View More

Η τρεχάλα του κυρίου Έντισον: Το ραδιόφωνο ως απάντηση στις ανάγκες μιας νέας μαζικότητας

Μπορεί η ιστορία να μη γράφεται από μονάδες και ατομικές ενέργειες, αλλά μερικοί άνθρωποι χάραξαν τη δομή των επόμενων χρόνων. 

Στυλιανός Τζιρίτας
Στυλιανός Τζιρίτας

snk_edison2Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Χ. Τζ. Γουέλς οραματιζόταν, ο Στραβίνσκι ετοίμαζε τη μεγάλη αλλαγή, ο Al Johnson με τον Louis Armstrong προσπαθούσαν (από διαφορετική γωνία) να ορίσουν τη θέση του μαύρου  στη σύγχρονη αμερικάνικη κοινωνία, όμως τον δρόμο άνοιξε ο Τόμας Έντισον. Κάποιος έπρεπε, κάπως, να μιλήσει προς όλον αυτόν τον κόσμο που μαζευόταν στα αστικά κέντρα  της εποχής. Και τα χωνιά δεν έκαναν πια τη δουλειά...

Διόλου τυχαίο που ο Γιώργος Παπαστεφάνου, από τις αξιολογότερες παρουσίες στα ελληνικά ερτζιανά, ονόμασε «Καλησπέρα κύριε Έντισον» την επί σειρά ετών εκπομπή του στο κρατικό ραδιόφωνο. Με την απόλυτη πίστη του στην πρόοδο ως μόνο εφαλτήριο καλυτέρευσης της ζωής, ο ανήσυχος και μεθοδικός Αμερικανός εφευρέτης είναι η πεμπτουσία  του ανθρώπου που ξεπήδησε από τη Βιομηχανική Επανάσταση. Γι' αυτό και οι παραπάνω από 1000 ευρεσιτεχνίες τις οποίες κατοχύρωσε μέχρι τον θάνατό του (1931) αποδείχθηκαν άμεσα συνδεδεμένες με μια κοινωνία σε ανάπτυξη, όχι βαλτωμένη.

Οι πληθυσμιακές ανακατατάξεις στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα γέννησαν νέες ανάγκες, σε συνάφεια με την πύκνωση του αριθμού κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο στις πόλεις. Και το μικρόφωνο, ο φωνόγραφος, ο ηλεκτρικός λαμπτήρας, ο πρώτος σταθμός ηλεκτρικής ενέργειας, είναι μερικά μόλις από τα επιτεύγματα που ο δαιμόνιος Έντισον παρέδωσε όχι μόνο στους συγχρόνους του, μα και στην ανθρωπότητα. Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα, άρχισε να αλλάζει και  η έννοια της ακρόασης, φεύγοντας από τα στενά πλαίσια του κονσέρτου, της όπερας ή της εποχιακής, υπαίθριας γιορτής. Πλέον, υπήρχε απαίτηση ο ήχος –και ειδικότερα αυτός της μουσικής– να γίνει ένα καθημερινό νόμισμα, το οποίο δεν θα σχετιζόταν μόνο με την αισθητική ανταλλαγή, μα και με την απολύτως απαραίτητη ατομικότητα που αναδυόταν για παράδειγμα στη  χαώδη Νέα Υόρκη (ναι, από τότε ήταν). 

snk_edison3

 Ήδη πριν την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, ο Έντισον είχε φτιάξει μια μηχανή ικανή να καταγράφει ήχο και μία ακόμα, που μπορούσε να τον αναπαράγει. Έτσι, δεν άργησαν να ξεπηδήσουν διάφορες εταιρείες με πλάκες γραμμοφώνου (singles δύο πλευρών, τα οποία έπαιζαν στις 78 στροφές), απαντώντας στις ανάγκες για "ιδιωτική» ακρόαση". Ταυτόχρονα, ο ήχος αποκτούσε και μια καινούρια δημόσια παρουσία. Δεν είναι τυχαίο ότι το 1889 είχαμε την εμφάνιση του πρώτου τζούκ-μποξ στο Σαν Φρανσίσκο: βέβαια δεν μπορούσες, τότε, να επιλέξεις ανάμεσα στις 16 υπάρχουσες πλάκες με τραγούδια, αλλά το 1910 έγινε κι αυτό εφικτό. Στην  Αγγλία, με αφορμή μια ετήσια έκθεση εμπορίου, άρχισαν να βάζουν συγκροτήματα μέσα στα εργοστάσια, ώστε να αποδίδουν καλύτερα οι εργαζόμενοι. Ό,τι επομένως αργότερα ονομάστηκε «muzak» και «elevator music», έγινε τότε κοινός τόπος σε πολλές βρετανικές μα και αμερικάνικες (κατόπιν) φάμπρικες.

 snk_edison4Αξίζει επίσης ν' αναφέρουμε ότι στην ίδια περίοδο χρονολογούνται τα πρώτα σούπερ μάρκετ, αλλά και τα πρώτα ταχυφαγεία, που μέσα σε ελάχιστα χρόνια έγιναν αλυσίδα, ανοίγοντας καταστήματα σε διάφορες πολιτείες. «Μαζικότητα» ήταν η λέξη που χαρακτήριζε την εποχή, χωρίς μάλιστα να συνοδεύεται από ενοχή ή από σύνδρομα αγοραφοβίας.Ήταν μια πολύ καινούργια εμπειρία για να σχετιστεί, κάπως, με τον ψυχαναλυτικό καναπέ.

 Οι δίσκοι 78 στροφών, παρά την επανάσταση που έφεραν στην ακρόαση, αντιμετώπισαν τα δικά τους προβλήματα: έχοντας χωρητικότητα μόλις 10 λεπτών ανά πλευρά, αδυνατούσαν π.χ. να χωρέσουν μία ολόκληρη κίνηση συμφωνίας του Μπετόβεν –ο ακροατής έπρεπε απαραιτήτως να αλλάξει πλευρά. Έτσι, έγιναν προσπάθειες για να κατασκευαστεί ένα πιο μεγάλο μέσο, οι οποίες και ευοδώθηκαν το 1924, καταλήγοντας στον γνώριμό μας «δίσκο» (LP), που έπαιζε στις 33 στροφές και μπορούσε να χωρέσει μία ολόκληρη συμφωνική κίνηση ανά πλευρά (έχει μάλιστα ενδιαφέρον ότι, πολλά χρόνια αργότερα, πάλι ένας προβληματισμός περί της 9ης του Μπετόβεν θα γινόταν μέτρο για να περάσουμε στο ολότελα καινούριο format του CD). Ο λόγος που οι δίσκοι δεν καθιερώθηκαν προπολεμικά είναι ότι οι συσκευές αναπαραγωγής τους παρέμειναν πανάκριβες, με αποτέλεσμα ο πολύς κόσμος να επιμείνει στα κλασικά γραμμόφωνα.

Μία ακόμα έκφανση της μαζικότητας, ήταν ότι τόσο οι καλλιτέχνες, όσο και το κοινό, ήθελαν να υπάρχει δημόσια αναπαραγωγή των όσων ακούγονταν στις στροφές των δίσκων και πέρα από τη συνθήκη μιας ζωντανής εμφάνισης στο θέατρο ή σε αίθουσα συναυλιών. Η ανάγκη αυτή εκφράστηκε από μια εφεύρεση που χαρακτήρισε όχι μόνο τους καιρούς της, μα και πολλές ακόμα δεκαετίες μέσω της σύνδεσής της με τη δισκογραφία: το ραδιόφωνο. Οι πρώτες εκπομπές (σε ΑΜ συχνότητα, τα FM θα αργούσαν μερικές δεκαετίες ακόμα) έγιναν το 1920 στην Αγγλία και επεκτάθηκαν ύστερα τάχιστα, μέσα σε μόλις λίγους μήνες, σε όλη την υφήλιο. Οι Βρετανοί είχαν μάλιστα και μία ακόμα ραδιοφωνική πρωτιά, αυτή του μουσικού παραγωγού, «παράδοση» που εγκαινιάστηκε το 1927, όταν ο ταγματάρχης Christopher Stone –συνεργάτης του περιοδικού Gramophone– βγήκε μπροστά από ένα μικρόφωνο για να διαλέξει τραγούδια.

snk_edison5 Σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους, το ραδιόφωνο είναι ένα «θερμό» μέσο μαζικής επικοινωνίας, σε αντίθεση με την τηλεόραση, η οποία θεωρείται «ψυχρό». Γι' αυτό και σύντομα, πέρα από τους καλλιτέχνες, αντιλήφθηκαν και οι πολιτικοί την αξία του, όπως θα καταδείκνυε η χρήση του από όλους ανεξαιρέτως τους αρχηγούς των αντιμαχόμενων πλευρών κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από την άλλη, αποτέλεσε την κατ' εξοχήν εστία νέας επικοινωνίας για τις κυψέλες που σχηματίστηκαν στις καινούριες μητροπόλεις. Έτσι οι συσκευές του, εντυπωσιακές όσο και βαριές, έγιναν ιδιόμορφες Κιβωτοί μιας νέας Εποχής, η οποία ήθελε τον άνθρωπο παγκόσμιο ακόμα και όταν βρισκόταν σε αυστηρά ιδιωτικό χώρο.

Στην Ελλάδα του 1926 υπήρχαν μόλις 200 ραδιοφωνικοί δέκτες, συγκεντρωμένοι οι περισσότεροι στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι πλήρωναν μηνιαία συνδρομή 500 δραχμών. Η πραγματική εποχή του ραδιοφώνου στα μέρη μας θα ξεκινούσε το 1938, όταν το καθεστώς της 4ης Αυγούστου εξέπεμψε κρατικό σήμα από τον ραδιοθάλαμο του Ζαππείου. Όπως και οι Ευρωπαίοι ομόλογοί του στα ίδια χρόνια, ο Ιωάννης Μεταξάς χρησιμοποίησε άριστα το νέο μέσο για τη διάχυση της προπαγάνδας του,  δεν είναι δε τυχαίο ότι μία από τις πρώτες κινήσεις του γερμανικού στρατού που κατέλαβε την Αθήνα στις 27 Απριλίου 1941 ήταν να σιγουρέψει πως το Ζάππειο βρισκόταν στα χέρια της Βέρμαχτ: καθ' όλη τη διάρκεια της Κατοχής, ο ραδιοθάλαμός του χρησιμοποιήθηκε για ό,τι εκπομπές πρόκριναν το γούστο και τα συμφέροντα της αθηναϊκής κομαντατούρε.  Η βόρεια Ελλάδα θα καλυφθεί για πρώτη φορά από το σήμα του κρατικού σταθμού λίγο μετά την απελευθέρωση (1946), ενώ έναν χρόνο μετά θ' αποκτήσει δικό της ραδιόφωνο και η Πάτρα.

Ο Τόμας Έντισον θα ήταν περήφανος, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Βέβαια, μάλλον θα κοντοστεκόταν με περίσκεψη αν ζούσε το 1938, απέναντι στην έκταση που πήρε η περίφημη εκπομπή του Όρσον Ουέλς με τον διασκευασμένο για το ράδιο Πόλεμο των Κόσμων του Χ. Τζ. Γουέλς, προκαλώντας πανικό ιστορικών διαστάσεων στους ανενημέρωτους Αμερικανούς. Αλλά, τελικά, πάλι στο ίδιο συμπέρασμα θα κατέληγε. Είχε πράξει καλώς, πιστεύοντας στην πρόοδο.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην ειδική έκδοση του περιοδικού Sonik, Η Μουσική Από Τα 10s Στα 40s, που κυκλοφόρησε το 2015.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ


 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ένα editorial του Μάκη Μηλάτου για την επιστροφή του ευρύτερου ροκ κιθαριστικού ήχου στην κορυφή

Από την εποχή που η Παρθένος Μαρία μύρισε τον κρίνο (με τις γνωστές συνέπειες) τελείωσε η ιστορία

Ένα άρθρο της Τάνιας Σκραπαλιώρη για το περιοδικό Sonik και το αφιέρωμά του στη μουσική από τα 10s

FEATURED TODAY

 H Ναταλία Πετρίτη και ο Βασίλης Σπανός είδαν το The Northman, την πολυαναμενόμενη και πολυσυζητημένη τρίτη ταινία του Robert Eggers και αυτές είναι οι ετυμηγορίες τους. 

Ο Επίτροπος φυσάει κεράκια και γιορτάζει την άφιξη του εκατοστού Παρατηρητηρίου με μια εκτεταμένη αναδρομή στα πεπραγμένα του.

Ένα editorial του Μάκη Μηλάτου για την επιστροφή του ευρύτερου ροκ κιθαριστικού ήχου στην κορυφή της δισκογραφικής κούρσας κόντρα στη lifestyle δημοσιογραφία. 

Top
0
Shares