Κάποια στιγμή ο Ντένις Βιλνέβ θα υπογράψει ένα αριστούργημα του Αμερικάνικου σινεμά. Ίσως η άποψη αυτή να θεωρηθεί αιρετική, καθώς πολλοί πιστεύουν πως ο Καναδός σκηνοθέτης κάνει σκηνοθετικό σλάλομ από τον ένα θρίαμβο στον άλλο. Θεωρώ όμως πως το Sicario υπολείπονταν σε ουσία και σενάριο έναντι του στυλ, το Prisoners πνίγηκε κάτω από τις λαϊκές συμβάσεις του σεναρίου ενώ το Enemy ήταν μια υπέροχη αποτυχία καφκικού τρόμου και (μισο)χωνεμένων Λιντσεικών εμμονών. Άλλοι τον θεωρούν πομπώδη, χειριστικό και σοβαροφανή σκηνοθέτη, ωστόσο με αρετές και προσωπικό κόσμο. Εκείνο που τον κάνει να ξεχωρίζει, είναι η διορατικότητά του στην παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς υπό ασυνήθιστες συνθήκες, καθώς και η οικονομία με την οποία καταφέρνει να εκφράσει τα πιο μυστικά συναισθήματα. Το Arrival δεν είναι το απόγειο που μπορεί να φτάσει, αλλά είναι ένα γενναίο βήμα πιο κοντά προς το αριστούργημα (ας ελπίσουμε να είναι το Blade Runner που ετοιμάζει για το 2017).

1arr.jpg

Έχουμε συνηθίσει τα ειδικά εφέ και η φασαριόζικη καταστροφολαγνεία να είναι η μόνη εφαρμοσμένη πρακτική ταινιών που ασχολούνται με το αβανταδόρικο ζήτημα της εξωγήινης έλευσης στη Γη. Όμως όλα εκείνα που δεν απασχολούν καθόλου τον συρφετό σκηνοθετών προς ενοικίαση (Έμεριχ, Μπρουκχάιμερ, Μάικλ Μπέι κτλ), βρίσκονται στον πυρήνα του Arrival. Η κατάσταση συναγερμού για το τέλος των ημερών δεν παίρνει το πάνω χέρι, δεν βλέπουμε καταρρέοντα κτίρια, διαγγέλματα προέδρων και τρέξιμο καθημερινών ηρώων μέσα από φωτιές. Η υπόθεση αφορά την μυστηριώδη εμφάνιση δώδεκα αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενων σκαφών σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη, μια άφιξη που ο σκηνοθέτης συνδέει με τα υποκειμενικά οχυρά του συναισθηματικού μας κόσμου. Μια γλωσσολόγος και ένας φυσικός, η Λουίζ και ο Ίαν, επιστρατεύονται για να διερευνήσουν τις προθέσεις των γιγαντιαίων πλασμάτων που παράγουν μεταλλικούς ήχους και θορύβους. Η Λουίζ αντιλαμβάνεται νωρίς πως η αιώνια γλώσσα επικοινωνίας είναι ο γραπτός λόγος και έτσι θα προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τα απόκοσμα πλάσματα. Πρόκειται για μια γυναίκα που έχει λόγους να πάει κόντρα στις επιλογές αλλοτριωμένων ανθρώπων, στους κοντόφθαλμους πατριώτες και πολεμοχαρείς στρατιωτικούς. Η Έιμι Άνταμς με την μελαγχολική περιέργεια στα μάτια, είναι πιο «γήινη» από ποτέ όταν ερμηνεύει την προσπάθεια της ηρωίδας να αποκωδικοποιήσει «εξωγήινους» βρυχηθμούς και άγνωστα σύμβολα απ’ το βαθύ διάστημα. Η κατάθλιψη και η αμφιβολία αντανακλώνται ποικιλότροπα στο φωτογενές πρόσωπό της.

«Now I'm not sure I believe in beginnings and endings» λέει ο χαρακτήρας της Λουίζ στο κλείσιμο του εισαγωγικού κομματιού, λίγο πριν εμφανιστούν οι εξωγήινοι που θα σπάσουν τα συμβολικά δεσμά της αντίληψης. Αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι κάτι ανάμεσα σε ονειρικές επαφές τρίτου τύπου, σε διανοητικούς γρίφους και σε γλωσσολογικούς στοχασμούς, όλα κάτω από ένα πάζλ που μπλέκει το μεταφυσικό και το μεταφορικό, με άξονα τη γλώσσα και τη διαστολή της έννοιας του χρόνου. Οι διαστάσεις της ιστορίας απλώνονται υπομονετικά με εμβόλιμες σεκάνς «αναμνήσεων» που φέρνουν στο νου τον ποιητικό νατουραλισμό των θεόπνευστων πλάνων του Τέρενς Μάλικ. Ο Βιλνέβ καταφέρνει και δένει πιο αριστοτεχνικά από ποτέ τον κοινωνικό ρεαλισμό και την υπερβατική του ματιά στο ανθρώπινο δράμα (κάτι που δεν πέτυχε ποτέ ο Christopher Nolan στο υπερφορτωμένο Interstellar) και ο φακός του ακροβατεί ανάμεσα στην παρατήρηση και τον στοχασμό. 

2arr.jpg

Ο τρόπος που χρησιμοποιούμε τη γλώσσα που μιλάμε, υποδεικνύει και τον τρόπο σκέψης μας. Όλοι οι δίγλωσσοι άνθρωπος μπορούν να επιβεβαιώσουν ότι η αλλαγή στη γλώσσα αλλάζει εν μέρει και τη ροπή της σκέψης. Κάθε γλώσσα δημιουργεί τη δική της πραγματικότητα. Το Arrival πάει αυτή την προβληματική ένα βήμα πιο μακριά, με αποτέλεσμα η γλώσσα επικοινωνίας να δημιουργεί και το δικό της χρόνο. Οι επίπονοι μήνες κατά τους οποίους η Λουίζ (Έιμι Άνταμς) και ο Ίαν (Τζέρεμι Ρένερ) πασχίζουν να προσεγγίσουν τη συμβολική γραφή των επτάποδων πλασμάτων, φαίνονται να διαρκούν μονάχα μια δυο μέρες. Αυτή η σκηνοθετική επιλογή, που μοιάζει απλώς με εύκολη λύση για την  επιτάχυνση της αφήγησης, είναι μια αναγκαιότητα που τελικά κυοφορεί το βαθύτερο νόημα της ταινίας. Ο Βιλνέβ απορρυθμίζει τους χρόνους μέσα μας, σαν θεατές, για να δεχθούμε το ευρύτερο συμπαντικό νόημα που υπαινίσσεται το φινάλε. Ο σκηνοθέτης επίσης παραμερίζει το άχαρο επιστημονικό σασπένς, ξεφορτώνεται τα βαρίδια των εφέ και προτιμάει την πλήρη εσωτερικότητα. Με όπλο το μοντάζ, που παίρνει το πάνω χέρι σε όσα διαδραματίζονται στη σκακιέρα των πιθανοτήτων, κάνει ένα βήμα προς τα πίσω για να ανοίξει το διαμέτρημα της ιστορίας, πετυχαίνοντας έτσι μια από τις πιο σκεπτόμενες mainstream ταινίες της τρέχουσας δεκαετίας.

3arr.jpg

Πρόκειται για πικρή, ελεγειακή ταινία που μιλά με σπάνια τρυφερότητα για το ηθικό φορτίο των επιλογών και τη βαρύτητα της συνείδησης. Κάτω από τις σκόρπιες μνήμες και την sci-fi ονείρωξη της επαφής με εξωγήινους, υποβόσκει μια αντιπαλότητα φιλοσοφική: οι υποσυνείδητες επιλογές, ορίζουν ένα μέλλον που δεν είναι γραμμένο σε πέτρα. Λίγο αφότου η πανούργα αφήγηση της πιο αθόρυβης και εσωστρεφούς ταινίας με θέμα την εξωγήινη ζωή κάνει τον κύκλο της, μας αποκαλύπτεται και η παλίνδρομη φύση της. Εκείνο το "Now, I'm not sure I believe in endings and beginnings" της ηρωίδας επανέρχεται και αντηχεί σαν mantra στα αυτιά μου μετά την θέαση της ταινίας. Μπορώ να καταλάβω ακριβώς πως νιώθει.

4arr.jpg

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured