View More

Sundayman: Έχω επιλέξει έναν κάπως μοναχικό τρόπο ζωής τα τελευταία χρόνια, δεν κυκλοφορώ πολύ στην πόλη...

Όντας ένα από τα δημιουργικότερα κεφάλια της μουσικής στη διαφήμιση, αλλά και ο ηθικός αυτουργός πίσω από 3 εξαιρετικούς δίσκους, ο «Κυριακάνθρωπος» Κυριάκος Μουστάκας αποτελεί έναν master και commander των μελωδικών γραμμών, με τις δημιουργίες του να τρυπώνουν σε αυτιά και κεφάλια σε όλον τον κόσμο. Με αφορμή την κυκλοφορία του καινούριου του δίσκου μας μίλησε για τη δημιουργία jingles, τη ζωή του στην Αθήνα και τις αναφορές του ολόφρεσκου Scene Missing

Κείμενο: Δημήτρης Μεντές

Πώς έχουν ενημερώσει οι σπουδές σας τον τρόπο που φτιάχνετε μουσική;

Οι μουσικές μου σπουδές, δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Αγαπούσα και αγαπώ το πιάνο –παίζω ελάχιστα πια– αλλά το ωδείο το εγκατέλειψα σχετικά γρήγορα, γιατί το ένιωθα πολύ αποστειρωμένο. Δεν μπορώ πάντως να πω ότι δεν με ωφέλησε στη μουσική μου παιδεία. Η επαφή μου με τους κλασικούς συνθέτες μου δίδαξε την αρμονία και με ώθησε στις πρώτες συνθετικές μου απόπειρες. Στη συνέχεια όμως ήρθα σε επαφή με την τεχνολογία και απὀ πολύ μικρός κατάλαβα πως εδώ είναι το μέλλον. Άρχισα να ψάχνομαι μόνος μου και ευτυχώς είχα την απαρραίτητη υποστήριξη από την οικογένειά μου, ώστε να κερδίσω χρόνο, μέχρι να καταλήξω πως τελικά αυτό που μου αρέσει να κάνω στη ζωή μου είναι να γράφω μουσική. Επομένως δεν λέω όχι στις σπουδές και στη γνώση, μα πιστεύω πιο πολύ στο προσωπικό ψάξιμο, στην υπομονή και στον συνεχή πειραματισμό.

Τι ομοιότητες έχει η δημιουργία ενός jingle για διαφήμιση με τη δημιουργική σας διαδικασία για ένα άλμπουμ;

Όταν το brief για τη δημιουργία μουσικής για ένα τηλεοπτικό διαφημιστικό είναι πολύ απαιτητικό ή αποτελεί ζητούμενό του να φτιάξεις ένα κομμάτι που να θυμίζει δισκογραφία, τότε η διαδικασία παραγωγής είναι σχεδόν εφάμιλλη με την αντίστοιχη ενός άλμπουμ. Απλά οι χρόνοι που δίνονται από τις διαφημιστικές εταιρείες είναι απίστευτα περιορισμένοι κι έτσι δεν έχεις την πολυτέλεια να το ψάξεις πολύ σε βάθος ως προς τη σύνθεση και κυρίως ως προς τον ήχο.

048s_2.jpg

Τι παράγοντες συντελούν στην επιλογή τραγουδιστών για τη μουσική σας;

Ο βασικός παράγοντας, είναι η χροιά της φωνής. Αν δηλαδή ταιριάζει στο κλίμα της μουσικής, αν δένει μαζί της. Για παράδειγμα, νομίζω πως η φωνή του Γιώργου Μανωλούδη κλειδώνει σχεδόν απόλυτα στα tracks του Scene Missing, γιατί τους προσδίδει το απαραίτητο βάθος στο συναίσθημα –και ας είναι ακατέργαστη. Για να είμαι όμως ειλικρινής, τη φωνή του Γιώργου, μετά από τόσα χρόνια φιλίας και συνεργασίας, την έχω μάθει. Ξέρω έτσι πότε ένα κομμάτι του ταιριάζει και πότε όχι.

Τι βοηθά στη μακροβιότητα της καλλιτεχνικής σας συνύπαρξης με τον Γιώργο Μανωλούδη;

Ο Γιώργος είναι ένα καθοριστικό κεφάλαιο στη ζωή μου. Επειδή είναι ένας ιδιαίτερα δημιουργικός άνθρωπος, με πολλά ενδιαφέροντα γύρω από τα εικαστικά δρώμενα και τις τέχνες –αλλά και με μία έντονη αγάπη για την μουσική, στο σύνολό της– με έχει βοηθήσει να δω κάποια πράγματα στη δική μου τέχνη με έναν διαφορετικό τρόπο. Είναι στην ουσία ο άνθρωπος που με έπεισε να μη φοβάμαι να εκφράζομαι ελεύθερα και να επικοινωνώ τη μουσική μου στον κόσμο έτσι όπως τη γουστάρω εγώ, αυθεντικά.

Η φωνή του έχει δέσει με την μουσική μου, ενώ ο στίχος του, λειτουργώντας πολλές φορές με πολύ ποιητικό τρόπο, της προσδιδει ένα δεύτερο επίπεδο. Το οποίο την κάνει ίσως πιο συναισθηματική, αλλά ταυτόχρονα και ευγενικά απόκοσμη. Ακούγεται αντιφατικό, αλλά έτσι νιώθω όταν δουλεύω μαζί του. Στο Scene Missing λειτούργησε ενστικτωδώς και ως συνθέτης, αφού πολλές φορές έκανε ουσιώδεις παρεμβάσεις με ιδέες του και κυρίως με κάποιες μελωδίες του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το "Alive", που αρχικά το προόριζα ως instrumental track.

048s_3.jpg

Έχουν χρησιμοποιηθεί πολλά αναλογικά σύνθια στο Scene Missing. Ποιες είναι οι καλλιτεχνικές αναφορές του νέου σας δίσκου;

Πίστεψέ με, μου είναι πολύ δύσκολο να απαντήσω σε ένα τέτοιο ερώτημα για το Scene Misssing. Στο Retronome, για παράδειγμα, είχα πολλές αναφορές  στους ήχους της ηλεκτρονικής μουσικής των 1970s, γιατί αυτό λειτούργησε ως βασικό concept στο συγκεκριμένο άλμπουμ. Πιστεύω πως ο καθένας, κάνοντας μία προσεκτική ακρόαση στο Scene Missing –και ανάλογα με τα μουσικά του βιώματα– θα βρει τις δικές του αναφορές. Μαζί με τον Γιώργο πιο πολύ δώσαμε βάση στην κινηματογραφική ατμόσφαιρα του δίσκου, παρά στις προσωπικές μας μουσικές αναφορές. Η χρήση των vintage αναλογικών synthesizers πάντα θα σε παραπέμπει στα 1970s και στα 1980s, γιατί απλά αυτό είναι το χαρακτηριστικό τους στοιχείο. Αυτός είναι ο ήχος τους. Επειδή ακριβώς ενορχηστρώνω σχεδόν όλα μου τα tracks χρησιμοποιώντας μόνο synthesizers, είναι λογικό να πει κανείς πως το άλμπουμ είναι ένας synth pop δίσκος, με κάποια noir διάθεση.

Από το Outerland μέχρι το Retronome και τώρα στο Scene Missing, ποια είναι τα στοιχεία που αποτελούν σταθερές στη μουσική την οποία φτιάχνετε;

Το Outerland εκπροσωπεί τον Κυριάκο της δεκαετίας του 2000. Ουσιαστικά ήταν μία συλλογή από κομμάτια που είχα γράψει σκόρπια εκείνη τη χρονική περίοδο. Ήταν η πιο chill-out πλευρά μου, ακολουθώντας τη μόδα της εποχής. Ήμουν όμως κι εγώ πιο φωτεινός και πιο ανέμελος. Το Retronome ήταν πραγματικά το μουσικό μου απωθημένο: ένα άλμπουμ με ουσιαστικές αναφορές στις επιρροές μου. Πάλι όμως ήμουν αυθεντικός. Στην ουσία προσδιόριζα το συναίσθημά μου απέναντι στη μουσική που αγαπούσα από μικρό παιδί. Στο Scene Missing νιώθω πως είμαι λιγότερο εσωστρεφής ηχητικά σε σχέση με το Retronome. Εκφράζω πολλά περισσότερα συναισθήματα, όχι μόνο απέναντι στη μουσική την οποία αγαπώ, αλλά και στον τρόπο που βλέπω τη ζωή μου στο σήμερα. Και στα 3 όμως άλμπουμ είμαι μουσικά ειλικρινής!

048s_4.jpg

Πώς επηρεάζει το έργο σας η ζωή σας στην Αθήνα;

Έχω επιλέξει τα τελευταία χρόνια έναν κάπως μοναχικό τρόπο ζωής. Άρα δεν κυκλοφορώ πολύ στην πόλη. Πριν την οικονομική κρίση μου άρεσαν τα ταξίδια. Τώρα επιλέγω να μένω πιο πολύ στο σπίτι και φυσικά στο στούντιο. Η Αθήνα, επειδή δεν την έχω περπατήσει –άρα δεν την έχω ανακαλύψει– μάλλον δεν με επηρεάζει ούτε θετικά, ούτε αρνητικά. Πιο πολύ επηρεάζομαι από τις συμπεριφορές των ανθρώπων, παρά από τις πόλεις. Αυτό έχει φυσικά αντίκτυπο και στη μουσική μου. Σίγουρα το περιβάλλον παίζει κάποιον ουσιαστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίον γράφω, αλλά τα ερεθίσματα τα παίρνω από τους ανθρώπους, κυρίως από εκείνους που αγαπώ. Μπορεί να ακούγεται ρομαντικό, αλλά σε εμένα αυτό καλώς ή κακώς λειτουργεί.

Από το "Now That I Found You" μέχρι το "On The Run", χρησιμοποιείτε το video σαν ιδιαίτερο μέσο συνοδείας στα κομμάτια σας. Πώς οδηγείστε στην αισθητική γλώσσα των clips;

Το video είναι πράγματι ένα συνοδευτικό μέσο εικαστικοποίησης της μουσικής. Είναι όμως κι ένας τρόπος να φωτίσεις μια πλευρά της ή ένα συναίσθημα  που βγαίνει από το τραγούδι. Συνήθως δεν ξεκινάς δηλαδή από την αισθητική γλώσσα ως βασικό κριτήριο, αλλά από μία ιδέα: η ιδέα είναι εκείνη που θα καθορίσει το αισθητικό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, στο “On The Run” η ιδέα ήταν να πάμε κόντρα στη μελωδικότητα με κάτι πιο ψυχρό και σχεδόν άψυχο, ώστε τελικά να βγει πιο μπροστά το συναίσθημα. Ένα παλιό αμερικάνικο εκπαιδευτικό footage ήταν ιδανικό κι ήταν αυτό που τελικά καθόρισε την αισθητική του video.

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ο Βρετανός dj και παραγωγός χορευτικής μουσικής μιλάει για την ηχητική του εξέλιξη λίγο πριν κοσμήσει τα Eden Sunday

Οι Least Concern που έσκασαν από το πουθενά με το “Syria”, την εξαιρετική διασκευή του “Sarajevo” των Magic De Spell,

Ο Αχιλλέας Δημητρακόπουλος, ο οποίος βρίσκεται πίσω από το ψευδώνυμο CheapEdits, κυκλοφόρησε το ντεμπούτο άλμπουμ του

FEATURED TODAY

Στο νέο του Diggin o Ζώης Χαλκιόπουλος αναπολεί τις αγαπημένες του διακοπές στη Δονούσα με τα synths του Jan Hammer.

25 χρόνια κλείνει φέτος το Avopolis και ο Μάκης Μήλατος, συνεργάτης του Avopolis και επί χρόνια σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού μας (Sonik), παρουσιάζει -σε δύο podcast επεισόδια- τις διεθνείς κυκλοφορίες που καθόρισαν την ταυτότητά μας.

Το πολυσυζητημένο Utopia Avenue  του David Mitchell κυκλοφόρησε επιτέλους και σε ελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και ο Θανάσης Μήνας έχει το ρεπορτάζ ενός σαγηνευτικού, μουσικού ταξιδιού στην εποχή του Swinging London. 

Top
0
Shares