Γνώριμοι από το ίδιο σχολείο στο Salisbury της νότιας Αγγλίας, οι Alan Marsh (φωνητικά), Ray Dismore (κιθάρα), Andy Robbins (μπάσο) & Steve Pierce (ντραμς) συγκρότησαν τους White Diamond το 1979, μπαίνοντας κι αυτοί –όπως και μυριάδες ακόμα συνομήλικοί τους– στην περιπέτεια των rock 'n' roll ζυμώσεων της εποχής. Μέσα σε λίγους μήνες στην παρέα είχε προστεθεί και ο Andy Boulton ως δεύτερος κιθαρίστας, και η μπάντα κυκλοφορούσε πλέον ως Killer (1980), για να γίνει τελικά Genghis Khan το 1981, αναζητώντας ένα πιο πρωτότυπο όνομα, που ίσως βοηθούσε να βγουν από την αφάνεια.

Double Dealin' EP [1983]

58bTokyo_1.jpg

Μη βρίσκοντας δισκογραφικό συμβόλαιο, η πεντάδα έβαλε χρήματα από την τσέπη της και ηχογράφησε 2 singles με σκοπό να τα κυκλοφορήσει ως πακέτο. Εν τέλει προκρίθηκε η λογική ενός ενιαίου ΕΡ, αλλά πολύ λίγες κόπιες βρήκαν τον δρόμο προς τα δισκοπωλεία της εποχής, γιατί στο ενδιάμεσο επικοινώνησε μαζί τους μια άλλη Genghis Khan μπάντα, η οποία είχε προλάβει να κατοχυρώσει νομικά το όνομα. Έτσι, αποφασίστηκε να γίνουν Tokyo Blade και να ξαναβγάλουν το υλικό σε 2 χωριστά singles, με αποτέλεσμα το ΕΡ να γίνει δυσεύρετο και να γνωρίσει πολλές bootleg ανατυπώσεις. Αυτά πάντως τα πρώτα τραγούδια χάρασσαν μια δική τους διαδρομή κάπου μεταξύ των Iron Maiden και των Def Leppard, χωρίς να φοβούνται τον εμπορικό ήχο που αγαπούσαν τα ροκ ραδιόφωνα ("Midnight Rendezvous").

Tokyo Blade [1983]

58bTokyo_2.jpg

To πολύ καλό "If Heaven Was Hell" από το ΕΡ μπήκε κι εδώ, ήταν όμως το μόνο με την κιθάρα του Dismore που ακουγόταν σε αυτό το «επίσημο» ντεμπούτο για την Powerstation Records: τα υπόλοιπα 8 κομμάτια (7 δικά τους + 1 διασκευή σε Russ Ballard) είχαν ηχογραφηθεί με τον Boulton πλέον ως βασικό κιθαρίστα (και συνθέτη) και τον νεοφερμένο John Wiggins. Το άλμπουμ δεν γνώρισε εμπορική επιτυχία, στέκει πάντως με τον δικό του τρόπο στην ιστορία της διαμόρφωσης του new wave of british heavy metal ήχου, φανερώνοντας ένα γκρουπ σφιχτοδεμένο, με αντίληψη της μελωδίας και της ταχύτητας, καθώς και μια καλοδεχούμενη ωμότητα στο πώς παραδίδει το κάπως άγουρο –σε σύγκριση με τα μεγάλα ονόματα της εποχής– υλικό του, τραγούδια π.χ. σαν τα "Killer City" και "Liar". Στη βόρεια Αμερική βγήκε ως Midnight Rendezvous από την Combat (1984), σε μια ...συγχυσμένη κυκλοφορία, η οποία περιλάμβανε ουσιαστικά το πρώτο ΕΡ συν 4 κομμάτια από εδώ.

Lightning Strikes (Straight Through The Heart) EP [1984]

58bTokyo_3.jpg

Με τον Andy Wrighton πλέον ως μπασίστα, οι Tokyo Blade –σε μεγάλη φόρμα– βρίσκουν ακόμα περισσότερο τα πατήματά τους και στο ομώνυμο ειδικά κομμάτι αυτού του ΕΡ φτάνουν σε μία από τις πιο θυελλώδεις στιγμές τους. Η Powerstation παρατηρούσε ωστόσο τις εξελίξεις με καχυποψία, καθώς δεν έβλεπε το συγκρότημα να «συμβαίνει», παρά την αυξημένη δημοτικότητα του NWOBHM ήχου.

Τα όσα εκτυλίχθηκαν στη συνέχεια, ανήκουν στις χειρότερες στιγμές του εταιρικού ελέγχου πάνω στην καλλιτεχνική δημιουργία. Φαίνεται δηλαδή ότι οι ιθύνοντες του label τα έβαλαν κάτω και αποφάσισαν ότι φταίγανε τα φωνητικά του Andy Marsh που «κρατούσαν» τους Tokyo Blade στο underground. Στη θέση του, λοιπόν, οραματίζονταν μια πιο γυαλισμένη και όχι τόσο ακατέργαστη φωνή: κάποιον που να φέρνει στον David Lee Roth, όπως λέγεται ότι ειπώθηκε. Έτσι, ενώ το γκρουπ είχε έτοιμο ένα ολόκληρο νέο άλμπουμ με τον Marsh, η Powerstation τον ανάγκασε να φύγει και έφερε άρον-άρον τον Vic Wright στη θέση του, βάζοντάς τον να ηχογραφήσει εκ νέου τα έτοιμα τραγούδια. Σήμερα έχουμε την πολυτέλεια να ξέρουμε και τις δύο ηχογραφήσεις, η διάσταση πάντως παραμένει, καθώς αμφότερες έχουν τους δικούς τους fans.

Night Of The Blade... The Night Before [1984/1998]

58bTokyo_4.jpg

Αυτή είναι η πρωτότυπη ηχογράφηση με τον Marsh, την οποία και προσωπικά προτιμώ. Οι Tokyo Blade βαδίζουν με σιγουριά, επεκτείνοντας όσα ακούσαμε στο Lightning Strikes EP, 2 από τα 3 τραγούδια του οποίου μπαίνουν κι εδώ ("Attack Attack", "Fever"), περιστοιχισμένα από 8 νέα –με τα "Night Of The Blade", "Dead Of The Night" και "Warrior Of The Rising Sun" να ξεχωρίζουν ιδιαιτέρως. Ο ήχος παραμένει βαρύτερος από εκείνον των Def Leppard, προς τους οποίους μάλλον κοίταζε τότε η εταιρεία τους, και τα φωνητικά του Marsh συμβάλλουν ως προς αυτό, μαζί με τις αισθητά πιο ογκώδεις κιθάρες, που συνεχίζουν να καλπάζουν σε Iron Maiden ρυθμούς. Το κανονικό Night Of The Blade περιλάμβανε 10 κομμάτια, αλλά όταν εκδόθηκε τελικά το 1998 από τη Zoom Club ήρθε πακεταρισμένο με 6 bonus ηχογραφήσεις, που δεν προέρχονται εντούτοις από αδημοσίευτα sessions της εποχής: αντιθέτως, πρόκειται για το ΕP Have An Ice Day του 1990, μοναδική κυκλοφορία των βραχύβιων Mr. Ice που είχαν τότε ο Alan Marsh με τον Andy Boulton.

Night Of The Blade [1984]

58bTokyo_5.jpg

Αυτό είναι το επίσημο, μα δεύτερο σε χρονική σειρά Night Of The Blade, με τα φωνητικά του Vic Wright. Χαρακτηριστικά, η tracklist ξεκινάει με το "Someone To Love", που ήταν τελευταίο στην πρωτότυπη εκδοχή: ένα τραγούδι πιο ελαφρό για τα συνήθη στάνταρ των Tokyo Blade, για το οποίο τα φωνητικά του Marsh δεν έκαναν, μα αυτά του Wright αποδεικνύονται ταμάμ. Από το ορίτζιναλ άλμπουμ επιβιώνουν 6 κομμάτια (κόπηκαν τα "Attack Attack", "Fever", "Madame Guillotine" και "Breakout"), πλαισιωμένα από μια νέα ηχογράφηση του "Lightning Strikes (Straight Through Τhe Heart)", συν το καινούριο "Rock Me To The Limit". Δεν είναι άσχημος ο Wright, κάθε άλλο. Παρά το διαφορετικό του στυλ και την τάση του να τραγουδάει ψηλά και λίγο φωναχτά, στέκει μια χαρά (βλ. π.χ. την απόδοσή του στο "Warrior Of The Rising Sun").

Madame Guillotine (single) [1985]

58bTokyo_6.jpg

Ωστόσο ούτε έτσι ήρθε η εμπορική επιτυχία για τους Tokyo Blade κι εδώ γράφτηκε το τέλος στη σχέση τους με την Powerstation. To label έκλεισε τους λογαριασμούς του με το γκρουπ ρίχνοντας στην αγορά ένα single με καινούριες εκδοχές των κομμένων "Madame Guillotine" και "Breakout", τα οποία τραγουδήθηκαν εκ νέου από τον Wright. Τίποτα το σπουδαίο.

Blackhearts & Jaded Spades [1985]

58bTokyo_7.jpg

Απελπισμένοι ίσως που ξέμειναν χωρίς label, οι Tokyo Blade πήραν έναν ...κιμπορντίστα και ακολούθησαν κατά πόδας της προσδοκίες που είχε για εκείνους η Powerstation, καβαλώντας το άρμα του αμερικάνικου hard rock ήχου της δεκαετίας του 1980, με τις δοσολογημένες ηλεκτρικές εξάρσεις, τα ποπ ρεφρέν και τις απαραίτητες (νερόβραστες) μπαλάντες, τύπου "You Are The Heart". Αν το σύγκρινες με τους δίσκους που κυκλοφορούσαν τότε εμπορικά επιτυχημένες μπάντες σαν τους Poison, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι χάλια δουλειά, αφού ανάμεσα στα αφόρητα κλισέ του κάθε "Undercover Honeymoon" πηγάζουν και κανα-δυο στρογγυλά, καλοφτιαγμένα τραγούδια ("Blackhearts & Jaded Spades", "Playroom Οf Poison Dreams"). Με βάση όμως το ποιοι ήταν ως τότε, υπήρξε μεγάλη απογοήτευση, ειδικά για όσους NWOBHM οπαδούς είχαν μείνει στο πλάι τους.

Undercover Honeymoon EP [1985]

58bTokyo_8.jpg

Με τα charts να μένουν παγερά αδιάφορα σε Η.Π.Α. και Ιαπωνία, παρά τη στοχευμένη προς αυτά αλλαγή ήχου, κάνουν μια ύστατη προσπάθεια να τα συγκινήσουν ρεμιξάροντας 2 κομμάτια από το Blackhearts & Jaded Spades ("Undercover Honeymoon" και "Playroom Of Poison Dreams"). Η αντίληψή τους για το τι σήμαινε remix, ωστόσο, αποτυπώνεται τραγική: απλά έφεραν τα πλήκτρα πιο μπροστά στη μίξη! Το ΕΡ πλαισίωνε ένα αδιάφορο ορχηστρικό ("Bottom End"), αλλά και το παραγνωρισμένο "Stealing The Thief", που θύμιζε  παλιότερες μέρες τους είναι ό,τι πιο καλό ηχογράφησησαν σε εκείνη τη φάση.

The Cave Sessions (Official Bootleg) ΕΡ [1985]

58bTokyo_9.jpg

Demos τραγουδιών που προορίζονταν για τον διάδοχο του Blackhearts & Jaded Spades –αν κρίνουμε από τα όσα ακούμε εδώ, αλλά και από τη μονιμοποίηση του κιμπορντίστα Nick Coler, θα όδευε προς την ίδια κατεύθυνση.

Ως το τέλος ωστόσο του έτους, ο Vic Wright αποχώρησε και έφυγε να κυνηγήσει μια σόλο καριέρα στις Η.Π.Α. με τους βραχύβιους Vicki James Wright Band. Τελικά έκανε audition για τη θέση του τραγουδιστή στους L.A. Guns, αλλά δεν τα κατάφερε. Θα επανεμφανιστεί όμως λίγο αργότερα, με το συγκρότημα Johnny Crash.

Οι υπόλοιποι προσπάθησαν να συνεχίσουν με άλλους τραγουδιστές, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Carl Sentance, που είχε περάσει από τους Persian Risk και αργότερα θα βρισκόταν στους Krokus. Δεν βγήκε όμως κάτι και ένα-ένα όλα τα μέλη αποχώρησαν, αφήνοντας τον Andy Boulton μόνο του. Αν και η ιστορία των Tokyo Blade θα είχε συνέχεια, εδώ λήγει η πρώτη και πιο ιστορική τους φάση, αυτή που ακόμα συγκινεί παλιούς και νεότερους οπαδούς του NWOBHM ήχου.

{youtube}LjTclArbD0Y{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured