Η ανακοίνωση της επιστροφής των Helloween στην Αθήνα για την Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026, στο πλαίσιο της πανηγυρικής 10ης επετείου του Release Athens Festival, μαζί με τους αειθαλείς Saxon και τους καταιγιστικούς Ashes of Ares τους Matt Barlow συνθέτει ένα οπαδικό όνειρο και μία γιορτή του παγκόσμιου heavy/power metal.
Στις ζωντανές τους εμφανίσεις, κομμάτια όπως τα "I Want Out", "Future World", "Eagle Fly Free", "Dr. Stein" και "Power" είναι αδιαπραγμάτευτα και αποτελούν τη ραχοκοκαλιά κάθε setlist. Ωστόσο, η δισκογραφία των Helloween είναι ένας αχανής ωκεανός από αριστουργηματικά deep cuts, παρεξηγημένα έπη και κρυμμένους θησαυρούς που όπως είναι λογικό δυστυχώς θυσιάζονται στον βωμό των ραδιοφωνικών επιτυχιών.
Με αφορμή την επικείμενη κάθοδό τους στο Φάληρο, επιλέγουμε 10+1 underrated διαμαντάκια από όλες τις εποχές τους και θα σας εξηγήσουμε γιατί πρέπει να ακουστούν ζωντανά κάτω από τον αττικό ουρανό. Ας τα πάρουμε χρονολογικά.
Victim of Fate (Walls of Jericho, 1985)
Ενώ το "Ride the Sky" ή το "Heavy Metal (Is the Law)" παίρνουν παραδοσιακά τη μερίδα του λέοντος όταν η μπάντα αποφασίζει να επισκεφθεί την πρωτόλεια, speed metal περίοδο της, το "Victim of Fate" είναι που για μένα παραμένει η πιο ολοκληρωμένη και αδικημένη σύνθεση εκείνης της εποχής. Δια χειρός Kai Hansen, παραδίδουν μια βόμβα που γεφυρώνει το New Wave of British Heavy Metal με το αναδυόμενο τότε thrash metal. Η αποθέωση έρχεται όμως με στην απότομη αλλαγή της δυναμικής του στο μέσο της διαδρομής. Εκεί που ο ρυθμός καλπάζει, όλα σβήνουν σε ένα σκοτεινό, ατμοσφαιρικό, single-note πέρασμα στο μπάσο, με τον Hansen να ψιθυρίζει θεατρικά το εμβληματικό «The only shade that's beside you
Is the shade of Lucifer
Laughing with a satanic smile,
And his friend death sharpens his sickle»
πριν ξεσπάσει σε μια από τις πιο ανατριχιαστικές κραυγές της καριέρας του και στο μαγικό solo του Weikath. Μια πραγματική μουσική ιδιοφυία και ανατριχιάζω μόνο στη σκέψη πως ίσως παιχτεί ζωντανά.
A Little Time (Keeper of the Seven Keys Part I, 1987)
Τοποθετημένο ανάμεσα σε μνημεία του ευρωπαϊκού power metal όπως το "Twilight of the Gods" και το "I’m Alive", το συγκεκριμένο έπος με την υπογραφή του Michael Kiske συχνά προσπερνάται από τον πολύ κόσμο. Έχει μια πιο rock χροιά, όμως δίνει μια πολύ όμορφη αντίθεση μέσα στο πρώτο Keeper. Bασίζεται σε ένα εξαιρετικά απλό μα αποτελεσματικό κοφτό riff και έναν εθιστικό mid tempo ρυθμό που επιτρέπει στο μπάσο του Markus Grosskopf να αναπνεύσει. Το highlight του κομματιού για μένα βέβαια είναι το περίφημο break στη μέση με τους ήχους από ρολόγια και ξυπνητήρια και τις σαρκαστικές πινελιές πριν την αποθεωτική επιστροφή του ρεφρέν.
Save Us (Keeper of the Seven Keys Part II, 1988)
Το "Save Us" αντιμετωπίστηκε για χρόνια ως b-side ή bonus track, καθώς δεν βρισκόταν στην αρχική βινυλιακή έκδοση του Keeper Part II σε όλες τις χώρες. Αυτό του στέρησε μεγάλο ποσοστό από το status που κατ εμέ θα έπρεπε να έχει. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί την απόλυτη επιτομή του high-energy ευρωπαϊκού power metal. Άλλη μια σύνθεση του Kai Hansen, που ακόμα και αν δεν σας το έλεγα ξεχειλίζει από την χαρακτηριστική του ορμή. Καταιγιστικό double-bass, ένα riff ξυράφι όμως με μια μελωδία στο ρεφρέν τόσο φωτεινή που το χαμόγελο σχηματίζεται από μόνο του στα χείλη μου. Οι δίδυμες κιθαριστικές αρμονίες στο σόλο είναι σεμινάριο για το πώς πρέπει να γράφεται το μελωδικό speed metal. Πραγματικά είναι απορεί κανείς γιατί δεν βρίσκεται μόνιμα στο setlist των περιοδειών τους εδώ και δεκαετίες.
The Chance (Pink Bubbles Go Ape, 1991)
Ας πιάσουμε τα πέτρινα χρόνια. Η περίοδος του Pink Bubbles Go Ape σημαδεύτηκε από την αποχώρηση του Kai Hansen, τις δικαστικές διαμάχες με τη Noise Records και μια γενικότερη εσωτερική σύγχυση για την κατεύθυνση της μπάντας. Δεν θα εμβαθύνω πολύ, όλοι ξέρουμε πως πήγε αυτό. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο δίσκος θάφτηκε, παρασύροντας μαζί του μερικές συγκλονιστικές στιγμές. Η κορυφαία εξ αυτών είναι το "The Chance". Γραμμένο από τον Roland Grapow που αντικατέστησε τον Hansen το κομμάτι είναι ένας μελωδικός θρίαμβος που στέκεται περήφανα δίπλα στην κληρονομιά των Keepers. Δεν περιμένω από την τωρινή σύνθεση να το επαναφέρει, όμως θα είναι μια πραγματική δικαίωση για έναν από τους πιο υποτιμημένους ύμνους της ιστορίας τους.
Giants (Chameleon, 1993)
Αν το Pink Bubbles θεωρείται παρεξηγημένο, το Chameleon του 1993 είναι το απόλυτο μαύρο πρόβατο των Helloween. Ένας δίσκος γεμάτος pop στοιχεία, ακουστικές κιθάρες, παιδικές χορωδίες και πνευστά, που αποξένωσε πλήρως μεγάλη μερίδα του κοινού (και εμένα μαζί μην βγάζω την ουρά μου έξω) και οδήγησε στην φυγή του Kiske. Αν όμως απομονώσει κανείς το "Giants", θα βρει ένα συγκλονιστικό heavy metal κομμάτι. Ένα από τα πιο βαριά, σκοτεινά και επικά κομμάτια που τραγούδησε ποτέ ο Kiske με την μπάντα στα 90s. Παρά την αρκετά βατή δομή, οι βαριές κιθάρες και η οπερατική του ερμηνεία μόνο δέος μπορεί να προκαλέσει. Η ενορχήστρωσή του είναι μεγαλειώδης, και η τωρινή, διευρυμένη επταμελής σύνθεση των Helloween θα μπορούσε να του δώσει τον live όγκο που του έλειπε στο studio το 1993. Make it happen.
Sole Survivor (Master of the Rings, 1994)
Το 1994, οι Helloween βρέθηκαν στο χείλος του γκρεμού. Χωρίς Kiske και χωρίς τον εμβληματικό drummer Ingo Schwichtenberg λόγω των αυξανόμενων προβλημάτων υγείας του, οι Helloween οδηγούνταν πρόσω ολοταχώς προς ένα οριστικό τέλος. Enter Andi Deris. Ο άνθρωπος που λειτούργησε σαν απινιδωτής και τους έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία. Η έλευση του Deris και του Uli Kusch στα τύμπανα οδήγησε στο Master of the Rings, τον δίσκο που έσωσε την καριέρα τους. Μπορεί το "Perfect Gentleman" να έγινε το hit, για μένα είναι το "Sole Survivor" που στα μάτια μου ήταν η πραγματική επιστροφή.
Με ένα απίστευτα δυναμικό lead από τον Weikath και τα γεμάτα διπέταλα του Kusch έδωσαν μια νέα ζωντάνια και μοντέρνα επιθετικότητα. Φυσικά το εκπληκτικό ρεφρέν γεμάτο από το χαρακτηριστικό γρέζι και το πάθος του Deris ήρθε να καθορίσει τον ήχο των Helloween για την επόμενη εικοσαετία. Κρίμα ο θεμέλιος λίθος της αναγέννησης να λείπει από την τωρινή τους παλινόρθωση.
Midnight Sun (Better Than Raw, 1998)
Το Better Than Raw είναι για πολλούς ο κορυφαίος δίσκος της Deris εποχής, και ειλικρινά δεν έχω καταλήξει ακόμα αν το προτιμώ ή όχι από το The Dark Ride. Το "Midnight Sun", το οποίο κλείνει τον δίσκο, αποτελεί το κρυφό του highlight και μια από τις πιο περίπλοκες συνθέσεις του Michael Weikath. Είναι ένα uptempo κομμάτι που ακροβατεί ανάμεσα στο κλασικό power metal και στα πιο progressive στοιχεία τους. Οι αλλαγές των ρυθμών είναι συνεχείς, οι κιθαριστικές μονομαχίες ανάμεσα σε Weikath και Grapow είναι καταπληκτικές (και απόλυτα συναυλιακές).
The Dark Ride (The Dark Ride, 2000)
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, φυσικά υπό την καθοδήγηση του superstar παραγωγού Roy Z, οι Helloween πήραν την απόφαση να πειραματιστούν με έναν πολύ πιο σκοτεινό, βαρύ και χαμηλά κουρδισμένο ήχο. Το πείραμα αυτό γέννησε το The Dark Ride, έναν δίσκο-σταθμό και το ομώνυμο οκτάλεπτο έπος που κλείνει το άλμπουμ είναι ένα μνημείο του σύγχρονου metal. Με μια θεατρική, εφιαλτική ατμόσφαιρα ο Andi Deris παραδίδει μια από τις πιο συγκλονιστικές ερμηνείες της καριέρας του σε ένα μεγαλειώδες, μελαγχολικό ρεφρέν που κάθε φορά μου προκαλεί την ίδια ακριβώς ρίγη.
Hell Was Made in Heaven (Rabbit Don't Come Easy, 2003)
Το Rabbit Don't Come Easy ήταν ένας "άτυχος" δίσκος, καθώς σημαδεύτηκε από τις επεισοδιακές απολύσεις των Grapow και Kusch, αφήνοντας την μπάντα σε άλλο ένα μεταβατικό στάδιο. Μέσα σε αυτό το περίεργο κλίμα, το "Hell Was Made in Heaven", γραμμένο από τον νεοφερμένο τότε κιθαρίστα Sascha Gerstner, ξεχωρίζει πολύ ξεκάθαρα. Διαθέτοντας μέσα του όλα εκείνα τα αγαπημένα στοιχεία των Helloween, τόσο όσον αφορά τον uplifting ρυθμό, τα διπλά leads και φυσικά το άκρως λυρικό ρεφρέν, είχε όλα τα φόντα για να γίνει instant classic. Δυστυχώς η αφάνεια του δίσκου, δεν του έδωσε το φως που του άξιζε.
The King for a 1000 Years (Keeper of the Seven Keys: The Legacy, 2005)
Το να κυκλοφορείς έναν δίσκο με τον τίτλο Keeper το 2005 αποτελούσε μια τεράστια πρόκληση και ένα ρίσκο που θα μπορούσε πολύ εύκολα να θεωρηθεί ιεροσυλία. Ωστόσο, το εναρκτήριο, 13λεπτο progressive έπος "The King for a 1000 Years" έδειξε τα δόντια της μπάντας στην Deris εποχή. Αυτή η πολυσύνθετη δημιουργία είναι γεμάτη με αμέτρητες εναλλαγές ρυθμών, ορχηστρικά περάσματα, ακουστικά διαλείμματα και πολλά τσουβάλια riffs.Αν οι Helloween θέλουν να κάνουν την απόλυτη live υπέρβαση στο Release Athens 2026, πρέπει να τολμήσουν να το παίξουν. Κάπου πήρε το μάτι μου πως τον τελευταίο καιρό βρίσκεται στα setlists τους, και δεν θα μπορούσε να με χαροποιεί περισσότερο.
Bonus : Who is Mr. Madman? (7 Sinners, 2010)
Η πνευματική και μουσική συνέχεια του "Perfect Gentleman" από τα 90s. Ο ήρωας του κομματιού, ο υπερόπτης, νάρκισσος και dandy playboy των 90s, μετά από χρόνια αποτυχίας, μοναξιάς και παρακμής, έχασε τελικά τα λογικά του. Μεταμορφώθηκε στον Mr. Madman, έναν παρανοϊκό τύπο κλεισμένο στις δικές του ψευδαισθήσεις. Ενώ όμως το "Perfect Gentleman" ήταν ένα πιο ανάλαφρο, hard rock κομμάτι, το "Who is Mr. Madman?" είναι ένας power metal οδοστρωτήρας.
Στην εισαγωγή του κομματιού, η επιβλητική, μπάσα φωνή που ακούγεται να απαγγέλλει τους στίχους ανήκει στον έναν και μοναδικό Biff Byford! Με δεδομένο ότι οι Saxon μοιράζονται τη σκηνή της Πλατείας Νερού την ίδια ακριβώς ημέρα, η πιθανότητα να βγει ο Biff στη σκηνή για να προλογίσει το κομμάτι αποτελεί το απόλυτο, υγρό όνειρο μου όνειρο. Just let me hope.
Οι Helloween στις 10 Ιουλίου έρχονται για να γιορτάσουν τέσσερις δεκαετίες στην κορυφή του σκληρού ήχου, έχοντας μαζί τους μια σύνθεση-όνειρο που όμοιά της δεν έχει ξαναδεί το heavy metal. Η αντίστροφη μέτρηση για την Πλατεία Νερού έχει ήδη ξεκινήσει, οι Saxon και οι Ashes of Ares ζεσταίνουν τις μηχανές τους, και οι κολοκύθες του Αμβούργου είναι έτοιμες να πάρουν φωτιά ακόμα και αν ο Οκτώβριος αργεί. Είμαστε έτοιμοι.






