Sad Lovers & Giants: Το να κρατάς ένα εξώφυλλο και να ακούς τον τελευταίο δίσκο που αγόρασες, παραμένει μια απόλαυση που δεν μπορεί να σου δώσει το Spotify...

Άλλοι τους γνώρισαν στα 1980s, στην άγρια εφηβεία, άλλοι πολύ αργότερα, από τα βινύλια των γονιών τους. Το βέβαιο είναι ότι έχουν πιστό κοινό στην Ελλάδα, που θα τρέξει στο An Club (Παρασκευή 1 + Σάββατο 2 Μαρτίου), ώστε να ακούσει τα σκοτεινά τους τραγούδια για όλα αυτά που ποτέ δεν κάναμε. Ιδανική λοιπόν η ευκαιρία για μια κουβέντα με τον Garce Allard

Κείμενο: Τάνια Σκραπαλιώρη

Ας ξεκινήσουμε ανάποδα –από το παρόν στο παρελθόν– μιλώντας για το τελευταίο σας άλμπουμ, το Mission Creep (2018). Πώς ήταν η επιστροφή στο στούντιο, μετά από σχεδόν 20 χρόνια;

Νιώσαμε πολύ καλά. Έχουμε όλοι home studios όπου δουλεύουμε τα demo, αλλά τίποτα δεν συγκρίνεται με την αίσθηση του επαγγελματικού στούντιο. Μόνο αυτή μπορεί να ξεκλειδώσει τη δυναμική ενός τραγουδιού. Η ηχογράφηση λοιπόν του Mission Creep ήταν μία (ακόμα) συναρπαστική εμπειρία.

Πώς αντιμετωπίζει μια κλασική 1980s μπάντα τις προκλήσεις της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας;

Στις μέρες μας οποιοσδήποτε μπορεί να κυκλοφορήσει τη μουσική του και να τη διανείμει μέσω του iTunes ή του Spotify, το οποίο σημαίνει ότι υπάρχει πάρα πολλή μουσική εκεί έξω. Μέσα σε αυτήν την υπερπροσφορά είναι δύσκολο να ακουστείς, αν δεν έχεις τις οικονομικές πλάτες μια μεγάλης εταιρείας που θα σε προωθήσει. Πολλές μπάντες των 1980s που παραμένουν ενεργές, αναλαμβάνουν οι ίδιες την κυκλοφορία των δίσκων τους, με πολύ μικρό ή και ανύπαρκτο budget.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει τεράστιο ενδιαφέρον για τη μουσική των 1980s αυτή τη στιγμή. Οπότε, όταν το κοντέρ σου έχει γράψει χρόνια, έχεις χτίσει ένα σημαντικό και πιστό κοινό, το οποίο σε ακολουθεί –κάτι που ισχύει και για εμάς.

56Slag_2.jpg

Tα άλμπουμ σας είναι τόσο σκοτεινά, τόσο 1980s. Πώς θα σας φαινόταν να δείτε τη μουσική σας να φιγουράρει στους τίτλους κάποιου soundtrack σειράς του Netflix;

Θα το χαιρόμασταν πολύ. Συχνά μας λένε ότι η μουσική μας έχει κινηματογραφική ποιότητα, ότι κάνει για τη μεγάλη οθόνη. Νομίζω κι εγώ ότι θα ταίριαζε τέλεια.

Υπάρχει περίοδος στην ιστορία των Sad Lovers & Giants την οποία θα ήθελες να ξεχάσεις;

Ναι, η περίοδος των 1990s, τότε που δεν ήμασταν μαζί.
 
Μπορείς να μας πεις 3 τραγούδια που θεωρείς ορόσημο για το συγκρότημα; 

Το “50:50”, γιατί ήταν το πρώτο τραγούδι των Sad Lovers & Giants που άκουσα το 1980, όταν περνούσα ακρόαση για να γίνω τραγουδιστής της μπάντας. Το "Cowboys", γιατί ήταν το πρώτο τραγούδι που παίξαμε το 1983, στη πρώτη μας συναυλία εκτός έδρας –στην Ολλανδία. Και το "Siren", το τελευταίο τραγούδι που γράψαμε για το Mission Creep.

56Slag_3.jpg

Tρία τραγούδια που θα ήθελες πολύ να τα είχατε γράψει εσείς;
 
To “1983 (A Merman I Should Turn To Be)” του Jimi Hendrix, ίσως το πιο κολληματικό, πειραματικό, ψυχεδελικό τραγούδι που γράφτηκε ποτέ. Το "Walk On The Wildside" του Lou Reed: φωνάζει ολόκληρο αγνή ψυχή και τιμιότητα του δρόμου. Και πώς θα ήθελα να παίζω σαξόφωνο έτσι! Και το "Mistress" των Red House Painters –ένα πανέμορφο τραγούδι.
 
Σε προηγούμενη συνέντευξή σας, ερωτώμενοι για την αναβίωση της σκηνής των 1980s, αναφέρετε ότι «Ζούμε σε εποχές πνευματικής πτώχευσης: το πάρτι τελείωσε και προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε το hangover». Το πιστεύετε ακόμα;

Όχι ακριβώς... Πιστεύω βέβαια ακόμα ότι πολλά πράγματα πάνε κατά διαόλου –ιδίως η πολιτική και η ιδεολογία, γι’ αυτό και οι άνθρωποι έχουν σταματήσει να σκέφτονται τις ευρύτερες ανάγκες της κοινωνίας. Κατά μία έννοια το πάρτι έχει πράγματι τελειώσει για την αλήθεια, καθώς όλοι παραπονιούνται για τα ψέματα όλων. Ως καλλιτέχνες, όμως, έχουμε την ευθύνη να πούμε την αλήθεια. Όσο υπάρχει τέχνη, υπάρχει ελπίδα.

56Slag_4.jpg

Το ζήτημα για τη σχέση μεταξύ μουσικής και ίντερνετ, είναι ήδη πολυσυζητημένο. Ακόμα μία κλασική ερώτηση είναι λοιπόν για την έκταση στην οποία οι νέες τεχνολογίες άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίον ακούμε. Από την άλλη, κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων έχουμε μια αξιοσημείωτη επάνοδο του βινυλίου. Πώς βιώνετε εσείς αυτήν την κατάσταση;

Βγάλαμε το Mission Creep σε CD και βινύλιο, σε δύο δηλαδή «παλιά» formats. Αλλά το κάναμε γιατί οι fans μας τα αγαπούν. Στην Ελλάδα το κοινό μας καλύπτει ένα ευρύ ηλικιακό φάσμα, υπάρχουν πάντως και πολλοί νέοι άνθρωποι οι οποίοι λατρεύουν το βινύλιο. Το να κρατάς ένα εξώφυλλο και να ακούς τον τελευταίο δίσκο που αγόρασες για τη συλλογή σου, παραμένει μια απόλαυση που δεν μπορεί να σου δώσει το Spotify. Βρίσκουμε λοιπόν το φυσικό format ως την πιο βολική οδό για να κυκλοφορούμε και να επικοινωνούμε τα τραγούδια μας.

Οι Έλληνες fans περιμένουν σαν τρελοί να ακούσουν classics σαν το "50:50", σε λίγες μέρες. Θα τους κάνετε το χατίρι;

Πάντα κάνουμε τα χατίρια των fans μας!



 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η μπάντα κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό το Maze και ο Γιώργος Καρανικόλας μιλάει στον Θανάση Μήνα για τη δημιουργία του

Το ιστορικό metal σχήμα κυκλοφόρησε το At Night We Prey και ο Ευθύμης Καραδήμας μίλησε στον Αλέξανδρο Τοπιντζή για όλα

Γίνεται, όταν μπαίνουν στο Eightball στη Θεσσαλονίκη και τους σκηνοθετεί ο Χρήστος Σαρρής, στο πλαίσιο του Stages ...

FEATURED TODAY

Το χρονικό της φιλίας των δύο ανδρών, λίγο πριν την προβολή του Gonzo: The Life and Work of Dr. Hunter S. Thompson στο Backstage Film Festival (Σάββατο 24/4). Μάθετε ακόμα πως θα διεκδικήσετε μία από τις 50 κόπιες από το Μεθυσμένο Ημερολόγιο του Hunter S. Thompson που κληρώνουμε σε συνεργασία με τις εκδόσεις Οξύ.

Για όσους δε χόρτασαν με τον σωσία του Morrissey, θυμόμαστε 10 μουσικούς που πάτησαν το πόδι τους στο Springfield, για να μπλέξουν συχνά σε περιπέτειες που δεν περίμεναν.

Κάθε εβδομάδα, ο Άγγελος Κλειτσίκας κάνει μια γύρα σε αναλογικά και ψηφιακά στενά κι επιλέγει στιγμιότυπα απ' όσα είδε, άκουσε, σκέφτηκε και ένιωσε την ανάγκη να μοιραστεί. Στο νέο του Snap(shots) ρίχνει λίγο ακόμη αλατοπίπερο σε μία άνοστη ζωή.

HOT STORIES

Η παραγωγός θα είναι για λίγους μήνες ακόμη οικοδέσποινα του Future Sounds.

Να και κάτι που δεν περιμέναμε...

Ακούστε το νέο κομμάτι από το soundtrack του anime Yasuke του Netflix που υπογράφει ο Flying Lotus, αλλά και το "Between Memories" με τη Niki Randa.

Top