Όταν το 2000 ο Stephen Frears αποφάσισε να αποδώσει το βιβλίο του Nick Hornby (1995) στη μεγάλη οθόνη, μάλλον δεν φανταζόταν την επιρροή που θα ασκούσε τελικά σε ένα ευρύτερο μέρος του μουσικόφιλου κοινού. Είκοσι χρόνια μετά, λοιπόν, σειρά παίρνει και η μικρή οθόνη. Ναι, για όσους μπορεί να μην πέσαν πάνω σε κάποιο δημοσίευμα ή σε κάποια φεϊσμπουκική σφαγή μεταξύ υποστηρικτών και haters, το High Fidelity έγινε σίριαλ στο Hulu, με τις υπογραφές των Veronica West & Sarah Kucserka –γνωστών σεναριογράφων και παραγωγών τηλεοπτικών προγραμμάτων.

Δεν είναι διόλου παράξενο που στις σχετικές συζητήσεις κάποιοι είδαν την όλη προσπάθεια ως remake της ταινίας. Πράγματι, ήδη από το πιλοτικό επεισόδιο, αντιλαμβάνεσαι πλήρως την πίστη των συντελεστών της σειράς στη ματιά του Frears, ακόμα κι αν οι σεναριογράφοι αποστρέφονται δημοσίως αυτήν την άποψη. Και, σε πρώτη ματιά, δείχνει λογική η ένστασή τους, μιας και είναι αλήθεια ότι η επιλογή της Zoë Kravitz για να υποδυθεί τον κεντρικό ρόλο υπόσχεται μια μεγάλη πνοή φρεσκάδας και ανανέωσης. Στην ουσία, όμως, δεν φαίνεται να συνέβη κάτι τέτοιο.

Η Rob (πλέον), είναι μαύρη, ανεξάρτητη, δυναμική, bisexual, με δικό της δισκάδικο στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Τη θέση του Barry Judd (Jack Black) έχει πάρει τώρα η Cherise (Da'Vine Joy Randolph), μια μαύρη γυναίκα plus size με πληθωρικό χαρακτήρα, ενώ στη θέση του alter ego του Dick (Todd Louiso), βρίσκουμε τον γκέι και ήπιων τόνων Simon (David H. Holmes). Οι playlists στο Spotify κυριαρχούν, το χιπ χοπ δίνει τελείως άλλη χροιά σε σχέση με τον κόσμο της ταινίας, ενώ τα social media παίζουν βασικό ρόλο επικοινωνίας και «σταλκαρίσματος». Γίνεται προφανές, λοιπόν, ότι οι άνθρωποι πίσω από το τηλεοπτικό High Fidelity μπήκαν στη λογική ενός σύγχρονου συντονισμού της πρωτότυπης ιστορίας, προσθέτοντας υλικά που για τη δική της εποχή έμοιαζαν μάλλον αδιανόητα.

Ωστόσο, το σίριαλ αποτυπώνεται κάπως άκαμπτο και επιφανειακό σε σχέση με το πώς ακριβώς παρουσιάζεται η γυναικεία και «διαφορετική» οπτική. Ενίοτε μάλιστα οδηγεί και σε σημεία αμηχανίας, καθώς έχεις να αντιμετωπίσεις λεπτομέρειες που ξεπερνούν την απλή αναφορά στην ταινία του 2000 και φτάνουν μέχρι τον μιμητισμό. Η απεύθυνση στην κάμερα κρατήθηκε, για παράδειγμα, ενώ ο Simon μπορεί να εμφανίζεται διαφορετικός από τον προκάτοχό του (αργότερα μαθαίνουμε και πιο πολλά για τη ζωή του, ας πούμε), αλλά υπάρχουν και αρκετές φορές που η έντονη συστολή του Dick δείχνει σχεδόν κοπιαρισμένη –ειδικά στα πρώτα επεισόδια. Επιπλέον, υπάρχουν και εμφανώς ανεπίκαιρα στοιχεία, σαν τη σκηνή που τα παιδιά κλέβουν βινύλια, ενώ είμαστε στην εποχή του ίντερνετ, στην οποία μπορείς πια να τα βρεις όλα.

Σε αυτό πάντως που κρύβεται ιδιαίτερη ακαμψία, είναι η εστίαση στον χαρακτήρα της Rob. Η Zoë Kravitz αποδεικνύεται βέβαια ιδιαίτερα απολαυστική, έστω και απλά να την κοιτάς· ειδικά όμως κατά την απεύθυνσή της στην κάμερα, μοιάζει να κυριαρχείται από αμηχανία –σαν τα πάντα να είναι προβαρισμένα στον καθρέφτη. Οι πιο προσωπικές της πτυχές, επίσης, δεν διαφοροποιούνται πολύ από ό,τι ήδη ξέρουμε. Οι ανασφάλειες συνεχίζουν να δέρνουν την προσωπικότητά της, ο φόβος για δέσμευση είναι και πάλι παρών, καθώς και ο εγωκεντρισμός. Από την άλλη, λείπει κατά πολύ εκείνη η τσίτα και το έντονο παίξιμο του John Cusack: η Rob είναι υποτονική, πιο εγκεφαλική και αρνείται με κάποιον τρόπο την εποχή της, συχνά μεθυσμένη, με ένα βλέμμα που θυμίζει τη Billie Eilish.

Tα συναισθήματα έχουν τον πρώτο λόγο στις αντιδράσεις της: η πρωταγωνίστρια κλαίει συχνά, φοβάται, μετανιώνει. Η έπαρση έχει περιοριστεί, η μελαγχολία και η μιζέρια έχουν βγει στην επιφάνεια. Το «είναι καλύτερος στο κρεβάτι» για τον/την νυν του/της πρώην, έδωσε τη θέση του στο «σε καταλαβαίνει περισσότερο;». Είναι σε κάθε περίπτωση εμφανές, επομένως, ότι η Rob δεν αισθάνεται την ανάγκη της ικανοποίησης του γυναικείου εγωισμού της. Δείχνει περισσότερη ωριμότητα –σε κάποιες έστω αποφάσεις– κι όταν ψάχνει, ψάχνει πραγματικά απαντήσεις για τον εαυτό της· έστω κι αν το σενάριο θολώνει αρκετά προς αυτές, παίζοντας επιπλέον πολύ με τη συνταγή «not like other girls». Η οποία είναι αγαπημένη, ειδικά στο σινεμά, όπου το cool στις γυναίκες συνοδεύεται πάντα με συγκρίσεις με άλλες και πάντα καταλήγει στην αποβολή της ιδιαίτερης θηλυκότητας, ώστε να υπηρετηθούν αντρικά πρότυπα. Δημιουργείται δηλαδή ένα «bad guy», χωρίς όμως να υπάρχει ίχνος ειρωνείας προς το συγκεκριμένο στερεότυπο. Αυτή μάλιστα η παρατήρηση ταιριάζει και για τον χαρακτήρα της Cherise, η πληθωρικότητα και ο δυναμισμός της οποίας εμπεριέχει στοιχεία ματσό.

Η ειρωνεία λείπει πάντως και γενικότερα στη σειρά. Ίσως να εντοπίζεται στα γενέθλια της Rob, αλλά, κατά τα λοιπά, η τηλεοπτική μεταφορά δείχνει να μην έχει γραπώσει καλά την αίσθηση της ταινίας και του βιβλίου, χάνοντας έτσι τον σαρκασμό απέναντι στον ελιτισμό και στον χιπστερισμό. Στον Frears, δηλαδή, ο Rob ήταν ο ίδιος ένα σχόλιο ανάμεσα στους καβγάδες των φίλων του, μόνο και μόνο με το κοίταγμά του στην κάμερα. Εδώ, αντίθετα, φαίνεται να κανονικοποιείται αυτή η συμπεριφορά –ως πρέπουσα και άξια.

Επιπλέον, η αυταρέσκεια και η επιδειξιομανία γνώσεων, με αναφορές στις αναφορές, γίνεται hype. Δεν είναι φυσικά κάτι που συμβαίνει πρώτη φορά: αρκετοί αναγνώστες του Hornby και κάμποσοι fans της ταινίας φαίνεται να θεοποίησαν αυτήν τη συμπεριφορική, κάνοντάς την τάση. Και κατά τη διάρκεια των '00s πολλοί θα κρύβονταν πίσω από κατασκευές που χάσκουν από παντού, τύπου «εναλλακτική πλευρά της pop culture», απλά γιατί ποτέ κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί ότι είναι χίπστερ...

Στα πολύ θετικά στοιχεία, πάντως, είναι σίγουρα η πληθώρα των τραγουδιών, που δεν περιορίζονται μάλιστα σε είδη –ακόμα και η Λένα Πλάτωνος ακούγεται στο πικάπ του δισκοπωλείου, χώρια την εμφάνιση της ίδιας της Debbie Harry σ' ένα επεισόδιο. Άξια αναφοράς είναι και τα σημεία όπου το σίριαλ ξεφεύγει από τον καλοβολεμένο μικρόκοσμο και μιλά π.χ. για το body shaming ή συζητά την αντίδραση απέναντι σε καλλιτέχνες όπως ο Kanye West ή ο Michael Jackson. Είναι δε εξαιρετική η σκηνή όπου η Rob βάζει τα γυαλιά με τις μουσικές της γνώσεις σε έναν επηρμένο, λευκό, straight άντρα, ο οποίος επιμένει να την αγνοεί και τελικά προσπαθεί να υποβαθμίσει το γεγονός. Μπορεί η σειρά να μην εμβαθύνει σε τέτοια πράγματα, τα θέτει όμως, έστω και ως περιστατικά.

Δεν είναι κακή σειρά το High Fidelity. Και ιδιαίτερα για τους fans της νοσταλγίας, θα χτυπήσει φλέβα. Όμως σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν όντως χρειαζόμαστε σίριαλ (ή και ταινίες) που πρωτοπαίχτηκαν με ανδρικούς χαρακτήρες, να επανέρχονται προσαρμοσμένοι σε γυναικείους ρόλους, όταν είναι τόσο προφανώς στείροι και άχαροι για κάτι τέτοιο. Έχει αυτό κάποιο ουσιαστικό νόημα; Ή γίνεται απλά για να εκφραστεί μια δημοφιλής τάση –η οποία διαθέτει και εμπορικό πρόσωπο– που θέλει να μιλάμε μεγαλεπήβολα για queer και φεμινιστικά θέματα, χωρίς στην πραγματικότητα να εκφράζεται καν άποψη;

{youtube}r5bkbfdVzbI{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured