Σε μια εποχή στην οποία η κοινή γνώμη παρασύρεται διαρκώς σε εύκολα συμπεράσματα και καταδικαστικές αποφάσεις, ο Κλιντ Ίστγουντ αποφάσισε να εστιάσει στην ιστορία του αναίτιου και ψυχολογικά βίαιου διασυρμού ενός ανθρώπου που συνέβη το 1996, όταν η δύναμη των διαδικτυακών κοινωνικών μέσων δεν είχε καν φανεί στον ορίζοντα του πληκτρολογίου μας.

Βρισκόμαστε στην Ατλάντα, που πάλλεται στον εορταστικό ρυθμό των Ολυμπιακών Αγώνων. Τα μέτρα ασφαλείας είναι αυξημένα και οι υπεύθυνοι έχουν τις κεραίες τους ορθωμένες, έτοιμοι να προλάβουν τυχόν τρομοκρατικά ή άλλα χτυπήματα. Για τον Ρίτσαρντ Τζούελ (Πολ Γουόλτερ Χάουζερ) αυτός είναι ένας ακόμα λόγος γιορτής: παθιασμένος με την επιβολή του νόμου και της τάξης και με το άσβεστο όνειρο να γίνει αστυνομικός, συμμετέχει στη φύλαξη του Πάρκου Σεντένιαλ. Τα καθήκοντά του περιορίζονται στη συμμόρφωση μεθυσμένων εφήβων, μέχρι που ανακαλύπτει ένα ύποπτο σακίδιο. Αποδεικνύεται ότι πρόκειται για βόμβα και, παρόλο που τελικώς εκρύγνηται και προκαλεί εκατό τραυματισμούς και δύο θανάτους, η έγκαιρη παρέμβαση του Ρίτσαρντ έχει σώσει δεκάδες ανθρώπους.

Ξαφνικά, αυτός ο ντροπαλός, άχαρος, ψυχαναγκαστικός άντρας γίνεται το πρόσωπο της ημέρας. Τα ΜΜΕ τον χρίζουν ήρωα και το κοινό τον αποθεώνει. Μέχρι που κάποιος σπέρνει τον πρώτο σπόρο αμφιβολίας: μήπως ο εμμονικός με την αστυνόμευση Ρίτσαρντ ήταν εκείνος που τοποθέτησε τη βόμβα, ώστε να αποδείξει στον κόσμο τη χρησιμότητα και τη γενναιότητά του;

Η υποψία αυτή γίνεται βούτυρο στο ψωμί του Τύπου, που ψοφάει για δραματικές ανατροπές· αλλά και των αρχών, που βιάζονται να αποδείξουν την αποτελεσματικότητά τους στο κοινό. Άλλωστε, δεν είναι παράλογη –δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Χώρια που ο σπόρος βρίσκει εύφορο έδαφος για να φυτρώσει: αφενός την υπέρμετρη φιλοδοξία ορισμένων εκπροσώπων της εξουσίας, αφετέρου, το ίδιο το προφίλ του Ρίτσαρντ. Το οποίο, αλίμονο, δείχνει να ταιριάζει γάντι στην προσωπικότητα ενός τέτοιου είδους θύτη.

Δυστυχώς για εκείνον, η εμφάνισή του δεν τον βοηθάει. Είναι υπέρβαρος και βραδυκίνητος και το πρόσωπό του δεν είναι γοητευτικό, ούτε καν ιδιαίτερα συμπαθητικό. Ο Ρίτσαρντ δεν είναι «ο γλυκούλης ευτραφής της γειτονιάς». Δίνει, χωρίς να είναι, την εντύπωση αργόστροφου. Η προσήλωση και η αυστηρότητά του όσον αφορά τη νομιμότητα μεταφράζεται εύκολα ως εκνευριστική έλλειψη ευελιξίας. Έχει δημιουργήσει εχθρούς. Και αν μέχρι τώρα ο στόχος του να μεταμορφωθεί σε άψογο όργανο της τάξης αντιμετωπιζόταν με συγκατάβαση, τώρα αντιμετωπίζεται ως διαταραχή. Αν προσθέσει κανείς τη μοναχικότητα, την παντελή έλλειψη ερωτικών σχέσεων και το γεγονός ότι ζει ακόμα με την προστατευτική μητέρα του, αντιλαμβάνεται γιατί ο Ρίτσαρντ Τζούελ κούμπωσε γάντι με την παροιμία περί καπνού και φωτιάς.

Κι έτσι, κυριολεκτικά από το πουθενά –στηριγμένοι σε ψυχολογικά προφίλ, εικασίες και αόριστες φήμες– FBI, MME και κυβέρνηση ξεκινούν το ανελέητο κυνηγητό του ιδανικού τους υπόπτου. Ξαφνικά, οτιδήποτε έχει κάνει ή δηλώσει ο Ρίτσαρντ στο παρελθόν, χρήζει διερεύνησης. Τα όρια μεταξύ ήρωα και εγκληματία, θύτη και θύματος, θολώνουν. Η ψυχραιμία και η στωικότητά του είναι θαυμαστές: πολύ απλά, ο Ρίτσαρντ πιστεύει στην αλήθεια και στη δικαιοσύνη. Αλλά η εισβολή στη ζωή του είναι δραματική και ανεξέλεγκτη και, εκτός από τον ίδιο, επηρεάζει άμεσα τη μητέρα του (Κάθι Μπέιτς) και τον καλύτερό του φίλο. Ευτυχώς, όμως, κινητοποιεί κι έναν παλιό του γνώριμο δικηγόρο (Σαμ Ρόκγουελ) να τον βοηθήσει.

Ο τετράκις βραβευμένος με Όσκαρ Ίστγουντ χειρίζεται πολύ ικανοποιητικά το υλικό της πραγματικής αυτής ιστορίας, αν και στο ξεκίνημά της η ταινία του μοιάζει κάπως ασύνδετη και καθυστερεί να κινήσει το ενδιαφέρον. Ο θεατής αργεί δηλαδή να κατανοήσει τους ήρωες και χρειάζεται χρόνο για να αποφασίσει αν τους συμπαθεί. Όμως, καθώς η πλοκή εξελίσσεται και επιβεβαιώνεται η εξαιρετική επιλογή του πρωταγωνιστικού cast (η Μπέιτς είναι υποψήφια για Όσκαρ Β΄Γυναικείου, ενώ ο Χάουζερ θα μπορούσε άνετα να διεκδικεί Α΄Ανδρικό), όχι μόνο εμπλέκεται ολοένα και περισσότερο, αλλά οδηγείται αναπόφευκτα σε συνειρμούς με τη σύγχρονη, ακόμα αγριότερη πραγματικότητα.

Η ιστορία του Ρίτσαρντ Τζούελ δεν είναι η ιστορία ενός ξεκάθαρα ηρωικού ανθρώπου. Είναι η ιστορία του θύματος ενός παντοδύναμου μηχανισμού, ο οποίος επιτρέπει στον σκοπό να αγιάσει τα μέσα χωρίς τύψεις. Είναι μια ιστορία που, μεταξύ άλλων, μας υπενθυμίζει ότι μια εικόνα δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με χίλιες λέξεις και ότι τα φαινόμενα απατούν πολύ συχνότερα από όσο πιστεύουμε.

Η.Π.Α. 2019
Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ
Πρωταγωνιστούν: Πολ Γουόλτερ Χάουζερ, Σαμ Ρόκγουελ, Κάθι Μπέιτς, Τζον Χαμ, Ολίβια Γουάιλντ
Διανομή: Tanweer

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured