Μεσημέρι Κυριακής, μια μέρα πριν την Καθαρά Δευτέρα. Αναστάτωση και χαμός επικρατεί στου Ψυρρή. O Paul Roland καταφθάνει σχεδόν λαχανιασμένος με τον έταιρο συνεργάτη του, εφόσον έψαχναν σχεδόν μια ώρα για ταξί, δεν δείχνει όμως να πτοείται. Φιλικός και πρόθυμος, δέχθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας πριν το soundcheck για τη συναυλία της επομένης. Ας δούμε λοιπόν τι έχει να δηλώσει το «ιερό τέρας» της neofolk - και όχι μόνο - σκηνής, πριν το “Dark Carnival” λάβει χώρα...

Τι σκοπεύεις να παίξεις στην αυριανή συναυλία; Να περιμένουμε κομμάτια κυρίως απ’ το καινούργιο album ή έναν συνδυασμό απ’ όλη τη δισκογραφία σου;
«Μου ζητήθηκε να παίξω κάποια παλιότερα τραγούδια επειδή το κοινό είναι πιο εξοικειωμένο μ’ αυτά. Θέλω πολύ να παίξω και μερικά από το καινούργιο, το Nevermore, που δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα, καθώς κι απ’ το Re-Animator, που βγήκε πριν κάμποσους μήνες, ηχογραφήθηκε όμως γύρω στα δυο χρόνια πριν. Τα καινούργια κομμάτια είναι πολύ σημαντικό να ακουστούν, επειδή δεν θέλω και να νομίζει το ελληνικό κοινό ότι σταμάτησα να βγάζω δίσκους εφόσον σταμάτησα να έρχομαι για συναυλίες. Αν δεν κυκλοφορούν εδώ οι δίσκοι μου ούτε με καλούν για live στην Ελλάδα, οπότε δεν βλέπουν συνεντεύξεις ή δισκοκριτικές, ο κόσμος θα νομίζει είτε ότι πέθανα (γέλια!), είτε ότι δεν γράφω πια μουσική. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να δείξω ότι ακόμα βγάζω δίσκους. Κυκλοφόρησα τρία albums μέσα στα τελευταία χρόνια. Και πιστεύω ότι αυτά είναι πιο δυνατά από τα παλιότερα, επειδή έχω μάθει πολλά περισσότερα πράγματα και είμαι πολύ διαφορετικός σαν άτομο απ’ ό,τι ήμουν τότε».

Στο καινούργιο album υπάρχει κάποια συνεργασία με άλλους καλλιτέχνες, όπως και στα προηγούμενα;
«Όπως με τους Caravan στο Re-Animator; Συνεργάστηκα με έναν Γερμανό καλλιτέχνη που λέγεται Nico Steckelberg, μέλος ενός neofolk σχήματος ονόματι Elane - μάλλον δεν είναι γνωστοί εδώ. Τον γνώρισα σε ένα φεστιβάλ στη Γερμανία, η τραγουδίστρια του συγκροτήματός του συμμετείχε στο Pavane, το ακουστικό album το οποίο βγήκε πριν το Re-Animator. Ήταν κάτι διαφορετικό, έδωσε μια άλλη χροιά στο album, οπότε σκέφτηκα πως θα ήθελα να συνεχιστεί αυτή η συνεργασία. Ο Nico σταμάτησε να δουλεύει με την κοπέλα, η καινούρια τραγουδίστριά του είναι όμως στο καινούργιο μου album, ενώ πρόσθεσε κι αυτός μερικές τελειωτικές «πινελιές». Το ηχογράφησα πριν φύγω απ’ την Αγγλία, ήταν σχεδόν έτοιμο, αλλά του το έδωσα και του ζήτησα να προσθέσει κάποια πράγματα. Οπότε κάποια στοιχεία μπήκαν σύμφωνα με τις οδηγίες μου και κάποια άλλα τα σκέφτηκε εκείνος και αποφάσισα με τι συμφωνώ και με τι όχι. Έτσι λειτουργήσαμε.

Δώσε μας ένα συγκεκριμένο παράδειγμα για το πώς δουλέψατε με τον Nico Steckelberg…
«Υπάρχει ένα συγκεκριμένο κομμάτι που έγραψα και χωρίζεται σε τρία μέρη, με θεματολογία από τις 20.000 Λεύγες Κάτω από τη Θάλασσα του Ιουλίου Βερν. Και ήθελα το μεσαίο μέρος να είναι μόνο instrumental. Ήθελα να δω αν μπορώ να γράψω κινηματογραφική μουσική, μόνο ορχηστρική μουσική, που να αντιστοιχεί σε κινήσεις. Πάντα ήθελα να γράψω μουσική για ταινίες αλλά δεν μου έχει ζητηθεί, οπότε σκέφτηκα να το δοκιμάσω μ’ αυτόν τον τρόπο. Ο Nico δουλεύει με computer (Q-Base), πράγμα που εγώ δεν μπορώ να κάνω. Εκείνος είναι ο τεχνικός της υπόθεσης, οπότε εγώ έγραψα τη μουσική για την κιθάρα και του έδωσα μια ιδέα για το τι άλλο θα ήθελα ν’ ακούσω, πού θα έπρεπε να υπάρχει ποιος ηχητικός παλμός σε αντιστοιχία με τις κινήσεις του υποβρυχίου, και διάφορες άλλες ιδέες. Όπως π.χ. να ακουστεί ένα όμποε που να θυμίζει τη μελωδία του προηγούμενου κομματιού, σχετικά με τον Κάπταιν Νέμο. Του έδωσα πολλές πληροφορίες, αλλά και συγχρόνως αρκετή ελευθερία για να δημιουργήσει το τελικό κομμάτι. Έκανε καταπληκτική δουλειά και αυτό με κάνει να αισθάνομαι ότι τώρα μπορώ να γράφω μουσική για ταινίες, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν δεν είχε μεσολαβήσει αυτό. Ένα βήμα τη φορά, λοιπόν. Είναι πραγματικά μια πρόοδος, μια εξέλιξη, αισθάνομαι ότι μεγαλώνω όσον αφορά τη μουσική, και όχι μόνο με το να γράφω τραγούδια. Ελπίζω να δουλέψω στο επόμενο album με τον Ralf Jesek από τους Γερμανούς In My Rosary. Μου είπε ότι του αρέσει η μουσική μου εδώ και πολύ καιρό. Δεν γνωριζόμασταν, αλλά ανακαλύψαμε ότι μένουμε στην ίδια πόλη και τώρα όχι μόνο είμαστε φίλοι αλλά μ’ έχει βοηθήσει να δώσω κάποια τελειωτικά στοιχεία στα παλιότερα albums μου για επανέκδοση, έχει προσθέσει κιθάρες, φωνητικά και διάφορα άλλα μικροπράγματα, τα οποία προσδίδουν όμως διαφορετικότητα. Αυτό είναι πολύ καλό, γιατί τώρα αισθάνομαι ότι όλα τα λάθη μου έχουν διορθωθεί (γέλια!). Οπότε στο επόμενο album σκοπεύω να δουλέψω μαζί του εξ’ αρχής. Έχω πια έναν καινούργιο μουσικό συνέταιρο, πράγμα που κάνει τη δουλειά πιο ενδιαφέρουσα. Εφόσον δεν μ’ αρέσει να δουλεύω με τα ίδια άτομα συνέχεια, προτιμώ να υπάρχει ποικιλία».

Σχετικά με τους στίχους της νέας σου δουλειάς, υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ιστορία ή concept πίσω απ’ αυτούς, εκτός από τη θεματολογία από τον Ιούλιο Βερν;
«Ναι, έγραψα άλλο ένα τραγούδι εμπνευσμένο από τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε, το “Tell Tale Heart”, αλλά αυτό είναι περίεργο, σαν την Οικογένεια Άνταμς (γέλια!), δεν είναι σοβαρό. Εκτός αυτού, είδα την καινούργια version του Texas Chainsaw Massacre και τη βρήκα πολύ αστεία, οπότε έγραψα ένα τραγούδι γι’ αυτή την ταινία. Συνήθως μου αρέσουν ταινίες που δεν αρέσουν στους άλλους. Τα remakes είναι σαν eye-candy, το αυθεντικό είχε πολλή ενέργεια μέσα του και αυτό το βρίσκω άσχημο, αλλά νομίζω ότι αυτός ήταν ο σκοπός του. Προτιμώ το «φανταχτερό», τα χρώματα και τη θέρμη τους, καταλαβαίνεις... Μ’ αρέσει τα θρίλερ να είναι ωραία φτιαγμένα. Συνήθως έτσι συμβαίνει, βλέπω μια ταινία και ο ηθοποιός λέει κάτι που κολλάει στο μυαλό μου, και αυτή η φράση δίνει έναυσμα για κάποια ιδέα. Αν δείτε την ταινία και ακούσετε το τραγούδι, θα ακούσετε κάποιες ατάκες απ’ αυτήν, έτσι κρατάει την αυθεντικότητά του. Όταν έγραφα το “Chain Gang” για το Re-Animator, δεν μπορούσα να τα βγάλω όλα απ’ το μυαλό μου, οπότε έψαξα κάποια blues sites και βρήκα μερικά παλιά εργατικά τραγούδια, από τα οποία πήρα κάποιες φράσεις και ιδέες και τις επεξεργάστηκα, ώστε να δώσω στο τραγούδι αυθεντικότητα. Μερικές φορές γράφω τραγούδια όπως γράφω ένα βιβλίο, κάνοντας έρευνα, εφόσον δεν μπορείς να τα ξέρεις όλα από μόνος σου. Πρέπει να έχεις πρώτα κάποιες γνώσεις, να δώσεις τροφή στο μυαλό σου, δεν εμφανίζονται όλα από το πουθενά. Μερικές φορές ένα καθαρά κωμικό τραγούδι σαν το “Lucifer’s Servant” μπορείς να το βγάλεις από μόνος σου, επειδή δεν έχει σαφείς αναφορές, ειδάλλως όχι - το “Dark Carnival”, για παράδειγμα, προέκυψε από την ιστορία του Ray Bradbury, Something Wicked This Way Comes».

Θεωρείς τον εαυτό σου περισσότερο συγγραφέα ή μουσικό;
«Πάντα έβλεπα τον εαυτό μου ως συγγραφέα, εφόσον ξεκίνησα να γράφω διηγήματα όταν ήμουν μικρός. Μετά έγραφα ποιήματα, μετά έμαθα κιθάρα και τα ποιήματα έγιναν στίχοι, οπότε προφανώς ξεκίνησα ως συγγραφέας. Δεν έχω κάνει μαθήματα μουσικής, δεν τα πήγαινα καλά με τη μουσική στο σχολείο. Δεν μπορούσα - ή μάλλον ακόμα δεν μπορώ - να καταλάβω αυτά τα σημαδάκια στις παρτιτούρες (γέλια!). Πάντως νομίζω ότι μ’ έχει περιορίσει αυτό, θα ήθελα να μπορώ να μιξάρω τη μουσική μου, ενώ τώρα πρέπει να το αναθέτω σε ειδικούς και να βασίζομαι σ’ αυτούς. Υπάρχουν τόσα όμορφα πράγματα που δεν μπορώ να κάνω, γι’ αυτό και είμαι χαρούμενος που δουλεύω με άλλους ανθρώπους, είναι πολύ σημαντικό να δουλεύεις με άλλους. Δεν μ’ αρέσει η ιδέα κάποιος να τα ελέγχει όλα. Χρειάζεται συγκέντρωση, χρειάζεται να υποδείξεις κάποια πράγματα, αλλά πρέπει να υπάρχουν συνεργάτες, για ν’ ακούσεις όλες τις υπέροχες ιδέες, την πείρα τους και τις δεξιότητές τους. Σε κάποιο σημείο της ζωής μου επίσης αποφάσισα να δοκιμάσω κάτι άλλο, αγόρασα ένα αρμόνιο και έτσι προέκυψε το συγκρότημα. Άρχισα να δουλεύω τα κομμάτια και συνειδητοποίησα ότι μπορούσα να χρησιμοποιήσω μόνο δυο-τρία δάχτυλα συγχρόνως. Ουκ εν τω πολλώ το ευ, όμως, εφόσον δυο-τρεις νότες στη σωστή θέση μπορούν να έχουν ένα όμορφο αποτέλεσμα, δεν χρειάζεται να παίζεις όλες τις νότες συνέχεια, όπως κάνουν πολλοί μουσικοί. Όταν δουλεύω με κάποιον που παίζει βιολί ή φλάουτο, παίζουν σε όλο το κομμάτι, από εκεί κι έπειτα εξαρτάται απ’ τον παραγωγό να αποφασίσει τι θα κρατήσει και τι όχι. Είναι ωραίο να παίζεις δυο-τρεις νότες και να τις επαναλαμβάνεις μετά, ζωντανεύει έτσι το κομμάτι. Παρόλο που δεν είμαι μουσικός, έχω προφανώς κάποια ένστικτα και θέλω να συνεχίσω να εξελίσσομαι, γι’ αυτό και μαθαίνω να γράφω μουσική μόνος μου. Ακόμη βέβαια δουλεύω με άλλους ανθρώπους που έχουν περισσότερες τεχνικές γνώσεις από μένα, και μάλλον πάντα θα δουλεύω με άλλους».

Ακούγεται συχνά πως έχεις επηρεάσει πολλούς μουσικούς και συγκροτήματα από τη neofolk σκηνή. Ποιες επιρροές έχεις δεχθεί εσύ ο ίδιος;
«Δεν το γνωρίζω αυτό, τουλάχιστον δεν το παραδέχομαι ποτέ (γέλια!). Είχα πολλές mainstream επιρροές μεγαλώνοντας, επειδή δυστυχώς δεν είχα φίλους που άκουγαν «παράξενα» συγκροτήματα, ειδάλλως ίσως να είχα γράψει πιο ενδιαφέρουσα μουσική. Μεγάλωσα με όλα τα συγκροτήματα των μέσων της δεκαετίας του 1970 - Led Zeppelin, Black Sabbath. Ο Marc Bolan ήταν ο πρώτος μου ήρωας και ακόμα είναι, ειδικά τα παλιότερά του, βρίσκω αυτή τη μουσική μαγική, φανταστική. Μετά κατρακύλησε γρήγορα, έσκασε σαν τσιχλόφουσκα, έγραφε πολύ απλοϊκά πράγματα. Ακόμη δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί κάτι καλό να πάει πίσω αντί μπροστά, αλλά αυτό μου μοιάζει σαν προειδοποίηση (γέλια!). Μόνο πρόσφατα ανακάλυψα άλλα πράγματα. Δεν μ’ άρεσε, ας πούμε, το κίνημα των punk εκείνο τον καιρό, εφόσον δεν τους άρεσε να παίζουν ακουστική κιθάρα. Κοιτάζοντας πίσω όμως βλέπω πως ήταν εξαιρετικά σημαντικό, πράγμα που δεν καταλάβαινα τότε. Αργότερα άρχισα ν’ ακούω Smiths και Ramones επειδή είχαν και πλάκα, εκτός του ότι μ’ άρεσε η μουσική τους. Έχουν αίσθηση του χιούμορ, αλλά και μια δόση ειρωνείας. Δεν μ’ αρέσει η μουσική να παραείναι σοβαρή, δεν μ’ αρέσουν αυτά τα συγκροτήματα που δεν έχουν καθόλου χιούμορ αλλά είναι αστεία χωρίς να το γνωρίζουν, όπως τα spandex heavy metal συγκροτήματα. Παίρνουν τους εαυτούς τους τόσο στα σοβαρά - όπως οι Iron Maiden π.χ. - και έχουν ηλίθιους τίτλους, όπως οι Apocalypse. Είναι σαν σφυροκοπήματα στο κεφάλι, δεν υπάρχει καμία χάρη, κανένα έναυσμα για να σκεφτείς και να επεξεργαστείς τους στίχους. Είναι σαν κωμωδία χωρίς πλάκα».

Με ποια διαδικασία γράφεις στίχους;
«Πιο πρόσφατα έχω την τάση να ερευνώ παράλληλα με τα ένστικτά μου. Για το καινούριο άλμπουμ που θα βγάλω μετά το Nevermore, το οποίο θα λέγεται Grimm, έχω γράψει ήδη όλη τη μουσική αλλά όχι τους στίχους. Η θεματολογία του είναι από τα παραμύθια των αδερφών Grimm, στην αυθεντική τους εκδοχή όμως, όχι της Disney. Οπότε, για να γίνει αυτό, χρειάστηκε να καταβάλω κάποια προσπάθεια και να δω τι είχαν κάνει οι υπόλοιποι πριν από μένα. Έτσι ανακάλυψα συγκροτήματα όπως οι Comus, αγγλικό folk συγκρότημα που δημιουργήθηκε γύρω στο 1971 και ηχογράφησε μόνο δύο άλμπουμς, και οι Forest. Αυτοί όμως ήταν πιο παράξενοι από τα άλλα folk συγκροτήματα της εποχής. Οι Forest ήταν στη Blackhill Enterprises, με μάνατζερ τη June Bolan, τη γυναίκα του Marc Bolan. Συνήθως ο τραγουδιστής σ’ αυτά τα συγκροτήματα είχε πολύ παράξενη και ιδιαίτερη φωνή, γι’ αυτό μ’ αρέσουν. Το προτιμώ από τις κλασικές φωνές της folk, αυτές δεν θες να τις ακούς συνέχεια. Μπορεί κάποιος που αντικειμενικά τραγουδάει καλύτερα να μην παρουσιάζει ενδιαφέρον. Γι’ αυτό δεν μ’ αρέσουν οι Bon Jovi και όλοι αυτοί, έχουν πολύ συνηθισμένες φωνές. Γι’ αυτό επίσης μ’ αρέσει ο Marc Bolan, έχει πολύ παράξενη φωνή, είτε θα σ’ αρέσει είτε θα τη μισήσεις. Τέτοια συγκροτήματα, λοιπόν, άρχισα να ανακαλύπτω, δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα όσο ήμουν νεότερος, αλλά νομίζω πως δεν ήθελα να επηρεαστώ απ’ αυτούς, φοβόμουν να επηρεαστώ από άλλους γιατί θα φαίνονταν οι επιρροές μου. Τώρα δεν είμαι ακριβώς επηρεασμένος απ’ αυτούς, απλά με εμπνέουν, είναι διαφορετικά πράγματα αυτά τα δύο. ‘Ισως μπορείς να πεις πως όλοι μας επηρεαζόμαστε από τα πάντα στη ζωή μας, αλλά πιστεύω πως ένας καλλιτέχνης οφείλει να τροφοδοτεί συνέχεια το μυαλό του, αλλιώς θα στερέψει. Δεν μπορεί να τα δημιουργεί όλα από μόνος του. Όταν βλέπω μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία ή ακούω ένα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι ή διαβάζω ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, το μυαλό τίθεται σε λειτουργία, και τότε είναι που έρχεται η πρωτοτυπία. Χρειάζονται αυτά τα ερεθίσματα».

Όσον αφορά τη ζωή κατά τις περιοδείες, σου φαίνεται ενδιαφέρουσα; Την προτιμάς από τις ηχογραφήσεις στο στούντιο ή τη θεωρείς βαρετή;
«Δεν τη βρίσκω ποτέ βαρετή, μ’ αρέσει να γνωρίζω ανθρώπους, να παίζω τα τραγούδια live... Γι’ αυτό και απογοητεύομαι όταν κατά καιρούς και σε κάποια μέρη δεν έρχεται αρκετός κόσμος στις συναυλίες, επειδή δεν έχει γίνει αρκετό promotion. Δεν μ’ αρέσει η ζωή κατά τις περιοδείες καθεαυτή ή τα πολλά ταξίδια, εφόσον ταξιδεύω πολύ μέσα στο μυαλό μου. Αλλά συναντώ ανθρώπους, βλέπω ότι τους αρέσει η μουσική μου, πράγμα που με ενθαρρύνει να συνεχίσω να γράφω. Οι περιοδείες είναι και λίγο κουραστικές. Όταν έχεις αρχίσει να γερνάς, σαν εμένα (γέλια!), δεν το θες πια αυτό. Το διασκέδαζα όταν ήμουν 20 χρονών, αλλά όχι πια. Έχω τόσα να κάνω, ταινίες, βιβλία και τόσα άλλα, από τα οποία οι περιοδείες τρώνε χρόνο. Προτιμώ να ηχογραφώ albums, αλλά φυσικά είμαι πάντα περίεργος να γνωρίσω τους ανθρώπους που τα ακούνε. Ίσως πάντα θα το χρειάζομαι αυτό».

Σχετικά με τα βιβλία σου, ποιο γνώρισε μεγαλύτερη επιτυχία και σε τι πιστεύεις ότι οφείλεται αυτό;
«Παραδόξως, ένα απ’ τα πιο επιτυχημένα ήταν το πρώτο βιβλίο περί διαλογισμού (“Meditation”) που έγραψα. Υποθέτω ότι αυτό συνέβη απλούστατα επειδή υπάρχει ανάγκη για τέτοια θέματα και ίσως επειδή διαφημίστηκε σωστά. Το πρόβλημα με την επιτυχία, είτε πρόκειται για βιβλία είτε για δίσκους, είναι ότι εξαρτάται από αυτόν που τα προωθεί. Έχω γράψει κάποια βιβλία που θεωρώ πολύ καλά και είμαι περήφανος γι’ αυτά, δεν έφτασαν πουθενά όμως, εφόσον ο εκδότης απλά τα τύπωσε για να τα πουλήσει και να τα εξάγει - ήταν ενάντια στους κανονισμούς του να κάνει διαφήμιση. Είναι περισσότερο διανομέας. Τα βιβλία δεν θα στέλνονταν στα σουπερμάρκετ, αλλά σε μεγάλα καταστήματα, οπότε δεν είχε ανάγκη να τα προωθήσει, καθώς θα είχε μεγαλύτερο κέρδος αν δεν τα διαφήμιζε. Μελετούσε πρώτα τους πελάτες, για να δει τι βιβλίο θα ήθελαν να διαβάσουν, και μετά με ρώταγε αν θα ενδιαφερόμουν να το γράψω. Έπειτα τα τύπωναν και τα έστελναν για να πωληθούν σαν τα φρούτα».

Δηλαδή μπορείς να λειτουργήσεις έτσι, να σου ζητήσουν εσκεμμένα να γράψεις για κάτι και να το κάνεις; Εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ (γέλια!)...
«Μου φάνηκε σαν ένας καλός τρόπος να πειθαρχήσω τον εαυτό μου ως συγγραφέα, να γράψω για κάτι που δεν είχα σκεφτεί, ήταν επίσης μια ευκαιρία για μόρφωση. Δεν θα έργαφα για κάτι για το οποίο δεν ενδιαφέρομαι καθόλου, ακόμη κι αν ήμουν απελπισμένος. Η αλήθεια είναι ότι έγραψα για τα όνειρα (“Complete Guide to Dreams”) ενώ δεν με ενδιέφερε τόσο το θέμα των ονείρων. Όταν όμως μου το πρότειναν, θεώρησα ότι μπορούσε να γίνει ενδιαφέρον, ότι ίσως μπορούσα να γράψω ένα διαφορετικό βιβλίο για τα όνειρα από αυτά που έχουμε συνηθίσει. Έτσι άρχισα να κάνω έρευνα σχετικά με το συμβολισμό και συνειδητοποίησα ότι, καθώς έγραφα το βιβλίο, όχι μόνο μορφωνόμουν, αλλά και ενεργοποιούνταν δικές μου ιδέες. Καθώς έγραφα αυτό το βιβλίο, έμαθα να εμπιστεύομαι τον εαυτό μου και το ένστικτό μου. Όταν σταμάτησα να βλέπω αυτό το βιβλίο ως οδηγό ερμηνείας συμβόλων, άρχισα να ερμηνεύω τα σύμβολα μόνος μου και απέκτησα την αυτοπεποίθηση που χρειαζόμουν. Αυτό ήταν ένα μεγάλο βήμα. Συνειδητοποίησα ότι, όταν έχεις ένα ένστικτο ή μια διαίσθηση, μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη δουλειά άλλων ανθρώπων ως βάση κι έπειτα να χρησιμοποιήσεις το ένστικτό σου ως το μόνο τρόπο για να εξελιχθείς. Για παράδειγμα, διάβασα κάποια βιβλία σχετικά με την Καββάλα αλλά ήταν πολύ μπροστά για την εποχή τους και έπρεπε να επανερμηνεύσω τη διδασκαλία μόνος μου, ώστε να δουλέψω και να δημιουργήσω και να σκεφτώ. Είχα μια στιγμή που είπα «Εύρηκα!» και όλα βρήκαν τη θέση τους στο μυαλό μου και συνειδητοποίησα ότι τα γράμματα ήταν σε λάθος μέρος (σχετικά με τις κάρτες Ταρώ στο “Kabbalah Cards”) κλπ. Πάντα έβλεπα το κάθε βιβλίο ως μια ευκαιρία να μάθω πράγματα, όλα τους ήταν σαν διατριβές για το πανεπιστήμιο με διαφορετικά θέματα, οπότε έγινα ένας μικρός ειδικός στο κάθε θέμα που έγραφα. Αυτό έγινε η βάση μου για την κατανόηση άλλων βιβλίων. Όταν έγραφα για κάτι τελείως διαφορετικό, μάθαινα για να έχω μια ιδέα για τα όνειρα, για το συμβολισμό, τους αγγέλους ή οτιδήποτε είχα να γράψω και τα συνδύαζα με άλλα πράγματα. Όταν έφτασα στο βιβλίο νούμερο 12 είχα ένα ολόκληρο background γνώσεων, σαν να είχα τελειώσει ειδικό σχολείο».

Λαμβάνοντας υπόψη ότι βιβλία όπως ο «Κώδικας Ντα Βίντσι», οι “Illuminati”, ακόμα και ο «Χάρι Πότερ» έχουν γίνει best sellers, πόσο εύκολο είναι να είναι κανείς συγγραφέας για μεταφυσικά φαινόμενα, διαλογισμό κλπ.; Στην εποχή μας ο κόσμος δείχνει να ενδιαφέρεται πολύ για τέτοια θέματα. Γιατί πιστεύεις ότι συμβαίνει αυτό;
«Πιστεύω ότι συμβαίνει για έναν πολύ σημαντικό λόγο, επειδή η συναίσθηση και η συνείδηση των ανθρώπων έχει αρχίσει να ανοίγεται μέσω της φαντασίας, με πολύ ομαλό τρόπο βέβαια. Αρχικά έχουμε το Buffy The Vampire Slayer ή πράγματα που μοιάζουν να αφορούν τη λαϊκή κουλτούρα, αλλά στην πραγματικότητα κάνουν τον κόσμο να αποδέχεται τέτοια θέματα. Έπειτα ελπίζεις κάποιοι απ’ αυτούς που τα διαβάζουν να σκάψουν πιο βαθιά, ενώ κάποιοι άλλοι θα τα δουν απλά ως ψυχαγωγία και θα ξεφύγουν απ’ το θέμα. Η οργανωμένη θρησκεία έχει χάσει τη βάση της και οι άνθρωποι έχουν γίνει πολύ κυνικοί απέναντί της. Δεν ξέρουν όμως πού αλλού να πάνε, οπότε έχουμε αυτό το ενδιαφέρον για τη μαγεία, τις παλιές θρησκείες, την παλιά σοφία. Αλλά είναι κυρίως σε επιφανειακό επίπεδο. Έπειτα έχουμε τα X-Files και όλα αυτά, που δυστυχώς φυτεύουν το φόβο στο μυαλό των ανθρώπων. Δεν υπάρχει κάτι επίφοβο στον αποκρυφισμό, από προσωπικής πείρας. Αυτά τα προγράμματα όμως προορίζονται για να ψυχαγωγούν, οπότε δυστυχώς πρέπει να συμπεριλάβουν κάτι πιο σκοτεινό, κάτι που δεν υπάρχει. Από την άλλη πλευρά, ειδικά όσον αφορά τον Χάρι Πότερ, που είναι βασικά πολύ αισιόδοξο σαν έργο, υπάρχουν πολλές αλήθειες μέσα του, γι’ αυτό και πιστεύω ότι αρέσει στον κόσμο. Ο λόγος που τέτοια βιβλία έχουν τόσο μεγάλη απήχηση είναι ότι κρύβουν μια οικουμενική αλήθεια, ακόμη κι αν δεν το καταλαβαίνει ο κόσμος. Ο Tolkien, για παράδειγμα, δεν μ’ αρέσει, αλλά είναι τόσο δημοφιλής επειδή οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να ξεφύγουν. Δεν πρόκειται για μια κενή φαντασία, μια ανόητη διαφυγή, αλλά για μια διαφυγή σ’ έναν καλύτερο κόσμο, που είναι όμως αληθοφανής. Ο Tolkien είναι σαν τους οραματισμούς, τις αναζητήσεις και το διαλογισμό που κάνουν οι άνθρωποι. Ανατρέχοντας στην αρχαία Ελλάδα, π.χ., οι άνθρωποι οραματίζονταν μέσα στο διαλογισμό τους μια άλλη διάσταση που οδηγεί σε μια διαφορετική πραγματικότητα. Ανεξάρτητα απ’ την κουλτούρα του καθενός, αυτή η εσωτερική πραγματικότητα-φαντασία σήμερα είναι στο στυλ του Χάρι Πότερ. Δεν υπάρχει πρόβλημα μ’ αυτό, αρκεί να καταλαβαίνεις ότι αυτό το «σκοτάδι» δεν υπάρχει, ότι είναι μέσα σου...».

Γι’ αυτό νομίζω πως τα βιβλία αυτά θεωρούνται λανθασμένα παιδικά, εφόσον τέτοια νοήματα δεν τα καταλαβαίνουν τα παιδιά, μόνο οι μεγάλοι...
«Σύμφωνοι, πιστεύω κιόλας ότι γι’ αυτό το λόγο τα φοβούνται οι συντηρητικοί, εφόσον συνειδητοποιούν ότι οι ίδιοι δεν πρεσβεύουν μια αλήθεια αλλά περισσότερο μια παράδοση, μόνο και μόνο για να τη συνεχίσουν. Η φιλοσοφία των Αποστόλων δεν έχει κάποια αληθινή αξία...»

Τελευταία ερώτηση: τι περιμένεις από το ελληνικό κοινό στη συναυλία;
«Προτιμώ να μην περιμένω τίποτα (γέλια!). Ήρθα επειδή με προσκάλεσαν, χαίρομαι πολύ που είμαι εδώ και πιστεύω ότι θα παίξω στο κατάλληλο μέρος, εφόσον το μαγαζί έχει κάποια φήμη. Αισθάνομαι επίσης ότι θα έρθουν τα κατάλληλα άτομα. Προτιμώ να παίζω σε μικρότερο χώρο με τα σωστά άτομα, παρά σε μια μεγάλη συναυλία για όσους θέλουν να έρθουν ν’ ακούσουν επειδή είναι “cool” - επειδή διάβασαν σ’ ένα περιοδικό ότι π.χ. αυτός είναι στη μόδα αυτή τη βδομάδα, και να φύγουν χωρίς να το ξανασκεφτούν ποτέ. Θέλω να γνωρίζω ανθρώπους και να παίζω σε ανθρώπους που τους δίνω κάτι, που είναι πιστοί με τον τρόπο τους, που ακούν τη μουσική μου και ονειρεύονται ή κάτι τέτοιο, που έκαναν τον κόπο να έρθουν από την πόλη τους για να με δουν. Είναι ωραία αίσθηση».

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured