5 άλμπουμ για τον Ιούλιο

Ιούλιος: Μήνας που φέρνει τους Cure σε μία από τις μεγαλύτερες συναυλίες της σεζόν και το κλείσιμο της χρονιάς σαν καλοκαιρινός Δεκέμβρης που μας γυρνά στην εφηβεία μας με τους Offspring και τους Garbage και απλώνεται στην άμμο με την υπόκρουση μαλινέζων μουσικών που σου χαϊδεύουν τα αυτιά παράλληλα με μια αλλιώτικη dub που σε ταξιδεύει. Μήνας Ιούλιος δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετικό soundtrack από αυτό.

The Cure – Boys Don’t Cry

Να πας πίσω στο 1980 αυτό τον μήνα και να ακούσεις πάλι το Boys Don’t Cry που ολοκαίνουριο άλμπουμ δεν το έλεγες τότε που κυκλοφόρησε, ήταν ο τρόπος, όμως, με την επανάληψη μέρους του Three Imaginary Boys και τις νέες προσθήκες για να γνωρίσει τους Cure και ο υπόλοιπος κόσμος και σήμερα ακούγοντάς το πάλι να θυμηθείς πόσο πιο ωμός και πανκ ήταν ο ήχος τους αρχικά πριν γίνει γοτθικός και σκοτεινός. 12 κομμάτια που ποτέ κανείς που άκουσε στην έφηβη ζωή του δεν θα ξεπεράσει, μια συλλογή που δημιουργήθηκε ειδικά για την αμερικανική αγορά, επειδή το Three Imaginary Boys δεν είχε κυκλοφορήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο παραγωγός Chris Parry επέλεξε τα πιο δυνατά τραγούδια της πρώτης περιόδου του συγκροτήματος και πρόσθεσε τα επιτυχημένα singles, ώστε να συστήσει τους Cure σε νέο κοινό. Η σειρά των τραγουδιών διαφέρει σημαντικά από εκείνη του Three Imaginary Boys με αποτέλεσμα το άλμπουμ να αποκτά διαφορετική αφηγηματική ροή και να ακούγεται περισσότερο ως μια ολοκληρωμένη δήλωση ταυτότητας παρά ως απλή συλλογή. Το εξώφυλλο του άλμπουμ σκόπιμα μινιμαλιστικό αντανακλά την αισθητική του βρετανικού post-punk, ενώ το "Killing an Arab" που στην πραγματικότητα βασίζεται στον Ξένο του Καμύ και δεν εκφράζει ρατσιστικές ή πολιτικές θέσεις, προκάλεσε κατά καιρούς παρερμηνείες λόγω του τίτλου του. Το "Boys Don’t Cry" από την άλλη με το νεύρο, την ενέργεια, τη ν αμεσότητα και τον ρυθμό του πρώιμου post-punk αποτυπώνει τους Cure πριν ακόμη στραφούν στον σκοτεινό, ατμοσφαιρικό ήχο που θα χαρακτήριζε άλμπουμ όπως το Seventeen Seconds, το Faith και το Pornography. Ίσως τελικά η πιο ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι, παρότι δημιουργήθηκε ως εισαγωγή των Cure στην αμερικανική αγορά, το Boys Don’t Cry αποτελεί αναμφισβήτητα το ιδανικό πορτρέτο της πρώτης, πιο αυθόρμητης και νεανικής εκδοχής του συγκροτήματος.

The Offspring – Smash

Δεν γνωρίζω έναν άνθρωπο που στην εισαγωγή «La, la, la-la-la La, la, la-la-la» του "Self Esteem" δεν έχει ξεκολλήσει ανά καιρούς τα πόδια του από το πάτωμα και τη γη ή δεν αναγνωρίζει το εξώφυλλο με τον παραμορφωμένο σκελετό που θυμίζει ακτινογραφία και δεν αποτελεί απλώς ένα εντυπωσιακό εικαστικό στοιχείο, αλλά σύμβολο της σκοτεινής πλευράς του ανθρώπου, της βίας που παράγει, της απληστίας, της αυτοκαταστροφής.  Το Smash αποτελεί το άλμπουμ που άλλαξε οριστικά την πορεία των The Offspring και ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα έργα της αμερικανικής punk rock σκηνής της δεκαετίας του 1990. Κυκλοφόρησε στις 8 Απριλίου 1994 από την ανεξάρτητη δισκογραφική Epitaph Records, σε μια περίοδο στην οποία η punk άρχιζε να επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο και αν και ηχογραφήθηκε με περιορισμένο προϋπολογισμό, η δύναμη των συνθέσεων και η αμεσότητα της παραγωγής το μετέτρεψαν σε ένα από τα πιο επιτυχημένα ανεξάρτητα άλμπουμ όλων των εποχών, με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 11 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Εκρηκτικό skate punk με μελωδίες που παραμένουν άμεσα αναγνωρίσιμες, ήχος ωμός αλλά ταυτόχρονα προσιτός. Οι γρήγορες κιθάρες, τα δυναμικά τύμπανα και η χαρακτηριστική φωνή του Dexter Holland συνθέτουν έναν δίσκο γεμάτο ένταση, σαρκασμό και κοινωνικό σχολιασμό. Η αποξένωση, η βία, η έλλειψη αυτοεκτίμησης, οι εξαρτήσεις και οι ανθρώπινες συγκρούσεις είναι τα θέματα που αναμειγνύονται στο Smash με την ειρωνική διάθεση που χαρακτηρίζει τους The Offspring. Τα “Come Out and Play”, “Self Esteem” και “Gotta Get Away” έγιναν τεράστιες επιτυχίες και συνέβαλαν καθοριστικά στην αναβίωση του ενδιαφέροντος για το punk rock στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και τριάντα και πλέον χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το Smash εξακολουθεί να θεωρείται σημείο αναφοράς για το είδος. 

Malian Musicians & Damon Albarn – Mali Music

O Damon Albarn έσκασε μέσα στον Ιούνιο στην Πλατεία Νερού και μας θύμισε πόσο αγαπά τις ανθρώπινες φυλές και τους πολιτισμούς. Εύλογος συνειρμός οι εποχές που γυρνοβολούσε στο Μάλι και έγραφε το Mali Music με μουσικούς από εκεί. Άλμπουμ ό,τι πρέπει για το καλοκαίρι και την καλοκαιρία της ψυχής, εκεί που αυτή ξαπλώνει σε αμμουδιές και πετάει από πάνω της την πόλη. Κυκλοφόρησε το 2002 και αποτελεί μια συνεργασία του Damon Albarn με Μαλινέζους μουσικούς, όπως ο Afel Bocoum και ο Toumani Diabaté. Ηχογραφήθηκε στο Bamako κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του Albarn για ένα φιλανθρωπικό πρόγραμμα της Oxfam. Πρόκειται για ένα μείγμα από παραδοσιακή μουσική της Δυτικής Αφρικής (kora, djembe, τραγούδι griot), field recordings (ηχογραφήσεις από το περιβάλλον) και πειραματικές ambient και worldbeat επιρροές που δίνει μεγάλο χώρο στους τοπικούς μουσικούς, με τον Albarn να λειτουργεί περισσότερο ως συνεργάτης/συμμετέχων παρά ως κεντρικός frontman. Είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα μιας “κυκλικής” πορείας, αφού το υλικό δεν ηχογραφήθηκε μια συγκεκριμένη στιγμή στο Μάλι. Μέρος του γράφτηκε στο Bamako, άλλο στο Λονδίνο και στη συνέχεια τα ηχογραφημένα κομμάτια επέστρεψαν στο Μάλι για νέες προσθήκες. Θεωρείται ένα πολύ σημαντικό project, γιατί βοήθησε να ακουστεί η σύγχρονη μουσική του Μάλι στον κόσμο, ενώ για τον frontman των Blur, των Gorillaz και των The Good, The Bad &The Queen το Mali Music άνοιξε τον δρόμο για τη μετέπειτα πορεία του σε διεθνείς συνεργασίες (όπως το Africa Express), όπου αναμειγνύει δυτικές και αφρικανικές μουσικές παραδόσεις. Συνολικά, το Mali Music δεν είναι απλά ένας δίσκος, αλλά μια συλλογική δημιουργία, ένα μουσικό αρχείο συναντήσεων, ένα ηχητικό ντοκουμέντο, μια μείξη από field recordings και jam sessions που δημιουργούν ένα ηχητικό ημερολόγιο συνεργασίας ανάμεσα σε δυτική και μαλινέζικη μουσική παράδοση.

Jay Glass Dubs – Epitaph

Τελευταίες μέρες του Ιουνίου η Scenius στο PLYFA μας έφερε τον Jay Glass Dubs και μας θύμισε αυτό το ξεχωριστό project του Δημήτρη Παπαδάτου, μιας ιδιαίτερης μορφής της σύγχρονης πειραματικής ηλεκτρονικής σκηνής που έχει καταφέρει να αποκτήσει διεθνή αναγνώριση μέσα από την προσωπική του προσέγγιση στη dub μουσική. Γεννημένος το 1981, ο Παπαδάτος δραστηριοποιείται κυρίως στην Αθήνα και έχει περάσει από διάφορα μουσικά σχήματα και DIY projects πριν καταλήξει στο ύφος που χαρακτηρίζει το Jay Glass Dubs. Το project Jay Glass Dubs αποτελεί μια ολοκληρωμένη αισθητική πρόταση που επαναπροσδιορίζει τη dub μέσα από πειραματικές και συχνά σκοτεινές κατευθύνσεις, μινιμαλιστικές δομές, με έντονη έμφαση στο μπάσο και στα τύμπανα, χρήση reverb, echo και lo-fi τεχνικών ατμόσφαιρα αποδόμησης και αστάθειας. Δεν ακολουθεί την παραδοσιακή reggae-dub φόρμα, αλλά την μετασχηματίζει σε κάτι πιο αφηρημένο, επηρεασμένο από ambient, industrial και noise στοιχεία. Ο Jay Glass Dubs έχει κυκλοφορήσει έργα σε σημαντικά ανεξάρτητα labels της διεθνούς underground σκηνής, όπως τα Bokeh Versions, Seagrave και The Tapeworm, ενώ έχει συνεργαστεί και με δίκτυα όπως το NTS Radio. Το άλμπουμ Epitaph του 2019 παρουσιάζει βασικά στοιχεία της αισθητικής του, όπως αποσπασματικές φωνές, βαριά ηχητικά layers και μια αίσθηση διαρκούς αποδόμησης. Κυκλοφόρησε από την Bokeh Versions και θεωρήθηκε καθοριστικό έργο για τον ήχο του, καθώς επεκτείνει το dub πέρα από τις κλασικές του φόρμες, ενσωματώνοντας στοιχεία από ελληνική παραδοσιακή μουσική, punk, ambient και breakbeats. Το Epitaph έλαβε θετικές κριτικές από το Pitchfork και το The Wire, ενώ αναδείχθηκε σε λίστες με τις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς σε εξειδικευμένα μουσικά μέσα. Κομμάτια όπως τα “Animal Estate” και “Reckless” ανέδειξαν τον πιο “κινηματογραφικό” και σκοτεινό χαρακτήρα του, με έντονη ατμόσφαιρα και πειραματική χρήση φωνής και θορύβου. Παρότι ο ίδιος έχει κυκλοφορήσει αρκετά σημαντικά έργα και άλμπουμ όπως το Soma (2020), το Epitaph παραμένει το σημείο αναφοράς της καριέρας του. Θεωρείται η δουλειά που τον καθιέρωσε διεθνώς, τον τοποθέτησε στον χάρτη της σύγχρονης πειραματικής ηλεκτρονικής σκηνής και απέδειξε πώς το dub μπορεί να μετασχηματιστεί σε κάτι πολύ πιο αφηρημένο και πολυστρωματικό.

Garbage – Garbage 

Πρωτομηνιά που μας γύρισε πίσω στο ντεμπούτο άλμπουμ των Garbage, Garbage (1995), ένα από τα πιο επιδραστικά άλμπουμ της εναλλακτικής ροκ των 90s που κατάφερε να επαναπροσδιορίσει τον ήχο και την αισθητική του είδους. Δημιουργημένο από τους Butch Vig, Steve Marker και Duke Erikson, με τη Shirley Manson στο μικρόφωνο, το άλμπουμ συνδύασε alternative rock, grunge, electronica και pop με έναν τρόπο που τότε έμοιαζε τολμηρός και σχεδόν απρόβλεπτος. Η ιδιαιτερότητα του δίσκου βρίσκεται στη μίξη “καθαρής” παραγωγής και ηλεκτρονικών υφών, αποτέλεσμα της εμπειρίας του Butch Vig ως παραγωγού σε εμβληματικά άλμπουμ της grunge σκηνής, όπως στο  Nevermind των Nirvana. Στο άλμπουμ αυτό οι κιθάρες, τα samples και τα loops δεν λειτουργούν απλώς ως συνοδευτικά στοιχεία, αλλά ως βασικά δομικά υλικά των τραγουδιών, δημιουργώντας έναν υβριδικό ήχο που γεφυρώνει το underground με την pop αισθητική. Κομμάτια όπως τα “Only Happy When It Rains”, “Stupid Girl” και “Queer” έγιναν διεθνείς επιτυχίες, με έντονη ραδιοφωνική και τηλεοπτική παρουσία. Οι στίχοι τους κινούνται ανάμεσα στην ειρωνεία, την αποξένωση και την αυτοκριτική, ενώ η φωνή της Shirley Manson έφερε μια νέα, δυναμική γυναικεία παρουσία στο alt-rock, συμβάλλοντας στη διαφοροποίηση ενός κατά βάση ανδροκρατούμενου χώρου. Παράλληλα, η αισθητική του άλμπουμ ενισχύθηκε από ιδιαίτερα μουσικά βίντεο που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διάδοσή του μέσω MTV, καθιστώντας τους Garbage οπτικά και ηχητικά αναγνωρίσιμους. Η επιτυχία του δίσκου οδήγησε σε βραβεύσεις και υποψηφιότητες, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του συγκροτήματος. Το Garbage δεν ήταν απλώς ένα επιτυχημένο ντεμπούτο, αλλά ένα άλμπουμ-τομή που επηρέασε βαθιά την εξέλιξη της εναλλακτικής ροκ, ανοίγοντας τον δρόμο για πιο υβριδικές και πειραματικές προσεγγίσεις στη μουσική των επόμενων δεκαετιών και οι Garbage, σήμερα 1η Ιουλίου έρχονται στην Πλατεία Νερού για να μας δείξουν ότι είναι «ακόμα ζωντανοί στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημα».

 

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured