Ελένη Τζαννάτου

φωτογραφίες: Ken Schles (1), Catherine McGann (3)

Στις 5 Απριλίου του 1994, ο Kurt Cobain θα τραβούσε την σκανδάλη. Πέρα από τα μυαλά του, θα τίναζε σταδιακά (ή σχεδόν απότομα) στον αέρα και ολόκληρη τη grunge μυθολογία, με τα καρό πουκάμισα που γέμισαν τις ντουλάπες εφήβων ανά τον κόσμο. Οι εναλλακτικοί 20άρηδες θα έπρεπε έπειτα να βρουν διαφορετικές κατευθύνσεις –λιγότερο μαζικές, όπως απέδειξε ο χρόνος. Άλλοι θα στρέφονταν στη brit pop, τον μεγάλο διάδοχο του grunge στα 1990s, από άποψη δημοτικότητας. Άλλοι, λιγότεροι, θα έβρισκαν κάτι από τον εαυτό τους σε μια χούφτα pop punk συγκροτημάτων, τα οποία αναζωπύρωσαν τη σκηνή της δυτικής ακτής των Η.Π.Α.

Όσοι τώρα αγαπούσαν τους Clash και τους Specials (αλλά ήθελαν να φοράνε και αρβύλες), θα στρέφονταν στους Rancid. Όσοι προτιμούσαν τους Hüsker Dü και τους Minutemen, θα διάλεγαν τους Green Day. Κυρίως, όμως, βρήκαν εκεί τον εαυτό τους όσοι κατάλαβαν ότι οι τρεις πιτσιρικάδες από την Καλιφόρνια δεν φοβόντουσαν (ή ήξεραν πώς να μοιάσουν σαν) να είναι ίδιοι με αυτούς.

Όλα αυτά θα γίνονταν με το Dookie (1994), τον πρώτο δίσκο των Green Day σε μεγάλο label (Reprise). Οι συμπαθητικές πλην άγουρες μελωδίες του Kerplunk (1992) δεν προμήνυαν σχεδόν τίποτα απ' όσα ακολούθησαν. Ακόμη κι αν εκεί ακούσαμε πρώτη φορά το “Welcome To Paradise”, που θα ξανακούγαμε τώρα στη φινιρισμένη του εκδοχή.

Αν το punk κραυγάζει σε πολλές περιπτώσεις για όσα τσινάνε αυτούς που κάθε φορά βρίσκονται πίσω από τα όργανα και το μικρόφωνο, οι Green Day δεν φοβήθηκαν να στρέψουν το βλέμμα τους εντός. Στον μικρόκοσμο δηλαδή και στη βαλτωμένη βαρεμάρα ενός εφήβου (ή 20άρη), ο οποίος βρίσκεται στο δωμάτιό του και πιθανότατα έχει να κουνηθεί 3 μέρες από τον καναπέ. Ακόμα δε κι όταν βρίσκεται στον έξω κόσμο, δεν φοβάται να βγάλει κραυγή βοηθείας προς τη ...μαμά του –με ειλικρίνεια, αλλά και χιούμορ– μιας κι ακόμη δεν έχει απογαλακτιστεί πλήρως. Αυτό δηλαδή που λένε και οι στίχοι του (ειρωνικού, ως προς τον τίτλο) “Welcome To Paradise”: «Dear mother can’t you hear me whining? It’s been three whole weeks since I left your home».

Εν έτει 1994 τουλάχιστον, οι Green Day δεν έκαναν ένα punk πολιτικό ή ευθέως θυμωμένο –αυτό το άφησαν για μια δεκαετία αργότερα, όταν προέκυψε το American Idiot, περισσότερο βέβαια ως σημείο των τότε καιρών. Στο Dookie βρίσκονται λίγο μετά τα 20 τους, ακόμα λοιπόν και ο όποιος θυμός έχει την αίσθηση «θυμού δωματίου» (sic). Κάτι άλλωστε που αποτυπώνεται και στη μουσική. Δείτε π.χ. πόσο εντυπωσιακά δομούν το “Longview”: γκρουβάτα αλλά στεγνά ντραμς και μπασογραμμή στο κουπλέ (από τον Tré Cool και τον Mike Dirnt, αντίστοιχα), συν ένα ρεφρέν-ρουκέτα, που μοιάζει περισσότερο σαν να θέλει να τονίσει την αίσθηση απομόνωσης του υπόλοιπου τραγουδιού. Ίσως μάλιστα να είναι το απόλυτο κομμάτι, όσον αφορά την αποτύπωση της φιλοσοφίας του Dookie: «I'm so damn bored, I'm going blind / And I smell like shit».

{youtube}42BBdzzgPNM{/youtube}

Aκόμη και στις πιο μελωδικές και θεωρητικά μαλακές στιγμές του, το άλμπουμ έχει μια έντονη αίσθηση ασφυξίας, η οποία επιβεβαιώνει πως οι πιτσιρικάδες των 1990s ήταν το ίδιο κυκλοθυμικοί με τους millennials –απλά δεν είχαν memes κι έφτιαχναν δίσκους σαν αυτόν. H απροσποίητη και βαρεμένη φωνή του Billie Joe Armstrong κάνει ό,τι ακριβώς χρεώνει στην ηρωίδα του “She”: «screams in silence». Άλλο ένα κομμάτι στο οποίο η μέθοδος «βάλε ζοχαδιασμένο μπάσο στο κουπλέ, φόρτσαρε με κιθάρα στο ρεφρέν» λειτούργησε άψογα. Στο δε πολύ επιτυχημένο “When I Come Around”, θα αποτάξουν σχεδόν πλήρως οποιαδήποτε ζοφερή αίσθηση και θα περιοριστούν σε μια ράθυμη γλύκα. Θα γράψουν εν ολίγοις μια άτσαλη μπαλάντα, η οποία θα χτίσει λίγο ακόμη τον μύθο που τρέφουν: «No time to search the world around / 'Cause you know where I'll be found / When I come around».

Όταν πάντως πουν να γράψουν anthems, οι Green Day δεν τσιγκουνεύονται ούτε την ορμή, ούτε την έμπνευση, ούτε ευτυχώς και το χιούμορ. Αυτή ήταν άλλωστε η συνταγή που κάνει ακόμη πολλά χείλη εκεί έξω να τραγουδάνε το “Basket Case”. Ένα υποδειγματικό τραγούδι, με μια αυτοσαρκαστική, στα όρια του παροξυσμού αφήγηση, που –όχι ότι δεν το μυριστήκαμε, τόση ώρα– φτάνει ευθέως στην ερώτηση του ενός εκατομμυρίου: «Am I just paranoid? Or am I just stoned?». Εύκολη η απάντηση.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά, το Dookie μοιάζει σχεδόν σαν να προέβλεψε τη γκρινιάρικη και ελαφρώς μίζερη φύση των σημερινών millennials. Ακόμα κι αν δεν υπήρχαν οθόνες αφής στο δικό του σύμπαν, σε οποιονδήποτε σημερινό 20άρη που θα γνωρίσει τον δίσκο «χαϊδεύοντας» μια τέτοια, όλα βγάζουν νόημα. Οι Green Day μπορεί να έχουν παραδώσει τα όπλα της έμπνευσης εδώ και μια 15αετία (λίγο-πολύ), όμως υπάρχουν κάποιες Billie Eilish εκεί έξω που δηλώνουν ότι τους έχουν κορόνα στο κεφάλι τους, επιβεβαιώνοντας έτσι τα παραπάνω. Μην εξάπτεστε, διαφέρουν λιγότερο από ό,τι νομίζετε.

Γιατί; Γιατί όλα καταλήγουν εκεί όπου καταλήγει και ο Tré Cool στο καρτουνίστικο ψευτο-folk κομμάτι με το οποίο κλείνει το Dookie: «I was all alone, I was all by myself» (“All By Myself”). Μετά βέβαια γυρνάς και ξανακοιτάς το εξώφυλλο, παρατηρείς για άλλη μια φορά όλες εκείνες τις α-λα-Βρείτε-τον-Γουόλυ λεπτομέρειες, χαίρεσαι για αυτήν την έκρηξη με το σύννεφο που γράφει Green Day μέσα στο χάος στο οποίο γεννιέται. Νιώθεις λιγότερο μόνος. Αποστολή εξετελέσθη. Μπουμ.

{youtube}NUTGr5t3MoY{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured