Όπως εξηγήθηκε σε προηγούμενο άρθρο (εδώ), το εγχώριο μουσικό κύκλωμα (στούντιο-δισκογραφική-δισκοπωλείο-λαϊβάδικο) τρέφεται από τον κόπο και τα έξοδα του καλλιτέχνη/δημιουργού, στον οποίον σπάνια επιστρέφει κάτι τελικά. Εδώ και κάποια χρόνια, όμως, η ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει κάνει διαθέσιμους διάφορους τρόπους και εργαλεία που δίνουν στον κάθε μουσικό τη δυνατότητα να απεμπλακεί από τη μέγγενη του «συστήματος» και να πάρει την τύχη στα χέρια του. Αυτό το μονοπάτι επιχειρεί να σκιαγραφήσει το παρόν άρθρο, εξετάζοντας συνοπτικά τις δυνατότητες, αλλά και τις παγίδες που κρύβει.

Η μουσική της κρεβατοκάμαρας: Ηχογράφηση και οικιακό στούντιο

Αναντίρρητα, η ηχογράφηση μιας μουσικής εργασίας είναι το πιο σημαντικό, αλλά και το πιο κοστοβόρο κομμάτι του να είναι κανείς δημιουργός. Σχεδόν σε όλη την ιστορία της δισκογραφίας, το κόστος αυτό καλυπτόταν από την εταιρεία, η οποία επένδυε σε έναν καλλιτέχνη για να αποζημιωθεί στη συνέχεια από τις πωλήσεις του δίσκου. Σήμερα, που οι δισκογραφικές απέχουν συνήθως από τέτοιες επενδύσεις, καλείται ο δημιουργός να σηκώσει ένα οικονομικό και οργανωτικό βάρος, το οποίο –με μια πρώτη ματιά– μοιάζει ασήκωτο.

Τη λύση στα παραπάνω έρχεται να δώσει η ολοένα εξελισσόμενη τεχνολογία της οικιακής ηχογράφησης. Πλέον, είναι διαθέσιμος στους μουσικούς εξοπλισμός με δυνατότητες εφάμιλλες των επαγγελματικών στούντιο, και μάλιστα σε τιμές που ξεκινούν από ιδιαιτέρως προσιτά επίπεδα. Έτσι, με έναν δυνατό υπολογιστή, μια κάρτα ήχου, το κατάλληλο λογισμικό (Cubase, Pro Tools, Nuendo, GarageBand, Renoise, η λίστα είναι πραγματικά μεγάλη) και έναν κατάλληλα διαμορφωμένο χώρο, μπορεί κανείς να πετύχει αξιοπρεπέστατα αποτελέσματα.

Το οικιακό στούντιο, βέβαια –πέραν του ότι στην αρχή απαιτεί μια ευμεγέθη οικονομική επένδυση– χρειάζεται κι έναν χειριστή για να λειτουργήσει στο πλήρες φάσμα των δυνατοτήτων του· κάποιον δηλαδή που να έχει τριφτεί πολύ μαζί του και να γνωρίζει όχι μόνο τις τεχνικές του δυνατότητες, αλλά και τις μεθόδους επίτευξης του επιθυμητού ήχου. Καταλαβαίνει κανείς ότι το χρήμα που γλιτώνει κανείς αποφεύγοντας τις ανά ώρα χρεώσεις ενός επαγγελματικού χώρου, αντισταθμίζεται (και) από τον χρόνο που απαιτείται για την εκμάθηση της λειτουργίας και χρήσης του λογισμικού και του εξοπλισμού. Υπάρχει, φυσικά, και η λύση της ενοικίασης ενός οικιακού στούντιο.

Πάντως, επειδή έχουν ακουστεί διάφορα περί του «αναντικατάστατου» του επαγγελματικού στούντιο (συνήθως από ανθρώπους που γνωρίζουν ελάχιστα σε σχέση με τις τεχνολογικές εξελίξεις), να πούμε ότι πάρα πολλοί δίσκοι από αυτούς που ακούμε και θαυμάζουμε έχουν ηχογραφηθεί μερικώς ή εξ ολοκλήρου σε σπίτια. Εν τέλει, σημασία δεν έχει αν μπορείς ή όχι να διαθέτεις τον πανάκριβο εξοπλισμό ενός κανονικού στουντιακού χώρου, αλλά αν δύνασαι να εκμεταλλευτείς με φαντασία και αποτελεσματικότητα τα όποια μέσα. Και όχι, το να έχεις ανά πάσα στιγμή στην κρεβατοκάμαρά σου τον ήχο μιας συμφωνικής ορχήστρας υπό τις διαταγές σου δεν είναι κάτι κακό ή καταστροφικό –όχι από μόνο του, τέλος πάντων.

«Εδώ τα καλά δισκία»: Τρόποι διάθεσης του μουσικού προϊόντος

Όταν το έργο πάρει την τελική του μορφή, ο δημιουργός πρέπει να αποφασίσει με ποιον τρόπο θα το κάνει διαθέσιμο στο κοινό. Ο παραδοσιακός δρόμος απαιτεί την αποτύπωση σε υλικό φορέα (CD, βινύλιο, κασέτα –όλα ξαναπαίζουν πλέον) και τη διάθεσή του στα δισκοπωλεία. Αυτή η οδός παρουσιάζει κάποια προβλήματα για τον ανεξάρτητο καλλιτέχνη, καθώς το δεύτερο σκέλος απαιτεί την ύπαρξη εταιρείας, που θα κόψει τιμολόγια κλπ. Το πρώτο σκέλος, από την άλλη, είναι πλέον ιδιαίτερα απλό. Ειδικά για το CD, το οποίο είναι οικονομικό και οι ποσότητες που χρειάζεται κανείς να παράξει δεν είναι μεγάλες.

Τα χέρια του μουσικού λύνει τούτη τη φορά το διαδίκτυο και τα διάφορα ηλεκτρονικά καταστήματα που είναι διατεθειμένα να παίξουν τον ρόλο του δισκάδικου, χωρίς να απαιτούν την αντίστοιχη γραφειοκρατική δουλειά. Ιστοσελίδες όπως CDBaby, Bandcamp, Loud’r κ.ά. δίνουν λοιπόν τη δυνατότητα στους καλλιτέχνες να διαθέτουν τη μουσική τους είτε σε υλικό φορέα, είτε ως download, καλύπτοντάς τους νομικά (εκδίδοντας τις απαραίτητες αποδείξεις), ενώ τους αποδίδουν άμεσα τα έσοδα, κρατώντας ένα μικρό ποσοστό (15% συνήθως, με μείωση όταν ξεπεραστεί ένα προκαθορισμένο κατώφλι εισπράξεων). Παράλληλα, έναντι κάποιας αμοιβής (σπανιότερα δωρεάν), αναλαμβάνουν τη διάθεση του έργου και στα μεγάλα ηλεκτρονικά καταστήματα όπως τα iTunes, Google Play, Amazon Music κλπ., αλλά και στις streaming πλατφόρμες (Spotify, Pandora κλπ.).

 

Για ακόμα μεγαλύτερη οικονομία, μπορεί κανείς να παραλείψει την κοπή υλικού φορέα και να προτιμήσει τις download και streaming μορφές διάδοσης του έργου του. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε βέβαια αναχώματα εντός συνόρων, γιατί το εγχώριο κοινό δεν έχει ακόμα κάνει κτήμα του την κουλτούρα της υποστήριξης των καλλιτεχνών μέσω αγοράς download, πολύ ευκολότερα όμως θα αγοράσει ένα CD στη συναυλία του καλλιτέχνη. Αυτό, πάντως, δεν θα πρέπει να αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στα σχέδια του δημιουργού: οι νέοι άνθρωποι είναι εκείνοι που θα πρέπει να στηρίζουν και να επιβάλλουν τους καινούργιους τρόπους, εφόσον τους πιστεύουν.

Η καλογυαλισμένη βιτρίνα: Επικοινωνία και συμμαχία

Κανένας (μα κανένας) δεν κατάφερε να διατηρήσει μια σεβαστή μουσική καριέρα χωρίς να λάβει σοβαρά υπ' όψιν του τον τομέα της επικοινωνίας. Μάλιστα, η θέση του υπεύθυνου επικοινωνίας είναι ίσως μία από εκείνες που δεν θα πρέπει να παρακάμψει ο ανεξάρτητος καλλιτέχνης. Είναι πολύ σημαντικό, δηλαδή, να εκπροσωπείται από κάποιον και να μην κάνει ο ίδιος όλες τις επαφές, καθώς κάτι τέτοιο προσδίδει μια αίσθηση κύρους στην επικοινωνία του. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να προσλάβει έναν επαγγελματία του συγκεκριμένου χώρου (πράγμα που απαιτεί έξτρα κονδύλι), αφού μπορεί τον ρόλο αυτόν να αναλάβει ένας φίλος ή γενικότερα ένα άτομο εμπιστοσύνης.

Ένα δυνατό όπλο που προσφέρει η σημερινή εποχή είναι και πάλι το διαδίκτυο. Πέρα από τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook, το Twitter και το YouTube –και τα τρία εκ των ων ουκ άνευ για τους μουσικούς δημιουργούς– υπάρχουν ακόμα πολλές λύσεις για δωρεάν δημιουργία προσωπικής ιστοσελίδας (Weebly, Wix κ.ά.), ενώ δεν θα πρέπει να υποτιμάται η αξία του σωστά φτιαγμένου press kit.

Σημαντικό ρόλο παίζει εδώ και η παρουσία του καλλιτέχνη σε έντυπα, ιστοσελίδες και ραδιόφωνο. Απαιτείται αρκετό ψάξιμο εκ των προτέρων, ώστε να εντοπιστούν τα μέσα που θα ασχοληθούν με το εκάστοτε είδος μουσικής και στη συνέχεια η αποστολή των press kit και της δουλειάς του. Συνήθως, ένα CD λειτουργεί καλύτερα από ένα download link (αν και εν έτει 2019 δεν θα έπρεπε να είναι έτσι), ενώ στον ραδιοφωνικό στίβο είναι σαφώς πιο εφικτή η επικοινωνία με επαρχιακούς και ιντερνετικούς σταθμούς, παρά με τα μεγάλα ραδιόφωνα της Αθήνας, τα οποία κινούνται σε έναν δικό τους, παράλληλο κόσμο. Πάντα και παντού υπάρχουν εξαιρέσεις, ωστόσο, κι αυτές πρέπει να αναζητούνται.

Όλα τα παραπάνω, όπως καταλαβαίνετε, απαιτούν ακόμα περισσότερο χρόνο (και έξοδα) και δεν είναι λίγοι εκείνοι που δυσανασχετούν, θεωρώντας –δικαίως εδώ που τα λέμε– ότι δεν είναι δουλειά τους να ασχολούνται με αυτά. Η λύση είναι η «επιστράτευση» φίλων, η δημιουργία δηλαδή μιας ομάδας «εθελοντών», στην οποία μπορεί να μοιραστεί το φορτίο και να γίνει μια απλή, φθηνή αλλά καλά οργανωμένη (και όσο πιο πρωτότυπη τόσο το καλύτερο) εκστρατεία. Το ζήτημα της ύπαρξης μιας κοντινής στον δημιουργό ομάδας ένθερμων υποστηρικτών είναι κρίσιμο μα και λεπτό θέμα, το οποίο ξεφεύγει από τις στάνταρ συνταγές.

Στη γύρα: Κινήσεις στο συναυλιακό πεδίο

Το συναυλιακό κομμάτι είναι ίσως το δυσκολότερο: από τη μία είναι απολύτως απαραίτητο, καθώς αποτελεί τον αμεσότερο τρόπο επικοινωνίας του καλλιτέχνη με το κοινό, από την άλλη οι δομές και οι τρόποι λειτουργίας του είναι σε μεγάλο βαθμό παγιωμένες και δεν μπορούν να παρακαμφθούν. Παρακάτω, λοιπόν, δίνονται μόνο κάποιες κατευθυντήριες γραμμές.

Οι ζωντανές εμφανίσεις, εκτός του ότι θα πρέπει να προετοιμάζονται όσο το δυνατόν καλύτερα, καλό είναι να γίνονται με ρέγουλα, βήμα-βήμα: αραιά στην αρχή, σε μικρούς χώρους που να γεμίζουν σχετικά εύκολα, με σταδιακό στη συνέχεια πέρασμα σε μεγαλύτερα στέκια. Εννοείται ότι δεν πρέπει ποτέ κανείς να παίζει δωρεάν, εκτός αν πρόκειται για ειδικού σκοπού εμφανίσεις ή για συμμετοχές σε φεστιβάλ που θα προσφέρουν σημαντική έκθεση σε έναν νέο καλλιτέχνη. Σε κάθε περίπτωση, οι συμμετέχοντες μουσικοί θα πρέπει να παίρνουν ό,τι έχει συμφωνηθεί.

Είναι σημαντικό, ειδικά για τον νέο μουσικό που δεν διαθέτει μεγάλο δικό του ρεπερτόριο, να πραγματοποιούνται συνεργασίες, είτε με την εμφάνιση κάποιων guest επί σκηνής, είτε με την ισότιμη σύμπραξη δύο ή περισσότερων καλλιτεχνών. Βοηθά, επίσης, η συμμετοχή ως support act σε συναυλίες. Σε κάθε περίπτωση, μετά το τέλος της σκηνικής παρουσίας δεν πρέπει κανείς να ξεχνά να συναντά και να συζητά με τους παρευρισκόμενους, να χτίζει δηλαδή μια εξ επαφής σχέση με το κοινό του. Και, βέβαια, δεν θα πρέπει να λείπει ένας πάγκος με το προς πώληση CD του στην έξοδο του συναυλιακού χώρου.

Τα λεφτά, η πορτοφόλα: Η εναλλακτική του crowdfunding

Η χρηματοδότηση της δημιουργίας ενός δίσκου, αλλά και όλων των επόμενων σταδίων που περιγράψαμε παραπάνω, είναι προφανώς το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα. Δυστυχώς, κάτι τέτοιο σημαίνει ότι θα πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει μια «κανονική» δουλειά (λες και η μουσική είναι μόνο για χομπίστες), με τα έσοδα από την οποία θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί το ξεκίνημα του καλλιτέχνη.

Η εναλλακτική της προαναφερθείσας κατάστασης βρίσκεται στο crowdfunding. Ο συγκεκριμένος όρος –παρεξηγημένος από πολλούς– αναφέρεται στη διαδικασία κατά την οποία ένας δημιουργός (καλλιτέχνης, εφευρέτης, φιλόδοξος επιχειρηματίας, οποιοσδήποτε με μια δημιουργική ιδέα), ελλείψει κεφαλαίου, παρουσιάζει το σχέδιό του και ζητά από το κοινό να χρηματοδοτήσει την προσπάθειά του, με κάποια ανταλλάγματα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια «προπαραγγελία» του εκάστοτε προϊόντος από όποιον διατίθεται να συνεισφέρει οικονομικά, ενώ συνήθως προβλέπονται και έξτρα καλούδια για όποιον δύναται να δώσει παραπάνω χρήματα από τα ελάχιστα που ζητούνται. Όλο αυτό πραγματοποιείται μέσα από διαδικτυακές πλατφόρμες όπως τα Kickstarter, Indiegogo και Groopio (το τελευταίο ελληνικής εμπνεύσεως).

Το crowdfunding, ωστόσο, όπως δείχνουν οι στατιστικές, είναι δύσκολη υπόθεση: μόλις το 44% καταφέρνει να μαζέψει το ποσό που θέτει ως στόχο· και απαιτεί έξυπνα σχεδιασμένες καμπάνιες για να αποδώσει. Είναι επίσης βέβαιο ότι δεν γίνεται να χρησιμοποιείται συνεχώς, αν και μπορεί να αποτελέσει καλή βοήθεια για έναν καλλιτέχνη στο ξεκίνημά του, όταν αυτός δεν διαθέτει επαρκείς πόρους.

Στο κάτω-κάτω της γραφής: Ένα τέλος στις αυταπάτες

Το να ακολουθήσει ένας καλλιτέχνης (ειδικά ένας νέος/πρωτοεμφανιζόμενος) τον ανεξάρτητο δρόμο –παρότι αυτός είναι συχνά η μόνη ουσιαστική επιλογή– απαιτεί πριν από όλα τη συνειδητοποίηση των δυσκολιών που κρύβονται σε κάτι τέτοιο, όπως και τη γρήγορη απεμπόληση των όποιων ψευδαισθήσεων που μπορεί να υπάρχουν σχετικά με ό,τι λέμε «επιτυχία»

Η συγκεκριμένη διαδρομή απέχει παρασάγγας από εκείνο που περιμέναμε μέχρι πρότινος από τους καλλιτέχνες που έβγαιναν από τα σπλάχνα της μουσικής βιομηχανίας: τη γρήγορη δηλαδή εκτόξευση, μέσω της διαφήμισης και του βομβαρδισμού από τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις. Στην περίπτωσή μας, η όποια ενδεχόμενη επιτυχία θα έρθει αργά, έπειτα από κόπο και πολλά προσεκτικά βήματα, τα οποία απαιτούν μελέτη, γνώση και συνεργασία. Και δεν έγινε καν αναφορά εδώ στις απίστευτες τρικλοποδιές που βάζει η νομοθεσία σε τέτοιες προσπάθειες...

Πέρα και πάνω από όλα, πάντως, απαιτείται αυτοκριτική: κάτι που οι καλλιτέχνες δυσκολεύονται συνήθως να κάνουν. Τουτέστιν, αν έπειτα από προσπάθειες χρόνων δεν έρχονται τα επιθυμητά αποτελέσματα, πρέπει να αναρωτηθείς μήπως κάτι δεν κάνεις καλά· μήπως χρειάζονται διορθώσεις ή, ακόμα-ακόμα, αν κάνεις τελικά για αυτόν τον χώρο. Ο εκδημοκρατισμός των τρόπων και των μέσων είναι καλό πράγμα, δεν σημαίνει όμως ότι όλοι όσοι τα χρησιμοποιούν αξίζουν την ίδια ανταμοιβή. Το ταλέντο, λοιπόν, και το χτίσιμο επ’ αυτού, παραμένει ο μόνος αναντικατάστατος παράγων.

{youtube}0oYeStfZee8{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured