Για Πάντα (Philips, 1974)
«Ευτυχώς ζήσαμε χωρισμούς και πέσαμε στην ανάγκη της»
Ακόμα και τώρα που γράφω μουρμουρίζω “οι δρόμοι μας αλλάζουνε” γιατί λένε πως κάποιες μουσικές μπαίνουν μέσα σου και δεν βγαίνουν ποτέ “δεν φτιάχνεται με στάχτες μια ζωή”. Πριν αιώνες ήρθα στην Αθήνα να σπουδάσω “λουλούδι δεν φυτρώνει” έχοντας μεταπτυχιακά στην ανωτάτη Mtv και σφουγγαρίζοντας τα απόνερα από την αιώνια μάχη Oasis vs Blur που με είχε αφήσει αναποφάσιστη -Ι just hope both teams have fun- γιατί είμαι Ζυγός με ωροσκόπο Δίδυμο και αυτό μόνο προβλήματα μου’ χει φέρει, «εκεί που μια καρδιά έχει καεί» δυνάμωνα φυσικά το genie in a bottle αλλά μόνο όταν ήμουν μόνη στο σπίτι, μην καρφωθούμε “δεν φτιάχνεται με στάχτες”, ένας φίλος μου έμαθε τους Madrugada και το έπαιζα σκοτεινή «μια ζωήηηη».
Η μάνα της συγκατοίκου μου αποφάσισε να χωρίσει και την φιλοξενήσαμε μέχρι να ξαναμάθει περπάτημα, έφερε τα βιβλία και τα σιντί της κι άκουγα πηγαίνοντας προς την κουζίνα «και τώωρααααα» ήσυχη η φωνή χωρίς μουσική, πρώτη φορά δοκίμασα λεμονάτη φασολάδα γιατί έτσι την έφτιαχνε εκείνη «τι θέεεεελειειεις να γίνει» τρυπούσε, πρώτη φορά μιλούσαν ανοιχτά μπροστά μου για διαζύγιο «τώρα που πια και τα φιλιά είναι πικρά» και το βράδυ πίσω απ'τη συρόμενη τζαμένια πόρτα του σαλονιού που κοιμόταν ακουγόταν «και η αγάπη δειλινό, που αργοσβήνει». Μια μέρα που βγήκαν έβαλα στη σιντιέρα το σιντι που είχε στο εξώφυλλο μια ξαφνιασμένη Μαρινέλλα «πες μου τι θες», με το στόμα μισάνοιχτο «τι θέλεις να γίινειειειει» να τραγουδάει Πλέσσα και Σπανό. Τους το χάλασα το σιντί, κόλλησε στο συγκεκριμένο κομμάτι, πηδούσε τις λέξεις μπρος και πίσω, πότε ήσυχο και πότε επικό, ορμητικό, το κράτησα, ακόμα το έχω μπλεγμένο με όλα τα ηλεκτρονικά και τα εναλλακτικά που ακολούθησαν, είναι εκεί, στα "ελληνικά", τα "παλιά", ανάμεσα στα Ξύλινα Σπαθιά και τα Διάφανα Κρίνα, σκέψου να την είχα ακούσει νωρίτερα, πόσα παιδάκια θα είχα κάνει να νιώσουν άσχημα που αστειευόντουσαν -κι εγώ μαζί τους- με το "Άνοιξε Πέτρα".
Μικρά, άξεστα καθάρματα που υπήρξαμε. Ευτυχώς ζήσαμε χωρισμούς και πέσαμε στην ανάγκη της.
• Η Ματίνα Αποστόλου είναι τα "Μπούτια και Διανόηση" (Intellectual Thighs) και η συγγραφέας των βιβλίων "Σωματίδια" (εκδόσεις Ποταμός) και "Ρίζες" (εκδόσεις ‘Ικαρος).
Bruce Springsteen - Nebraska (Columbia Records, 1982)
«Είναι ένας χειροποίητος δίσκος, σπιτικός, με ατελή αισθητική, που ακούς το ίδιο το δωμάτιο»
Υπάρχουν καλλιτέχνες που πάντα προσπερνώ, ασχέτως την αναγνώριση και το καλλιτεχνικό τους βάρος. Είναι αυτοί που νοιώθεις ότι δεν θα σου “μιλήσουν”, γιατί έχεις ακούσει αποσπασματικά, που δυσκολεύεσαι να παραδεχτείς ή απλά δεν σου “κάνουν” κι εκεί τελειώνει η συζήτηση.
Πριν περίπου έναν χρόνο, σε μια βόλτα για cds και βινύλια, περιμένοντας στο ταμείο ενός δισκοπωλείου να πληρώσω για τα post punk, indie, ambient αποκτήματά μου, παρατηρώ, με την άκρη του ματιού μου, σε ένα εξώφυλλο ενός cd, μια telecaster να κρέμεται στην πλάτη ενός τυπά. Κοιτάζω καλύτερα. Προσφορά πέντε ευρώ. Greatest Hits του Bruce Springsteen. Καλλιτέχνη που οριακά απεχθανόμουν. Η τιμή με έκανε να δώσω μια ευκαιρία. Δυο τρεις μέρες μετά άκουσα τη συλλογή. Επιβεβαιώθηκα για την συνολική μου άποψη για τον καλλιτέχνη, όμως, ξεχώρισα ένα και μόνο τραγούδι. "Atlantic city”". Διαβάζω στο βιβλιαράκι σε ποιο album ανήκει. NEBRASKA. Την επομένη αγοράζω το βινύλιο. Τον άκουσα το ίδιο βράδυ και ανακάλυψα μια παρένθεση του 1982, έναν χρόνο πριν γεννηθώ, που ξεκλείδωσε και εξήγησε πολλά από όσα είχα ήδη ακούσει.
Από το εξώφυλλο ακόμα, η προδιάθεση είναι χαρακτηριστική. Μαύρο πλαίσιο, γκρι ορίζοντας και ένα κόκκινο σαν να στάζει ζεστό αίμα. Ένα μινιμαλιστικό σκηνικό σαν κρατήρας που βράζει κι εσύ από το οπτικό σου πεδίο δεν τον βλέπεις αλλά τον νιώθεις.
Σκοτεινός, βαθιά εξομολογητικός δίσκος. Ο Springsteen τραγουδά σαν να φτιάχνει demo, σαν να μην τον νοιάζει, σαν να παλεύει το ακατέργαστο. Αφηγείται την ιστορία του. Αφηγείται τις ιστορίες των ηρώων του. Αφηγείται δίπλα στο αυτί σου. Σαν ερημίτης, σαν ένας κουρασμένος περιπλανώμενος, σαν κάποιον που θέλει να σε πιάσει από το χέρι και να σου δείξει πώς είναι ο κόσμος.
Είναι ένας χειροποίητος δίσκος, σπιτικός, με ατελή αισθητική, που ακούς το ίδιο το δωμάτιο. Ακούς την ηχώ του. Είναι συμμετοχικός δίσκος, γιατί δεν πρόκειται για αυτάρεσκο δημιούργημα ενός καλλιτέχνη. Σκοπός είναι να αποδεχτείς την πρόσκληση, να συμμετέχεις, να μοιραστείς. Η ακουστική κιθάρα και η φυσαρμόνικα συνεχώς με δυναμικές. Όσον αφορά στη φωνή πιάνεις τον εαυτό σου να αγωνιά αν θα τελειώσει τις φράσεις του, αν θα πάει στον επόμενο στίχο. Ασθμαίνοντας ολοκληρώνει τα νοήματα, ισορροπεί τις ληκτικές του φράσεις.
Δεν θα σταθώ σε επιμέρους τραγούδια, καθώς πρόκειται για έναν δίσκο “no-skip”. Ένα concept album που ακούγεται σαν να διαβάζεις σελίδα- σελίδα το αγαπημένο σου μυθιστόρημα. Δεν γίνεται να παραλείψεις λέξη.
Εκείνο το βράδυ, που άκουσα ολόκληρο τον δίσκο για πρώτη φορά, κατέκτησα μια πόλη που ποτέ δεν θα επισκεφτώ και κέρδισα έναν φίλο για ένα και μόνο καλοκαίρι, όχι για μια ζωή. Ένοιωσα ότι αυτός ο τύπος κουβάλησε στους ώμους του το βάρος μου εκείνη τη νύχτα. Και τις επόμενες.
And maybe everything dies, baby, that's a fact...
• Ο Δημήτρης Γλυφός είναι ποιητής και σκηνοθέτης.
Alan Vega, Alex Chilton, Ben Vaughn – Cubist Blues (Thirsty Ear Recordings, 1994)
«Προέκυψαν κομμάτια χωρίς δομή, μακροσκελή, χωρίς απρόσμενες κορυφώσεις, κομμάτια που κατέγραφαν μια στιγμή, ένα άλμπουμ πείραμα κι αλητεία μαζί»
Το καλοκαίρι του 2016 ήταν για μένα ίσως το πιο ευτυχισμένο της ενήλικης ζωής μου. Ένα καλοκαίρι θριάμβου και απελευθέρωσης όχι από μια σχέση δυνάστη, αλλά από μία κατάσταση που έπρεπε να ζήσω για να καταλάβω ότι δεν μου ταίριαζε καθόλου. Αντισυμβατικό και ξέγνοιαστο με ένα άλμπουμ που πάντα θα συνδέεται με την μικρή μου ευτυχία, αναγέννηση και ελευθερία όπως την βίωσα ένα Ιούλιο δέκα χρόνια πριν στο διαμέρισμά μου στην Αθήνα.
Ιούλιο του 2016 ανακοινώθηκε ο θάνατος του Alan Vega κι όλα τα δικτυακά μέσα και τα ραδιόφωνα τον έπαιζαν δυνατά. Ο Henry Rollins έδινε ρεσιτάλ μόλις μια μέρα μετά τον θάνατό του με το Tribute στο KCRW ξεκινώντας με την επίσημη ανακοίνωση της οικογένειας, την οποία είχε συντάξει αυτός κατόπιν αιτήματος της συζύγου του Alan Vega. Το Alan Vega Special στο NTS Radio , οι αναφορές των Iggy Pop και Steve Lamacq στο BBC Radio 6, το συγκινητικό αφιέρωμα του Rob Sheffield στο Rolling Stone ή το A King Has Passed: Alan Vega Remembered στο The Quietus έπαιζαν όλη μέρα στο σπίτι μου. Αφιερώματα, ολονύκτιες ακροάσεις και βέβαια τον Alan Vega τον γνώριζα και τον αγαπούσα ήδη από καιρό μέσα στους Suicide και είχα δώσει και τη δέουσα προσοχή στο διαστημικό προσωπικό του Saturn Strip του 1983, αλλά ποτέ ως τότε δεν είχα πέσει πάνω στο Cubist Blues.
Ήταν οι μέρες που μόλις είχε κυκλοφορήσει κι έβλεπα o πρώτος κύκλος του Stranger Things, είχα κατεβάσει ένα app στο κινητό κι έκανα κάθε μέρα ένα δεκάλεπτο καθίσματα, jumping jacks και ψαλιδάκια με βάρη, τα απογεύματα έτρωγα παγωτό γιαούρτι με πικρή σοκολάτα από το ζαχαροπλαστείοo της γειτονιάς και τα βράδια έψαχνα ένα άλμπουμ για διαλογισμό που θα ακούω ολόκληρο ξαπλωμένη σε ένα ματ στην μέση του σαλονιού – με τον κίνδυνο πάντα μιας διερχόμενης αθηναϊκής κατσαρίδας να προκαλεί την αδρεναλίνη να ξεπεράσει τις φυσιολογικές τιμές.
Ήταν οι πρώτες 15 μέρες από την γέννησή των παιδιών μου (5 κι 9 ετών τότε) που ζούσα μόνη μου χωρίς παιδικές φωνές, βαρετές συζητήσεις για υγιεινά σνακ και μουσική προ-παιδεία με μαμάδες, μαγειρέματα , βόλτες σε σιντριβάνια και πάρκα… με απολύτως κανένα περισπασμό κι έλεγα θα είναι δύσκολα, αλλά ήταν φανταστικά.
To album που ηχογραφήθηκε σε δύο νυκτερινές συνεδρίες τον Δεκέμβριο του 1994 στη Νέα Υόρκη και πατάει στον αυτοσχεδιασμό, τα επαναληπτικά μοτίβα, ένα mid-tempo γκρουβάρισμα και την ατμόσφαιρα των νυκτερινών νεοϋρκέζικων blues αποδείχθηκε η καλύτερη παρέα μου. Alan Vega, Alex Chilton, Ben Vaughn μπήκαν λέει στο στούντιο χωρίς κανένα απολύτως σχέδιο και ανακάτεψαν blues, rockabilly και ψυχεδελικό rock με βλοσυρά φωνητικά και αγυάλιστους ήχους κι έφτασαν με δέκα χρόνια καθυστέρηση και στο σπίτι μου. Από εκείνη τη συνάντηση προέκυψαν κομμάτια χωρίς δομή, μακροσκελή, χωρίς απρόσμενες κορυφώσεις, κομμάτια που κατέγραφαν μια στιγμή, ένα άλμπουμ πείραμα κι αλητεία μαζί με ρυθμούς υπνωτικούς, πλήκτρα και synths σαν soundtrack ταινίας του Lynch σε παλιό μπαρ του Brooklyn, μια κιθάρα ανάμεσα σε surf rock και θόρυβο, φωνητικά που θύμιζαν σχεδόν ψαλμωδίες. "Music from a parallel universe version of New York", διάβασα κάπου.
Το Καλοκαίρι του 2016 το πέρασα ολόκληρο στο κέντρο της Αθήνας, αγκαλιά με το νεοϋρκέζικα μπλουζ που ανακάλυψα 15 χρόνια μετά την κυκλοφορία τους και παραμένουν μέχρι σήμερα σούπερ-αγαπημένα. Τα βράδια εκείνα όσοι φίλοι-περαστικοί τηλεφωνούσαν από το κέντρο της πόλης δέχονταν πρόσκληση για τη βεράντα. Έλα να ακούσεις τι βρήκα τους έλεγα κι έφτιαχνα από έναν τσελεμεντέ ποτών μια παραλλαγμένη μαργαρίτα με Grand Marnier όσο τους περίμενα με το “Lover of Love” να παίζει στη διαπασών στην κουζίνα. Από τη στιγμή που καθόμασταν στη βεράντα και πατούσα το Play από την αρχή, ζήτημα να ανταλλάζαμε δυο κουβέντες. Ακούγαμε ξυπόλυτοι κάτω από μια τέντα με λουλούδια ολόκληρο το Cubist Blues στο repeat και μετά τις 5-6 φορές αναφωνούσαμε “πού στο διάολο ήταν αυτό το άλμπουμ τόσο καιρό”.
• H Άννα Γεωργάτου είναι μουσική συντάκτρια, παραγωγός εκπομπών podcasts και συγγραφέας των βιβλίων Μusic Μemoirs (εκδόσεις Γαβριηλίδης) και Μπονσάι Στόρις (εκδόσεις Ραδάμανθυς).
Richard Wahnfried – Time Actor (Innovative Communication, 1979)
«Το άλμπουμ το άκουσα πριν από 12 χρόνια περίπου μέσα από ένα DJ set του Miltiadis»
Τα αγαπημένο μου άλμπουμ είναι το Time Actor του Richard Wahnfried, καλλιτεχνικό ψευδόνυμο ή alias του θρυλικού Klaus Schulze που κυκλοφόρησε το 1979. Κατά την γνώμη μου πρόκειται για ένα αριστούργημα σύνθεσης και μουσικής που συνδιάζει την avant garde μαζί με πειραματικά, αλλά και ρυθμικά στοιχεία τα οποία ως dj με καθήλωσαν και μέχρι και σήμερα το συμπεριλαμβάνω στα σετ μου. Το άλμπουμ το άκουσα πριν από 12 χρόνια περίπου μέσα από ένα dj set του Miltiadis.
• Η K.atou είναι DJ και παραγωγός ηλεκτρονικής μουσικής εδώ και δύο δεκατίες, με εμφανήσεις στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Έχει συνεργαστεί με ραδιοφωνικές πλατφόρμες και έχει δικές της εκπομπές ως K.atou και Janet Davis.
Charles Kellogg – Songs Of Our Native Birds (Canary Records, 1918)
«Στα ξαφνικά, λοιπόν, βρέθηκα στο μαγικό κόσμο ενός φυσιοδίφη και καλλιτέχνη του vaudeville, που γεννήθηκε το 1868 στην Καλιφόρνια και είχε θέσει εαυτόν στην προστασία των δασών της περιοχής του»
Με δεδομένο πως στα πάρτυ πηγαίνω νωρίς και αποχωρώ πρώτη δε μπορώ να φανταστώ κανένα άλμπουμ που θα με κρατούσε πίσω. Kαι στην τελική ποιoς dj θα σκεφτόταν να παίξει επάνω στο τσακίρ κέφι, το δίσκο ενός τύπου που σφυράει τιτιβίσματα ή σβήνει... φωτιές με τη φωνή του.
Πριν από χρόνια ένας πολύτιμος φίλος, αναγνωρίζοντας την έμπρακτη αγάπη μου για τη μελωδία της φύσης και τη μεγάλη στεναχώρια μου όταν αυτή παραδίδεται στις φλόγες με ρώτησε αν ήξερα κάποιον τύπο με το όνομα Charles Kellogg. Δεν είχα ιδέα για ποιο πράγμα μιλούσε, ο μοναδικός Kellogg’s που γνώριζα ήταν ένας κόκορας σε λευκό χάρτινο κουτί των δημητριακών. Στα ξαφνικά, λοιπόν, βρέθηκα στο μαγικό κόσμο ενός φυσιοδίφη και καλλιτέχνη του vaudeville, που γεννήθηκε το 1868 στην Καλιφόρνια και είχε θέσει εαυτόν στην προστασία των δασών της περιοχής του. Αλλά με τι τρόπο; Ο Kellogg, έφηβος ακόμα συνειδητοποίησε πως όχι μόνο μποροὐσε να “συνομιλήσει” με πουλιά και έντομα αλλά ότι μπορούσε να μιμηθεί σχεδόν οποιονδήποτε ήχο έκαναν.

Ταυτόχρονα άρχισε να τεστάρει τη δυνατότητα των διαπασών αλλά και της φωνής του ως εργαλείου πυρόσβεσης. Μια σειρά από δημόσιες επιδείξεις μέσω ραδιοφωνικών εκπομπών σε επιστήμονες της General Electric και του πανεπιστημίου Berkeley, άφησαν ακροατές και ερευνητές άναυδους να κοιτάνε μια φλόγα 60 εκατοστών, σε απόσταση 16 χιλιομέτρων από τον Kellog, να (τη) σβήνει.
Είναι πολλές οι ιστορίες που συνοδεύουν τις ικανότητες του Kellog και ο λόγος της πρόγευσης όσων, ελάχιστων, μοιράζομαι εδώ είναι η χαρά της ελπίδας..πως θα βρεθεἰ έστω και ένας φιλόμουσος αναγνὠστης να ψάξει και ν´ακούσει κάτι διαφορετικὀ από τους γνωστούς οργανωμένους ήχους.

Αν η σημασία ενός έργου προσδιορίζεται όχι μόνο από την εποχή που γρἀφτηκε αλλά και τη διαχρονικότητἀ του, δε μπορώ να σκεφτώ τίποτα ποιο σχετικό σε ηχογράφημα που να απαλύνει το θόρυβο που όλοι κουβαλάμε καθημερινά στο κεφάλι μας.
- Η Κafka (Κατερίνα Καφεντζή) είναι μουσικός επιμελητής, παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, σεναριoγράφος ντοκιμαντέρ και ιστορικός ερευνητής.
Ride – Nowhere (Creation Records, 1990)
«Στην προβολή του Upside Down: The Creation Records Story στις Νύχτες Πρεμιέρας του 2011 θυμάμαι να νιώθω τη ζωή μου να αλλάζει τη στιγμή που ακούστηκαν οι κιθάρες των Ride»
Δεν ξέρω πώς είχα καταφέρει να μην ακούσω ποτέ shoegaze μέχρι τα 21 μου, ή βασικά ξέρω, ήταν επειδή πέρασα όλη μου την εφηβεία ακούγοντας Scorpions και κρεπάροντας το μαλλί μου και μετά έφυγα ντουγρού για το indie της εποχής, παρακάμπτοντας όλες τις ενδιάμεσες δεκαετίες. Στην προβολή του Upside Down: The Creation Records Story στις Νύχτες Πρεμιέρας του 2011 θυμάμαι να νιώθω τη ζωή μου να αλλάζει τη στιγμή που ακούστηκαν οι κιθάρες των Ride. Ήταν κάτι που δεν είχα ξανακούσει ποτέ, ήταν το κουτί της Πανδώρας που άνοιγε. Νομίζω κοιτούσα την οθόνη αποσβολωμένη μέχρι το τέλος του ντοκιμαντέρ και έπειτα γύρισα σπίτι, άρχισα το ψάξιμο στο youtube και έπεσα πάνω στο Nowhere του 1990, της χρονιάς που γεννήθηκα.
Πρέπει να το άκουγα ασταμάτητα για τα επόμενα τρία χρόνια. Άρχισα να ενώνω τις τελείες και να αντιλαμβάνομαι μουσικές γενεαλογίες που νωρίτερα δεν μπορούσα να παρατηρήσω. Αυτός ο δίσκος άλλαξε το πώς αντιλαμβάνομαι τη μουσική συνολικά, δημιούργησε μια απίστευτη δίψα να εξερευνήσω και να μάθω και να ζήσω κι άλλη μουσική κι άλλες συναυλίες κι άλλα ντοκιμαντέρ κι άλλα μπαρ κι άλλα πάρτυ. Αυτό, αναπόφευκτα, οδήγησε στη συνειδητοποίηση όλων των κενών μου μέχρι εκείνη τη στιγμή, σε μία τεράστια προσπάθεια ανάκτησης του χαμένου χρόνου και σε πολλά χανγκόβερ.Το Nowhere είναι για μένα η ελπίδα πως εκεί έξω υπάρχει πάντα κάτι ικανό να σε συγκινήσει τόσο βαθιά που μετά δεν είσαι ποτέ ξανά η ίδια.
I am still chasing that high.
• Η Φωτεινή Κορρέ είναι αρχιτεκτόνισσα, πολυτομεακή καλλιτέχνιδα και μουσικός και εργάζεται πάνω από δεκαπέντε χρόνια στα ελληνικά media. Αυτό το διάστημα εκπονεί τη διδακτορική της διατριβή στο ΕΜΠ και παρουσιάζει την εκπομπή Morning Mediterraneo στο stegi.radio. Με τις συνεργάτισσές της, διατηρεί το εργαστήριο ΚΛΙΦ στην Κυψέλη.
Paul McCartney and Wings – Band on the Run (Apple, 1973)
«Ένα άλμπουμ που ακούγεται τραγανό ακόμα και σήμερα, 53 χρόνια μετά»
Πάντα θα βρεις έναν δίσκο που δεν εκτίμησες στην ώρα του. Πάντα υπάρχει ένα άλμπουμ από το παρελθόν που σε περιμένει. Πάντα παραμονεύει το επόμενο πράγμα που θα ανακαλύψεις και θα σε εκπλήξει. Έτσι γίνεται και θα γίνεται, έτσι γινόταν πάντα. Αλλιώς δεν έχει υποκειμενικότητα, δηλαδή δεν έχει πλάκα.
Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ, στο πλαίσιο του παρόντος αφιερώματος, δε θα σας αραδιάσω όλες τις πάμπολλες φορές που μετάνιωσα, αναθεώρησα ή/και αυτομαστιγώθηκα για κάτι που έχασα ή ξέχασα. Θα αναφέρω απλά την τελευταία.
Με ένα τσαλίμι του ο αλγόριθμος με έστειλε, ιδροκοπώντας ενώ ανέβαινα τον λόφο προς τον Λυκαβηττό για μια θεατρική παράσταση, στο “Nineteen Hundred and Eighty Four”. Όχι τυχαία, με τέτοια θηριώδη πλήκτρα και κλιμάκωση, ένα κομμάτι του Sir Paul που έχει κάνει και club καριέρα στα χέρια αρχικά του Timo Maas, κατόπιν των Paul Woolford, Kerri Chandler και άλλων. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Καλά, το “1984” του McCartney (τραγούδι για έναν ανεκπλήρωτο εις το διηνεκές έρωτα, σε ένα αρκετά τραβηγμένο twist της οργουελικής αναφοράς) έχει και λογοτεχνικό πάτημα, αφού "ακούγεται" σε μια πολύ χαρακτηριστική σκηνή στο μυθιστόρημα Glamorama του Bret Easton Ellis. Αλλά, αυτό κι αν είναι μια άλλη ιστορία.
Η δική μας ιστορία είναι το άλμπουμ που συμπεριλαμβάνεται, για την ακρίβεια το κλείνει. Είναι το Band on the Run που κυκλοφόρησε στο τέλος του 1973 - τρίτο στον κατάλογο του McCartney με τους Wings και πέμπτο στη σόλο καριέρα του αφότου αποχώρησε από τους Beatles τον Απρίλιο του 1970.
O Macca δεν είναι στα καλύτερά του. Τα δύο πρώτα άλμπουμ με τους Wings δεν έχουν πάει καλά ούτε με το κοινό, ούτε με τους κριτικούς. Κι ο Lennon μοιάζει να κερδίζει το άτυπο μετά-τους-Beatles ντέρμπι τους, αφήστε που τον έχει στολίσει κιόλας με το “How Do You Sleep?” του 1971.
Ο McCartney βρίσκεται, όσο περίεργο κι αν φαίνεται σήμερα που τον περιβάλλει η αστρόσκονη του θρύλου, σε μια “make it or break it” στιγμή. Χρειάζεται το επόμενο άλμπουμ να πάει καλά. Το “Live and Let Die” που έχει κυκλοφορήσει πριν λίγους μήνες ως το τραγούδι της ομώνυμης ταινίας με ήρωα τον James Bond (η πρώτη με πρωταγωνιστή τον Roger Moore) είναι ένας καλός οιωνός, τα πλήκτρα πάλι δείχνουν τον δρόμο.
Η ηχογράφηση του Band on the Run θα γίνει στο μακρινό Λάγος, στο στούντιο που διατηρούσε η EMI στην πρωτεύουσα της Νιγηρίας. Και θα είναι φουλ επεισοδιακή. Ο McCartney και τα μέλη της μπάντας (δηλαδή ο Denny Laine και η γυναίκα του Linda, αφού έχουν υπάρξει αποχωρήσεις) το παίζουν τουρίστες τα πρωινά και τα σαββατοκύριακα και δουλεύουν απογεύματα και βράδια. Στην πραγματικότητα, ο McCartney γράφει σχεδόν όλα τα όργανα και μετά φοράει το καπέλο του παραγωγού μαζί με τον Laine για να κόψει και να ράψει. Στο μεταξύ, δεχονται την επίθεση του afrobeat θρύλου Fela Kuti που τους χαρακτηρίζει ως ανεπιθύμητους που βρίσκονται εκεί για να σφετεριστούν την αφρικανική μουσική παράδοση, ενώ ο McCartney παθαίνει και βρογχίτιδα και γυρίζει εσπευσμένα στο Λονδίνο (η επιδημία χολέρας που ξέσπασε κατόπιν στη Νιγηρία απαγόρευσε κάθε σκέψη επιστροφής τους εκεί).
Η ουσία είναι ότι, εστώ και διά πυρός και σιδήρου, ο McCartney πέτυχε τον θρίαμβο που έψαχνε. Ένα άλμπουμ που ακούγεται τραγανό ακόμα και σήμερα, 53 χρόνια μετά. Πετυχαίνει να κουβαλήσει την μπιτλική κληρονομιά, μόνο και μόνο το υπέροχο “Let Me Roll It” φτάνει και περισσεύει γι’ αυτό. Να βάλει τα στοιχεία της world music που παραμονεύει για να κατακτήσει την επόμενη δεκαετία τα δυτικά ακροατήρια, να πιάσει και το glam κλίμα της εποχής. Με έναν τρόπο, το Band on the Run μοιάζει να είναι προπομπός του απολύτως εμβληματικού Rumours των Fleetwood Mac, αλλά και σημείο αναφοράς του αποκηρυγμένου soft rock των 80s που, φυσικά, επέστρεψε τον 21ο αιώνα με νεολογισμούς τύπου “yacht rock”.
Ε, κι όσο να’ ναι αυτό που έγραψε στην κριτική του ο Jon Landau στο Rolling Stone, ότι είναι "το καλύτερο άλμπουμ οποιουδήποτε από τους τέσσερις μουσικούς που ήταν κάποτε μέλη ενός συγκροτήματος που λεγόταν Beatles" θα διαβάστηκε αρκετές φορές, και αρκετά δυνατά, στην οικία McCartney…
• Ο Παναγιώτης Μένεγος είναι δημοσιογράφος (NEWS 24/7) και ραδιοφωνικός παραγωγός (Laternative, En Lefko 87.7).
Διάφανα Κρίνα – Έγινε Η Απώλεια Συνήθεια Μας (Wipe Out! Records, 1996)
«Η αφοπλιστική ειλικρίνεια και η ουσιαστική έμπνευση που υπήρχε στην ατμόσφαιρα εκείνο το βράδυ ήταν η αρχή μιας τεράστιας μετατόπισης»
Από τα σχολικά μου χρονιά το ελληνικό ροκ το απέφευγα, όπως ο διάολος το λιβάνι. Το είχα αφορίσει, χωρίς καν να ακούσω. Θες, επειδή το ακούγανε όλοι οι εναλλακτικοί του σχολείου και εγώ έπρεπε να είμαι πιο εναλλακτικός από τους εναλλακτικούς, θες επειδή είχα μπει από ξαδέρφια και φίλους ήδη σε πιο brit pop μονοπάτια... Όπως και να έχει κομπλεξική αντίδραση μου φαίνεται τώρα. Το θεωρούσα για πολύ καιρό, όπως και το μεταλ, μια "παιδική ασθένεια" που πρέπει να ξεπεράσεις μικρός.
Όλα αυτά , μαζί και εγώ σαν άνθρωπος, αλλάξανε όταν άκουσα αρκετό καιρό αφού είχαν διαλυθεί τα Διάφανα Κρίνα, τον Θάνο Ανεστόπουλο στην μπουάτ "Απανεμιά", να τραγουδάει συνοδεία μιας κιθάρας. Η αφοπλιστική ειλικρίνεια και η ουσιαστική έμπνευση που υπήρχε στην ατμόσφαιρα εκείνο το βράδυ ήταν η αρχή μιας τεράστιας μετατόπισης. Εκεί λοιπόν κάπου στο '13-'14 ήρθαν τα πάνω κάτω και όχι μόνο έψαξα και εκτίμησα το "Έγινε η απώλεια συνήθειά μας" αλλά και όλους τους θιασώτες του ελληνόφωνου ροκ.
Οπότε ναι, σε αυτό το μεγάλο πάρτυ εγώ ήρθα στο "άφτερ".
• Ο METAMAN είναι παραγωγός ηλεκτρονικής μουσικής και συνιδρυτής της WonTon Records.
Uncle Tupelo – No Depression (Rockville Records, 1990)
«Οι Uncle Tupelo έγραφαν καθαρές country μελωδίες, τις οποίες και πασπάλιζαν με τόσο ισχυρές δόσεις από fuzz και distortion, που θα χειροκροτούσε ακόμα κι ο J Mascis».
Ήμουν φαντάρος την περίοδο 1990-1992 και έτσι μολονότι δεν διέκοψα την επαφή με τα μουσικά πράγματα, σίγουρα έχασα κάποιες νέες μπάντες που εμφανίστηκαν τότε. Μια από αυτές ήταν οι Uncle Tupelo απ’ το Μπέλβιλ του Ιλινόι. Στην πραγματικότητα τους ανακάλυψα μετά τη διάλυσή τους (1994) και αφού πρώτα άκουσα -και αγάπησα- τους πρώτους δίσκους της κυριότερης διάδοχης μπάντας, δηλαδή των Wilco. Νομίζω μάλιστα ότι αγόρασα μαζεμένους τους τρεις πρώτους δίσκους των Uncle Tupelo λίγο μετά το magnum opus των Wilco, το Yankee Hotel Foxtrot (2001), δηλ. έντεκα χρόνια μετά την κυκλοφορία του No Depression.
Σήμερα οι Uncle Tupelo θεωρούνται ως το συγκρότημα που “θεμελίωσε την alt. Country”. Κάτι τέτοιο ισχύει μόνο για τους τύπους. Επί της ουσίας, οι Uncle Tupelo ήταν απλώς οι συνεχιστές/κληρονόμοι ενός ήχου (ή πιο σωστά μιας αισθητικής παρά ενός συγκεκριμένου «ήχου») που ερχόταν από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Τότε γνώρισε διάφορες ονομασίες. “Cow punk”, “paisley underground”, “desert rock” ή απλώς “αναβίωση”, και είχε ως εκπρόσωπους μπάντες σαν τους Green On Red, τους True West, τους Giant Sand, τους Long Ryders ή ακόμα και τους Gun Club…Το καινούριο που κόμιζαν οι Uncle Tupelo ήταν σε γενικές γραμμές το εξής: έγραφαν καθαρές country μελωδίες (προσοχή, country, όχι country-rock), τις οποίες και πασπάλιζαν με τόσο ισχυρές δόσεις από fuzz και distortion, που θα χειροκροτούσε ακόμα κι ο J Mascis. Δεν ήταν όμως μόνο το στυλ. Είχαν επίσης στις τάξεις τους δύο συνθέτες, δύο ολοκληρωμένους δημιουργούς πρώτης γραμμής: τον Jeff Tweedy και τον Jay Farrar. Τα πεπραγμένα του πολύτροπου Tweedy με τους Wilco (ή σόλο) είναι λίγο-πολύ γνωστά. Ο Jay Farrar όμως, που κατόπιν σχημάτισε τους έξοχους Son Volt, είναι αδικημένος. Ίσως επειδή ήταν πάντα περισσότερο παραδοσιακός και λιγότερο ευέλικτος. Παρόλα αυτά, κάποια άλμπουμ του όπως το Trace των Son Volt αποτελούν διαμάντια αυτού που ονομάζουμε εναλλακτική country ή αλλιώς americana.
• Ο Θανάσης Μήνας είναι δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός και συγγραφέας των βιβλίων “Για τον Pynchon” και “Black Power”.
Harry Styles – Harry Styles (Columbia Records, 2017)
«Ο καθένας διαλέγει το δηλητήριό του σε αυτή τη ζωή»
Υποθέτω ότι εδώ "παίζουμε πανκ", οπότε ίσως να έπρεπε να βγάλω ψυχούλα για τα Χ (ούτε που ξέρω πόσα είναι) πανθομολογούμενα επιδραστικά και σημαντικά και γαμηστερά, εκ του underground εκπορευόμενα άλμπουμ που εξαιτίας χωροχρονικών συνθηκών ανακάλυψα κατόπιν εορτής κι έχοντας πρώτα ακούσει τα ξεκάθαρα απότοκά τους, Ψ, όμως αν για κάτι δεν με ταλανίζουν τύψεις είναι που κάποτε αγάπησα πρώτα τους δύο πρώτους δίσκους των Nirvana και μετά έφτασα γονυπετής στον δεύτερο και τον τρίτο των Hüsker Dü.
Πολύ πρόσφατα όμως με έκανα τσακωτό σε μια ιδιαίτερα άβολη -με βάση το ποιος νομίζω ότι είμαι και πώς έχω επιλέξει να πορεύομαι- στιγμή, λίγο πριν το τέλος του απολαυστικού sci-fi έπους “Project Hail Mary”, εκεί που η Sandra Hüller ξεκινά να τραγουδά karaoke ένα τραγούδι που από το πρώτο δευτερόλεπτο ένιωσα ότι με συγκινεί κατακλυσμιαία και το ξέρω από πάντα και το λατρεύω με όλη μου την ψυχή και “πώς είναι δυνατόν να μη θυμάμαι τον τίτλο γμτ;”, οπότε έκανα Shazam και κατάλαβα ότι μια χαρά δυνατόν ήταν να μη θυμάμαι τον τίτλο γιατί ούτε το ήξερα ούτε το λάτρευα (όχι μέχρι τότε) γιατί πολύ απλά δεν το είχα ξανακούσει.
Σε ποιον τα πουλάς αυτά, θα πει κάποιος, είναι δυνατόν να άκουσες πρώτη φορά το "Sign of the times" και το υπόλοιπο ντεμπούτο του Harry Styles σχεδόν εννιά χρόνια μετά την κυκλοφορία του; Κι όμως είναι αν πιστεύεις πραγματικά -άρα έτσι είναι- ότι ο Harry Styles δεν σε αφορά γιατί στον πυρήνα σου γονυπετής μπροστά στους Hüsker Dü παραμένεις. Ο καθένας διαλέγει το δηλητήριό του σε αυτή τη ζωή. Με τις υγείες μας, λοιπόν, συμπλεγματικοί, κολληματίες φίλοι μου.
• Ο Θεοδόσης Μίχος είναι δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο, “Ένα για τον δρόμο”, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Λένα Πλάτωνος, Μαριανίνα Κριεζή, Σαββίνα Γιαννάτου, Γιάννης Παλαμίδας – Σαμποτάζ (Lyra, 1981)
«Τα λόγια είναι λίγα, τα χρόνια που άργησα πολλά»
Όλους τους δίσκους που αγαπάω θα ήθελα να τους έχω ακούσει νωρίτερα, ακόμη και πριν την κυκλοφορία τους. Επίσης θεωρώ πως οτιδήποτε συμβαίνει, υπάρχει λόγος που σε βρίσκει τότε που σε βρίσκει. Με αυτή την αντίφαση στο μυαλό και για χάρη του παιχνιδιού αυτού του άρθρου, θα διαλέξω το Σαμποτάζ των Πλάτωνος, Κριεζή, Γιαννάτου, Παλαμίδα, κυρίως γιατί ανάμεσα στην κυκλοφορία του και στο να τον αγαπήσω ολοκληρωτικά πέρασαν πάνω από 3 δεκαετίες.
Ένας δίσκος που κυκλοφόρησε το 1981 κι αν έβγαινε σήμερα θα ήταν ο δίσκος της χρονιάς. Αν έβγαινε σε δέκα χρόνια; Πάλι θα έμοιαζε μπροστά. Δεν χωράει σε κατηγορίες, τα όρια μοιάζουν αστεία για τις φωνητικές ερμηνείες, οι μελωδίες και οι ενορχηστρώσεις χαϊδεύουν και γδέρνουν, και οι στίχοι όπως και στο σύνολο του έργου της Κριεζή ξεκινούν από μικρές, καθημερινές αφορμές και φτάνουν να χωράνε ολόκληρες ζωές μέσα. Τα λόγια είναι λίγα, τα χρόνια που άργησα πολλά. Όμως κάποιος λόγος θα υπήρχε.
• O Pan Pan είναι μουσικός, συνθέτης, παραγωγός, μέλος των Echo Tides και δημιουργός κόμικ.
David Bowie – The Rise And Fall Of Ziggy Stardust & The Spiders From Mars (RCA Victor, 1972)
«Ένιωθα ότι ήταν το άλμπουμ που γεφυρώνει τον παλιό κόσμο του ’60 και τον πιο σύγχρονο κόσμο της ροκ μουσικής»
Μέχρι την ηλικία περίπου των 18 είχα ακούσει τα περισσότερα από τα κλασσικά album της ροκ μουσικής από τη δεκαετία του 60 και μέχρι τη δεκαετία του 90, καθώς υπήρχαν στη δισκοθήκη του πατέρα μου. Είχα όμως και τα κολλήματά μου. Δεν πλησίαζα οτιδήποτε χαρακτηριζόταν ως metal ή glam. Μου φαίνονταν και τα δύο χαζά, αν μπορώ να το πω έτσι. Για αυτό το λόγο παραδείγματος χάριν δεν άκουγα στην εφηβεία Black Sabbath. Τους είχα αποκλείσει από το μουσικό μου κόσμο. Για τον ίδιο λόγο δεν ακουμπούσα ποτέ David Bowie. Σκεφτόμουν ότι θα είναι σαν Guns Ν' Roses ή κάτι τέτοιο λόγω της ταμπέλας “glam” και έλεγα “άσ’ το μωρέ”. Μέχρι που μια μέρα σκέφτηκα “εντάξει για να διασκευάσανε τραγούδι οι Nirvana δεν μπορεί να είναι τόσο χάλια” και καθώς ξαπλώνω για να κοιμηθώ βάζω στα ακουστικά μέσα στο σκοτάδι να ακούσω το Ziggy Stardust.
Από την εισαγωγή του δίσκου με τα τύμπανα που δυναμώνουν σταδιακά στο “Five Years” ένιωσα σα να ακούω κάτι πολύ οικείο αλλά και πολύ μαγικό. Μου ήτανε όλα γνώριμα αλλά και πρωτόγνωρα. Ένιωθα ότι ήταν το άλμπουμ που γεφυρώνει τον παλιό κόσμο του ’60 και τον πιο σύγχρονο κόσμο της ροκ μουσικής. Ήταν επίσης το άλμπουμ που με έκανε να καταλάβω πως όταν φαινομενικά ετερόκλητα στοιχεία περνάνε μέσα από το μοναδικό πρίσμα ενός ανθρώπου ή μιας μπάντας αυτά αποδίδονται ως κάτι νέο.
Ο δίσκος ξεκινάει με το “Five Years” και είναι τέτοια η φύση του συγκεκριμένου κομματιού από μουσικής πλευράς, αλλά και στιχουργικά που σε κάνει να νιώθεις όπως όταν διαβάζεις το εισαγωγικό σημείωμα ενός συγγραφέα για το μυθιστόρημα του. Ότι δηλαδή είναι μία προετοιμασία για την κυρίως αφήγηση. Με το δεύτερο κομμάτι, το “Soul Love” αρχίζει πλέον ένα ταξίδι με κορυφώσεις, πεδιάδες, σκοτεινές, φωτεινές και μυστήριες στιγμές. Όπως κάθε καλός δίσκος το ένα κομμάτι δεν προμηνύει τη διάθεση και το στυλ του επόμενου αλλά όλα μαζί τα τραγούδια δημιουργούν έναν δικό τους κόσμο. Ο δίσκος ξεκινάει γλυκά και μελαγχολικά, σκληραίνει σιγά, σιγά σε σημεία με τις φοβερές κιθάρες του Mick Ronson χωρίς να χάσει ποτέ την ατμόσφαιρα και τη μελωδική αίσθηση των τραγουδιών. Το τρίτο κομμάτι του άλμπουμ “Moonage Daydream” είναι ένα καλό παράδειγμα αυτού. Το “Starman” που ακολουθεί είναι απλά ένα αριστούργημα και η πρώτη πλευρά κλείνει με τη μοναδική διασκευή του δίσκου. Το “It Ain't Easy”.
Η δεύτερη πλευρά του δίσκου ξεκινάει με το πιο μπαλαντοιδές τραγούδι το “Lady Stardust” το οποίο λειτουργεί φανταστικά στη ροή του δίσκου, αλλά είναι και το μόνο τραγούδι που δε θα διάλεγα για να δώσω σε κάποιον μια γεύση από το δίσκο. Από εκεί και κάτω το άλμπουμ παίρνει πάλι φόρα μπαίνοντας πολλές φορες και σε proto-punk μονοπάτια (είναι γνωστή η αγάπη πολλών βρετανικών punk και post punk συγκροτημάτων για τον Bowie και άλλους καλλιτέχνες της “glam” σκηνής των αρχών της της δεκαετίας του 70) To “Star” και “Hang On To Yourself” κάνουν ακριβώς αυτό για να έρθει μετά το “Ziggy Stardust” το οποίο συνοψίζει κατά μία έννοια το χαρακτήρα όλου του δίσκου σε ένα κομμάτι. Ακολουθεί άλλη μια δυνατή στιγμή με το “Suffragette City” και το άλμπουμ κλείνει με το άκρως συναισθηματικό και πανέμορφο “Rock ’n’ Roll Suicide”.
Καθόλη τη διάρκεια του δίσκου έχουμε εξαιρετική χρήση των δεύτερων φωνητικών τα οποία υπογραμμίζουν ρυθμικά σημεία, ή προσθέτουν υπογείως άλλες μελωδίες δίνοντας βάθος στα κομμάτια, και πινελιές από βιολιά, τσέλο, βιόλες, πιάνο και σαξόφωνο τα οποία δίνουν μία πληθωρική αίσθηση στα τραγούδια. Γενικά η παραγωγή/ενορχήστρωση είναι για σεμινάριο.
Εννοείται πως από τον ενθουσιασμό μου δεν με πήρε ο ύπνος πριν ολοκληρωθεί η ακρόαση του δίσκου και όταν ξύπνησα την άλλη μέρα το πρωί είχα αυτή την όμορφη αίσθηση ότι ανακάλυψα κάτι καινούργιο το οποίο θα το ακούω για πολύ καιρό. Ήμουνα στο Βόλο εκείνη την περίοδο. Είχα πάει για καλοκαίρι και άκουγα το δίσκο είτε στο αυτοκίνητο όταν πηγαίναμε για μπάνιο ή πάλι τα βράδια στα ακουστικά πριν κοιμηθώ και όλο και πιο πολύ συνειδητοποιούσα την αξία του.
• Ο Ξάνθος Παπανικολάου τραγουδάει, παίζει κιθάρα και γράφει στίχους και μουσική για τους SOMA. Πριν από τους SOMA τους ίδιους ρόλους αναλάμβανε στους Bazooka.
ABBA – Voulez-Vous (Polydor, 1979)
«ABBA, Voulez-Vous και το Μεγαλείο της χαρμολύπης»
Θα ήθελα πολύ να είχα την ωριμότητα - που ακόμα την ψάχνω - να αντιληφθώ τι κάνουν τι προτείνουν και πώς ψυχανεμίζονται. Οι ΑΒΒΑ είναι Καλλιτέχνες με μουσικό και συναισθηματικό υπόβαθρο οι οποίοι μετασκευάζουν τον πόνο σε κόκκινα κίτρινα πράσινα πορτοκαλί φωτάκια και ψυχική ευφορία . Από space disco glam rock σε pop, η γλυκιά μελαγχολία και όμορφες μελωδίες με άψογες παραγωγές κυριαρχούν.
Δεν θα φλυαρήσω αναίτια, υπάρχουν πολλά πράγματα να πεις για τους ΑΒΒΑ. Πέραν των γνωστών “anthems” υπάρχουν και άλλα διαμάντια άξια προσοχής απλώς χρειάζεται παραχώρηση, όπως σε κάθε τι, και γι’ αυτό μου αρέσει το σύνδρομο της σφεντόνας - είναι ένας δικός μου όρος. Πρώτα πάω πίσω πίσω πίσω πίσω και τσουπ, εκσφενδονίζομαι. Και ξανάμανά.
Σε μία εποχή του “για πάμε” - που στην πραγματικότητα δεν πρόκειται να πάμε πουθενά, διότι κυριαρχεί η συναισθηματική παραίτηση - εδώ έρχονται οι ΑΒΒΑ.
Get over it.
• Ο Real Islander, ο Chiquititos, ο Dj και graphix D e a r Q u e n t i n.
Vivien Goldman – Resolutionary (Songs 1979-1982) (Staubgold, 2016)
«Το 1981, κλέβοντας τον στουντιακό χρόνο της μπάντας, ηχογράφησε το σινγκλ “Launderette”, το μυστήριο μουσικό διαμάντι που αφηγείται μια αμήχανη ερωτική γνωριμία στα πλυντήρια που η αγγλική εργατική τάξη έπλενε τα ρούχα της»
Τι ενώνει τους Public Image Ltd., τα πλυντήρια ρούχων της Αγγλίας, τη Τζαμάικα και ένα ινδικό εστιατόριο; Το πανκ, θα μπορούσε να είναι μια απάντηση. Κι αν θέλαμε να αναλύσουμε το πανκ σε δύο λέξεις, δεν σκέφτομαι πιο ταιριαστές από: Vivien Goldman.
Ανακάλυψα το Resolutionary καθισμένη στη θέση του συνοδηγού πριν δύο καλοκαίρια. Το εξώφυλλο αποτελείται από τρία διαδοχικά πλαίσια: ένα ροζ, ένα φωσφοριζέ πράσινο, και στο κέντρο η ασπρόμαυρη φωτογραφία μιας γυναίκας απορροφημένης σε κάτι που την ωθεί να έχει τα χέρια στις τσέπες. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το 2016, όμως ο υπότιτλος προαναγέλλει τραγούδια γραμμένα μεταξύ 1979 και 1982. Ποια είναι η γυναίκα με τα χέρια στις τσέπες, που στο εξώφυλλο του δεύτερου άλμπουμ της, μας κοιτάει, γηραιότερη, κατάματα και μας δείχνει με το δάχτυλο; Σε ένα από τα πολλά άρθρα για εκείνη, ο γράφων μάς εισάγει λέγοντας πως η ιστορία του πανκ είναι γεμάτη από ενδιαφέρουσες υποσημειώσεις. Παρότι αυτή η πρόταση είναι αληθής, στην προκειμένη περίπτωση τα πράγματα δεν έχουν ακριβώς έτσι.
Η Vivien Goldman βρέθηκε στο κέντρο των κατακλυσμικών μουσικών και πολιτικών γεγονότων της Βρετανίας, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και μετά, με παραπάνω από έναν ρόλο. Ξεκίνησε ως μουσική κριτικός σε περιοδικά όπως το Sounds και το ΝΜΕ, ενώ υπήρξε από τις πρώτες φωνές που δημοσίως έγραψαν για τη σχέση μεταξύ πανκ και ρέγκε, καταγράφοντας και μιλώντας μέσα από τις αντιθέσεις της εργατικής τάξης, τον συστημικό ρατσισμό, τον φεμινισμό. Ήταν η πρώτη publicist του Bob Marley στην Ευρώπη. Στα τέλη του ’70 συμμετείχε στις φωνές και τις συνθέσεις των avant-garde The Flying Lizzards και στις αρχές του ’80 δημιούργησε τους Chantage. Μετά τη διάλυση των Sex Pistols συνόδευσε τον John Lydon στη Τζαμάικα, σ’ ένα ταξίδι αναζήτησης νέας μουσικής, ενώ, μεταξύ άλλων συνεντεύξεων, μετράει πολλές με τους PiL -με προσωπική αγαπημένη αυτή που έλαβε τόπο σε ένα ινδικό εστιατόριο απ’ το οποίο τους είχαν πετάξει έξω, την πρώτη φορά που τους επιτράπηκε να ξαναπάνε, έναν χρόνο μετά. Το 1981, κλέβοντας τον στουντιακό χρόνο της μπάντας, ηχογράφησε το σινγκλ “Launderette”, το μυστήριο μουσικό διαμάντι που αφηγείται μια αμήχανη ερωτική γνωριμία στα πλυντήρια που η αγγλική εργατική τάξη έπλενε τα ρούχα της. Στο μπάσο και τα κρουστά είναι ο George Oban των Aswad, στην κιθάρα ο Keith Levene (Clash, PiL), και στην παραγωγή συμμετέχει ο John Lydon.
Πέφτοντας τυχαία πάνω στο Resolutionary, βεβαίως δεν μπορεί κανείς να τα γνωρίζει όλα αυτά. Δεν πειράζει. Θα του συστηθούν τα ίδια μέσα από το άλμπουμ. Η Vivien Goldman βρέθηκε ταυτόχρονα σε κεντρικούς για το πανκ κόμβους: ως δημοσιογράφος, ως μουσικός, αργότερα ως συγγραφέας και τελικά ως ιστορικός του είδους. Όλα αυτά, ακόμη κι όσα δεν είχαν συμβεί όταν τα τραγούδια γράφονταν, μου φαίνεται πως εμφανίζονται πίσω από τις αμήχανες, ετερόκλητες συνθέσεις του Resolutionary. Γι’ αυτό θα ήθελα να το έχω συναντήσει νωρίτερα.
• Η Sci-Fi River κάνει ραπ με βάση την Αθήνα.
Mark Lanegan – Bubblegum (Beggars Banquet, 2004)
«Άγρια, ψυχρά ηλεκτρονικά ντραμς, μία ψυχρότερη κιθάρα σε καλωσορίζουν στην μοναχικότερη στιγμή ενός ανθρώπου»
Η μουσική μπορεί κάπως και χορεύει γύρω μας στις ζωές μας. Ίσως υπάρχει ένα τραγούδι που έχετε ακούσει τόσες φορές στο ραδιόφωνο ώστε γίνεται υποκείμενος θόρυβος, ώσπου μια μέρα που γυρίζετε σπίτι, κολλημένοι στην κίνηση, φαντάζει λες κι ο τραγουδιστής έχει συντονιστεί με το ραδιόφωνό σας και σας μιλά, λέγοντας πράγματα που μόνο εσείς θα καταλαβαίνατε, “σκοτώνοντάς σας απαλά” με το τραγούδι. Το τραγούδι δεν έχει αλλάξει, αλλά ο κόσμος ναι. Εσύ άλλαξες.
Όταν προσπαθούσα να σκεφτώ ένα άλμπουμ που θά ’θελα να έχω ακούσει νωρίτερα, πάσχιζα. Θυμάμαι να βλέπω το Rated R των Queens of the Stone Age σ’ ένα δισκάδικο στην πόλη μου το 2000 και, αποφασισμένος να το αγοράσω, επιστρέφω αργότερα μαθαίνοντας ότι το είχε αγοράσει άλλος, μέχρι που τους ανακάλυψα τρία χρόνια (μία εφηβική αιωνιότητα) αργότερα. Θα είχα όμως συνδεθεί με την παράνοια μικρότερος; Ή τα ριφ των κόρνων και η ναρκολογία με είχαν απωθήσει τόσο μικρό;
Όταν πια παραδόθηκα στους Queens, παραδόθηκα πλήρως. Η αδελφή μου (η προσωποποίηση του κουλ) είχε φέρει το Songs for the Deaf ενώ τα βίντεο κλιπ των “No One Knows” και “Go with the Flow” έπαιζαν ασταμάτητα στο αγαπημένο μου MTV2. Γρήγορα έγινα εμμονικός με τον χαρακτήρα της μουσικής, τα μεταβαλλόμενα στυλ, τις ιδιοσυγκρασιακές μα μελωδικές κιθάρες. Έψαχνα κι άλλο. Νωρίτερα άλμπουμ πού ’χα χάσει. Ήταν η ώρα να ταυτιστώ με τους ειρωνικούς, κρυπτικούς στίχους και την καλλιτεχνική—επηρεασμένη απ’ την hard rock—κιθάρα του Josh Homme. Σ’ ένα φόρουμ για τους Queens (inthefade.net για τους φανατικούς) διαφήμιζαν μία κυκλοφορία με πολλά μέλη των Queens, το Here Comes That Weird Chill του Mark Lanegan. Το κατέβαζες δωρεάν! Το πρώτο κομμάτι, “Methamphetamine Blues” με τρόμαξε όσο τίποτα. Μία σκοτεινή ελεγεία στην παράνοια και τον έλεγχο· ήταν σαν να με τινάζει γυμνό καλώδιο, το άφησα. Άλλο άλμπουμ ακολούθησε: το Bubblegum. Είχα μάθει να μην αγγίζω γυμνά καλώδια.
Δέκα χρόνια αργότερα ζούσα την διάλυση της πρώτης μου σχέσης. Όλα όσα ήξερα τα τελευταία επτά χρόνια άλλαζαν και είχα παντελώς ξεχάσει ποιος είμαι. Κατά τύχη, ξαναπέτυχα το Bubblegum και ήθελα να μάθω τι είχε συμβεί εκείνου του ανθρώπου που έδωσε στην φωνή του την πυκνότητα μιας μαύρης τρύπας. Εντωμεταξύ είχα βιώσει την Cat Power να ζει και να πεθαίνει στα μπαρ, είχα ακούσει τον Elliott Smith να ζει υπερβολικά και να πεθαίνει γρήγορα. Είχα μάθει πώς ν’ ακούω τις φωνές εκείνες που καλούσαν για κατανόηση.
Το Bubblegum αρχίζει μ’ ένα βαλς στο πιάνο, κάποιος μελετάει στο δωμάτιο πάνω. Πολύ χαμηλό· το δυναμώνεις. Τότε αρχίζει η εμπειρία. Άγρια, ψυχρά ηλεκτρονικά ντραμς, μία ψυχρότερη κιθάρα σε καλωσορίζουν στην μοναχικότερη στιγμή ενός ανθρώπου.
No one needs to tell you that
there’s no use for you here anymore. And where are your friends? They’ve gone away.
It’s a different world
and they’ve left you to this
to janitor the emptiness,
so let’s get it on
Κανείς δεν θα σου πει
ότι κανείς δεν σε χρειάζεται πια εδώ. Και πού είναι οι φίλοι σου;
Φύγαν μακριά.
Πήγαν σ’ άλλο κόσμο
και σ’ άφησαν σ’ αυτόν
να φροντίζεις το κενό
οπότε ας ξεκινήσουμε.
Άκουγα αυτά τα λόγια και ένιωθα, σωστά, ότι θα καθόμουν δίπλα του για λίγο. Θά ’θελε συντροφιά όπως κι εγώ.
Το άλμπουμ εξυμνεί το γεγονός ότι η ζωή, ενάντια σε καθετί, πράγματι συνεχίζει. Το μαύρο χιούμορ του “Wedding Dress”, το αινιγματικό, ερωτικό “Come to Me”, κάθε τραγούδι σού δείχνει όχι μόνο τις ζοφερότερες σκηνές απελπισίας αλλά και τις ανιαρές στιγμές που ακολουθούν, την εκρηκτική μανία που προηγείται.
Παρ’ ότι άφηνα ένα νοσοκομείο/φυλακή διαφορετικό απ’ του Lanagan, στεκόμασταν κι οι δυο εκεί, με μία πλαστική σακούλα στα χέρια μ’ ένα βρώμικο μπλουζάκι, δύο καθαρές κάλτσες κι ένα ξυράφι που θα χρησιμοποιούσαμε, ή όχι, όπως κρίναμε. Ήταν η σωστή ώρα.
• Ο Chris Scott είναι performer, τραγουδάει και παίζει κιθάρα στους Deftera και στους “ Ένα Κορίτσι Κοιμάται”.










