Υπήρχε μια Αθήνα που έβγαινε τη νύχτα χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει σε κανέναν. Που τα clubs είχαν τη δική τους ταυτότητα, τα δισκάδικα λειτουργούσαν σαν μικροί ναοί, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, τα καφέ και τα ρουχάδικα αποτελούσαν κομμάτια της ίδιας κοινότητας και η μουσική δεν ήταν απλώς το soundtrack μιας βραδινής εξόδου. Ήταν ο λόγος που βρισκόσουν εκεί.
Για όσους έζησαν εκείνη την εποχή, κάποια ονόματα είναι δεμένα με αυτή τη νύχτα: Η Fo είναι ένα από αυτά. Ή κατά κόσμον Φώφη Τσεσμελή.
Μόνο που η ιστορία της δεν ξεκινάει σε κάποιο club. Ξεκινάει από ένα 16χρονο κορίτσι που ήθελε να γίνει δικηγόρος και να ασχοληθεί με τα ανθρώπινα δικαιώματα και κατέληξε να περνάει αμέτρητες ώρες σε δισκάδικα, ραδιοφωνικούς σταθμούς και δίπλα σε booths, προσπαθώντας να καταλάβει τα «μυστικά» μιας δουλειάς που τότε έμοιαζε για πολλούς σχεδόν απαγορευμένη για ένα κορίτσι της ηλικίας της. Και κάπως έτσι, αυτό που ξεκίνησε σαν επιλογή έγινε τελικά μια ολόκληρη ζωή.
Η νύχτα άλλαξε. Τα clubs άλλαξαν. Η μουσική άλλαξε. Άλλαξαν και οι τρόποι με τους οποίους τη βρίσκουμε, τη μοιραζόμαστε και τη ζούμε. Κάποια πράγματα, όμως, δύσκολα αλλάζουν: η ανάγκη να ανήκεις κάπου, να βρεις τους ανθρώπους σου, να ακούσεις ένα τραγούδι τη σωστή στιγμή και να νιώσεις, έστω για λίγες ώρες, ότι βρίσκεσαι ακριβώς εκεί που πρέπει.
Η Fo έχει πλέον 27 χρόνια στο ίδιο booth. Είκοσι επτά χρόνια στα οποία πέρασαν από μπροστά της άνθρωποι, μουσικές, φιλίες, έρωτες, καλλιτέχνες που κάποτε υπήρχαν μόνο στα εξώφυλλα των δίσκων της και ολόκληρες γενιές που έμαθαν να χορεύουν με διαφορετικούς τρόπους.
Και η ιστορία συνεχίζεται. Στο μεγάλο πάρτι για τα 30 χρόνια του Avopolis, στο PLEX, η Fo θα βρίσκεται ανάμεσα στους αγαπημένους μας DJs που θα αναλάβουν τα decks. Όχι για να αναπαραστήσουμε μια νύχτα από τα παλιά, αλλά για να θυμηθούμε ότι η μουσική δεν ανήκει ποτέ αποκλειστικά στο παρελθόν. Συνεχίζει να ενώνει ανθρώπους, να αλλάζει πρόσωπα και να βρίσκει καινούργιους τρόπους να μας κρατάει εκεί, μέσα στη νύχτα.
Κι αν υπάρχει κάτι που μοιάζει να μην άλλαξε ποτέ, είναι η σχέση της με τη μουσική. Ίσως γιατί, τελικά, δεν έμεινε στη νύχτα για τη νύχτα. Έμεινε για όλα όσα μπορεί να συμβούν μέσα της...
- Όταν ήσουν 16 και ξεκινούσες να ασχολείσαι επαγγελματικά με το DJing, μπορούσες να φανταστείς ότι αυτή η επιλογή θα γινόταν τελικά ολόκληρη η ζωή σου;
Σε καμία περίπτωση. Υπήρχε η φόρα και η αίσθηση ότι θα είχε μία σημαντική θέση στη ζωή μου, αλλά στα 16 μου ήθελα να γίνω δικηγόρος και να ασχοληθώ με τα ανθρώπινα δικαιώματα.
- Τι θυμάσαι από εκείνο το κορίτσι που ανέβαινε τότε στα decks; Τι θα ήθελες σήμερα να της πεις;
Θυμάμαι το πείσμα, το νεανικό θράσος και την τόλμη, την αδιανόητη χαρά, την ακόρεστη δίψα για μάθηση, την εμπιστοσύνη στον εαυτό της και στο γούστο της, τον τρόπο που ανακάλυπτε τα “μυστικά” παίζοντας, στην πράξη. Τις ώρες που κατανάλωνε στα δισκάδικα και τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, δίπλα στα booths όταν έπαιζαν οι επαγγελματίες, παρατηρώντας την κάθε κίνηση. Θα ήθελα να της πω πως αυτό που κάνει με τόσο κόπο και επιμονή θα αποδώσει κι ότι πολύ σωστά δεν πτοήθηκε ούτε στο ελάχιστο από το μπούλινγκ των ανθρώπων, ακόμα και των καθηγητών της, που τη θεωρούσαν περίεργη, παράδειγμα προς αποφυγή, και το “μαύρο πρόβατο”, επειδή έπαιζε μουσική σε μπαρ και κλαμπ.
- Έζησες μια Αθήνα που διασκέδαζε με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο. Τι είχε η νύχτα τότε που φοβάσαι ότι χάθηκε για πάντα;
Είχε ανατρεπτικότητα, ανεπανάληπτες στιγμές, πρωτιές, ενθουσιασμό, ανεμελιά, αισιοδοξία, εικαστική διάθεση και κουλτούρα, την αίσθηση της κοινότητας, ενός ιδιότυπου σεβασμού και αλληλεγγύης, μία ασυγκράτητη φόρα. Μία υγιή προσκόλληση στη λόκαλ σκηνή. Υπήρχαν μαγαζιά και επιχειρηματίες με όραμα και κουλτούρα, αλλά κι ένας δυναμικός, υποβόσκων μηχανισμός από ραδιοφωνικούς σταθμούς, δισκάδικα, ρουχάδικα, καφέ, που (υπο)στήριζαν περιφερειακά. Μέσες-άκρες, τα ίδια υπάρχουν και σήμερα, απλά έχει μπει στην εξίσωση το κέρδος ως προτεραιότητα και κάπου εκεί χάνονται πολλές φορές το όραμα και η ουσία. Αυτό που σίγουρα έχει χαθεί είναι η ανεμελιά, η αίσθηση αλληλεγγύης, η πραγματική υποστήριξη στη λόκαλ σκηνή, και οι ανεπανάπληπτες στιγμές, που δεν είναι ανεπανάληπτες, αφού πλέον καταγράφονται και φιλτράρονται μέσα από τα κινητά τηλέφωνα.
- Αν μπορούσες να ξαναμπείς για ένα βράδυ σε ένα club της Αθήνας των ’90s, χωρίς να αλλάξεις τίποτα, πού θα ήθελες να βρεθείς; Ναι, σίγουρα δεν μπορείς να πει μονάχα ένα…
Θα ήθελα να ξαναζήσω ένα βράδυ στο Graffitti, στο Faz, στο +Soda, στο Factory, στο Babes In Toyland, στο Mad, στο Avant Garde/Plan B, κι ένα 25th Hour ή ένα qbase για το κλείσιμο. Πολύ μεγάλο προβλέπεται αυτό το βράδυ…
- Υπάρχει ένα βράδυ από εκείνη την εποχή που, αν έκλεινες τώρα τα μάτια σου, θα μπορούσες να θυμηθείς σχεδόν τα πάντα; Τη μουσική, τους ανθρώπους, τον χώρο, ακόμη και τη μυρωδιά;
Ένα βράδυ που έπαιξε ο Terry Francis στο Dom, σε ένα 25th Hour πάρτι του Mikee και του Lorenzo. Θυμάμαι ακόμα μέχρι και τη σειρά με την οποία μπήκαν οι φίλες και οι φίλοι μου στο κλαμπ, τι φορούσαν, πού κάτσαμε και πόσα σφηνάκια ήπιαμε στο μπαρ της Νικόλ, που δούλευε στον πάνω όροφο.
- Όταν ξεκινούσες, δεν είχες σχεδόν κανένα γυναικείο πρότυπο στον χώρο. Σήμερα, αν ένα κορίτσι 16 ετών σε κοιτάξει όπως κοιτούσες εσύ τότε τις γυναίκες που ήθελες να υπάρχουν, τι θα ήθελες να δει σε σένα;
Το ότι είναι εφικτό και ότι μπορεί να το κάνει χωρίς εκπτώσεις, άκρες, κονέ, αναγνωρίσιμο επώνυμο, πελατειακές σχέσεις και οικονομική άνεση.
- Υπήρξε στιγμή που σκέφτηκες «μήπως τελικά δεν είμαι φτιαγμένη γι’ αυτόν τον χώρο»; Και τι ήταν αυτό που σε έκανε να μείνεις;
Σχεδόν κάθε μέρα το σκέφτομαι. Ο χώρος έχει, δυστυχώς, πολλές παθογένειες ακόμη και σήμερα, που σε δυσκολεύουν αν η ηθική σου κλίνει προς το άσπρο-μαύρο. Με ωθεί να μένω η τεράστια αγάπη μου και ο σεβασμός μου στην μουσική.
- Τι χρειάστηκε να αποδείξεις ως γυναίκα που ένας άντρας DJ πιθανότατα δεν χρειάστηκε ποτέ να αποδείξει;
Αρχικά, ας χρησιμοποιούμε ενεστώτα… Ως γυναίκα DJ χρειάζεται να αποδεικνύω συνεχώς ότι αξίζω να υπάρχω στον χώρο, τις τεχνικές και μουσικές μου γνώσεις, τις επιλογές μου. Οι άνδρες DJs έχουν πιο πολλά passes σε οτιδήποτε έχει να κάνει με την κριτική και όχι μόνο. Απλά ρίξτε μια ματιά στα σχόλια σε οποιοδήποτε ποστ, βίντεο ή άρθρο παγκοσμίως που παρουσιάζει μία γυναίκα DJ και θα πειστείτε αμέσως.
- Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από τη ζωή σου και υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους μεγαλώνεις. Τι είναι τελικά το Sodade για σένα;
Το Sodade είναι ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου και ο χώρος στον οποίο είχα την ευκαιρία να δημιουργήσω ένα safe space μέσω της μουσικής μου.
- Έχεις παίξει μουσική εκεί για περισσότερα από 20 χρόνια. Πόσες εκδοχές του εαυτού σου έχουν ανέβει σε εκείνο το booth;
Βρίσκομαι στα decks του BackStage ανελλειπώς εδώ και 27 χρόνια. Σε αυτό το booth έχουν ανέβει όλες οι εκδοχές του εαυτού μου, μουσικά, συναισθηματικά, ψυχολογικά, προσωπικά και πολιτικά. Το ευτυχές είναι ότι όλες έγιναν απολύτως αποδεκτές και σεβαστές από το κοινό.
- Αν το Sodade μπορούσε να σου μιλήσει μετά από τόσα χρόνια, τι πιστεύεις ότι θα σου έλεγε;
“Πώς αντέχεις, μαρή;”
- Υπάρχει κάποιος άνθρωπος που γνώρισες μέσα από το Sodade και τελικά έμεινε στη ζωή σου πολύ περισσότερο απ’ όσο περίμενες;
Το Sodade μου χάρισε σχέσεις και φιλιές ζωής. Εκεί γνώρισα τον άνθρωπο της ζωής μου.
- Υπάρχει ένα τραγούδι που έχεις παίξει εκατοντάδες φορές αλλά κάθε φορά που μπαίνει, κάτι μέσα σου αλλάζει;
Το πρώτο τραγούδι που έπαιξα εκείνη τη βραδιά που με έκλεισαν να παίξω με αμοιβή, που θεωρώ ως την αρχή της επαγγελματικής μου διαδρομής σε αυτόν τον χώρο: το "Promised Land" του Joe Smooth.
- Πώς είναι να συναντάς από κοντά ανθρώπους που κάποτε ήταν απλώς ονόματα πάνω στα εξώφυλλα των δίσκων σου;
Είναι αδιανόητα συγκινητικό με μία γερή δόση άγχους, που συνήθως εξαφανίζεται μετά από λίγα λεπτά. Είχα και έχω την τύχη να συνυπάρξω με καλλιτέχνιδες και καλλιτέχνες που με διαμόρφωσαν - για κάποιες-ους από αυτούς δυσκολεύομαι ακόμα και σήμερα να πιστέψω ότι μου δόθηκε η ευκαιρία να τους ζήσω από κοντά.
- Υπήρξε κάποιος καλλιτέχνης που γνώρισες και κατάφερε να σου αλλάξει τον τρόπο που ακούς μουσική;
Δεν ήταν καλλιτέχνης ο άνθρωπος που άλλαξε τον τρόπο που ακούω μουσική, αλλά ένας πολύ καλός φίλος, όταν έμενα στην Ελευσίνα. Δούλευε σε γνωστό δισκοπωλείο και αργότερα στη δισκογραφία κι έτσι μας μάζευε σπίτι του και ακούγαμε εξαιρετικά (δυσεύρετα) δισκάκια με τις ώρες. Μου εξηγούσε τους ήχους, τα είδη, τα labels, την ιστορία, μέχρι το artwork και τον άκουγα με θρησκευτική προσήλωση.
- Υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης που έχεις συναντήσει και ακόμη δυσκολεύεσαι λίγο να πιστέψεις ότι κάποτε καθίσατε και μιλήσατε;
Αισθάνομαι άβολα με το name-dropping, αλλά πάμε: Πέρασα ένα ολόκληρο απόγευμα με τους Orbital πριν τη συναυλία τους στον Λυκαβηττό. Ήταν λίγο μετά το 9/11 κι έτσι πιάσαμε μια αδιανόητα βαθιά πολιτική κουβέντα. Καταλήξαμε να τρώμε μαζί και μετά με ανέβασαν στη σκηνή για το sound check, όπου νόμιζα ότι θα πάθω ανακοπή από το δέος. Στον ίδιο χώρο γνώρισα την Bjork, backstage μετά τη συναυλία της. Μιλήσαμε για ώρες με τον Frankie Knuckles πριν το gig του στο +Soda. Μου διηγήθηκε όλη την ιστορία της house, και ιδιαίτερα τον ρόλο των μαύρων, των λατίνων και της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας σε αυτή τη διαδρομή - πολλά από αυτά που μου είπε δεν υπάρχουν στην καταγεγραμμένη ιστορία. Έφαγα ψάρι με τους Deep Dish στο Χίλτον, όπου τους πήρα και συνέντευξη, όσο ο Dubfire καθάριζε εκνευρισμένος τα κόκκαλα. Τα είπαμε για ώρες με τη Smokin’ Jo για τη θέση των γυναικών στη μουσική, όταν την άνοιξα στην Αθήνα, σε ένα Jungle πάρτι του Καλοπίτα. Στο τέλος, μου χάρισε τα μισά δισκάκια που είχε μαζί της. Πέρασα πολύ χρόνο με την Skin των Skunk Anansie, όταν έπαιξε για πρώτη φορά στην Αθήνα σε ένα HER πάρτι - γίναμε φίλες και μιλάμε ακόμα. Γνώρισα από κοντά τη Laurie Anderson, και κόντεψα να λιποθυμήσω. Στη λίστα συμπεριλαμβάνονται οι Jeff Mills, Richie Hawtin, James Lavelle, Garry Cobain (FSOL), Carl Cox, Underworld, Thomas Bangalter (Daft Punk), Laurent Garnier, Miss Kittin, Sven Väth, Dead Can Dance, Ellen Allien, Portishead, Leftfield, Autechre, Chemical Brothers, Air, William Orbit, Fatboy Slim, LTJ Bukem - σίγουρα ξεχνάω πολλούς - επίσης έχω μιλήσει σχεδόν με όλα τα γνωστά ονόματα από τον σύγχρονο χώρο του DJing.
- Αν μπορούσες να γυρίσεις πίσω και να συναντήσεις εκείνο το 16χρονο κορίτσι που έψαχνε απεγνωσμένα μια γυναίκα DJ για να κοιτάξει και να πει «ναι, μπορώ κι εγώ», τι θα ήθελες να της πεις;
Μπορείς, και θα το κάνεις. Επίσης να ξέρεις πως τα "όχι" σου θα είναι αυτά που θα σε διαμορφώσουν και κάποια "ναι" θα τα πληρώσεις ακριβά.
- Τελικά, όταν βοηθάς μια άλλη γυναίκα να βρει τον δρόμο της, αισθάνεσαι ότι βοηθάς εκείνη ή θεραπεύεις λίγο και κάτι από τη δική σου παλιά μοναξιά;
Με ξενίζει η λέξη "βοηθάω" γιατί μου δίνει μία αίσθηση ανημποριάς. Δεν είναι ανήμπορες οι γυναίκες, το αντίθετο - υπάρχουν εξαιρετικά ικανά, δυναμικά και ταλαντούχα πλάσματα εκεί έξω που έχουν να παλέψουν με μία καλοστημένη μηχανή που τα θεωρεί ευτυχείς υποσημειώσεις, όταν τα καταφέρνουν. Προτιμώ να λέω “μοιράζομαι” το προνόμιο που έχω μετά από τόσα χρόνια δουλειάς στον χώρο και το θεωρώ, το λιγότερο, υποχρέωσή μου. Δεν ένιωσα ποτέ μοναξιά, μάλλον οργισμένη ήμουν με την ανισότητα και το gatekeeping που βίωνα και ορίστε τα αποτελέσματα.
- Τι φοβάσαι περισσότερο ότι θα ξεχάσει η νέα γενιά από τη νυχτερινή ζωή που έζησες εσύ;
Την αίσθηση του ανήκειν, το ότι η μουσική έχει ποιότητα, ότι το κίνητρο είναι η συνύπαρξη, ο αμοιβαίος σεβασμός, το μοίρασμα κι ο χορός. Το ότι η νυχτερινή ζωή είναι διέξοδος, ειδικά για τα πλάσματα που δεν χωρούν στις κοινωνικές συμβάσεις της ημέρας.
- Από όλα όσα έχεις κάνει — DJ, δημοσιογραφία, ραδιόφωνο, HER, όλα αυτά τα χρόνια μέσα στη μουσική — ποια εκδοχή της Φώφης αισθάνεσαι ότι είναι πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά είσαι;
Είναι σαν να μου ζητάς να διαλέξω το πιο αγαπημένο από τα “παιδιά” μου. Σίγουρα το DJing ήταν το αρχικό σημείο αναφοράς και εκεί όπου όλα αλληλοσυνδέονται.
- Αν μια μέρα σταματήσεις να παίζεις μουσική, ποιο είναι το τελευταίο τραγούδι που θα ήθελες να ακούσεις μέσα από τα ηχεία ενός club;
To "Papua New Guinea" των The Future Sound of London.










