Η είδηση ήρθε σχεδόν αθόρυβα, Τετάρτη βράδυ, χαλαρό σκρολάρισμα πριν από τον ύπνο για τα νέα της Αμερικής, αλλά εντάξει, έχουμε συνηθίσει γιατί πάντα κάπως έτσι δεν συμβαίνει συνήθως και με τους πραγματικούς θανάτους και με τους άλλους, πιο ανώδυνους στη σύγχρονη βιομηχανία των media; Χθες το βράδυ, λοιπόν, το αγαπημένο Pitchfork έτρεξε να βγάλει την έιδηση ότι τα BrooklynVegan, Alternative Press, Revolver και Goldmine, τέσσερις ιστορικοί (όχι απαραίτητα μεγάλοι, αλλά σταθεροί) τίτλοι της αμερικανικής μουσικής δημοσιογραφίας, αποδεκατίστηκαν από τη μητρική τους εταιρεία Veeps, θυγατρική πλέον της Live Nation. Οι πληροφορίες κάνουν λόγο για μαζικές απολύσεις και ουσιαστική διάλυση των συντακτικών ομάδων που κρατούσαν ζωντανά αυτά τα μέσα επί δεκαετίες. Το μεγάλο σοκ δεν περιορίζεται μόνο στο μέγεθος των περικοπών. Κυρίως, θα έλεγα οφείλεται στον στον τρόπο: emails εργαζομένων που επέστρεφαν ως ανενεργά και καμία δημόσια εξήγηση. Καμία θεσμική διαδικασία. Ούτε μια ελάχιστην επίφαση σεβασμού προς εκείνους τους ανθρώπους που έχτισαν κοινότητες αναγνωστών, καλλιτεχνών και μουσικόφιλων για πολλά χρόνια.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό θέμα. Γιατί η κατάρρευση της μουσικής δημοσιογραφίας δεν είναι αποτέλεσμα της τεχνολογίας, όπως συνηθίζουν να ισχυρίζονται οι εταιρείες. Δεν είναι αποτέλεσμα ούτε του Spotify, ούτε του TikTok ούτε καμίας αλλαγής των συνηθειών του κοινού. Ας μην γελιόμαστε. Είναι το αποτέλεσμα μιας επιχειρηματικής λογικής που αντιμετωπίζει τη δημοσιογραφία ως παραπροϊόν και όχι ως αποστολή. Διότι, τα τελευταία χρόνια, κάθε φορά που ένα εξειδικευμένο μέσο αποκτάται από κάποιον μεγαλύτερο όμιλο, ακολουθεί το ίδιο έργο. Στην αρχή έρχονται οι υποσχέσεις περί «συνεργειών», και λίγο αργότερα εμφανίζονται οι λεγόμενες «αναδιαρθρώσεις». Έπειτα οι «βελτιστοποιήσεις λειτουργικού κόστους». Και στο τέλος μένει το λογότυπο ενός γνωστού μέσου χωρίς δημοσιογράφους. Δηλαδή, ένα brand χωρίς ψυχή.
Το BrooklynVegan ήταν ένα πολύ καλό website. Υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα μουσικά blogs της γενιάς του. Για χιλιάδες ανθρώπους ήταν ο χώρος όπου ανακάλυψαν συγκροτήματα πριν γίνουν μεγάλα ονόματα. Το Alternative Press (κάποτε πιο κοντά σε εμένα) υπήρξε για δεκαετίες μια τίμια βίβλος του σύγχρονου punk, αν και κάπου κόλλησε εκεί με τις emo και alternative κουλτούρες. Το Revolver είχε καταφέρει να μετατρέψει το hard rock και το metal σε αντικείμενο σοβαρής δημοσιογραφικής κάλυψης και για τους πιο φανατικούς, το Goldmine επιβίωνε από την εποχή που οι μουσικόφιλοι αντάλλασσαν δίσκους μέσω ταχυδρομείου.
Λοιπόν, άσχετο αλλά ότι κι αν ήταν, αυτά τα μέσα είχαν κάτι κοινό: δημιουργήθηκαν από ανθρώπους που αγαπούσαν τη μουσική. Και αυτό ακριβώς είναι που δεν καταλαβαίνουν οι πολυεθνικοί κολοσσοί. Και έτσι μπαίνουμε σε πιο δύσκολα μονοπάτια... Για μια εταιρεία όπως η Live Nation, η μουσική θεωρώ δεν είναι πολιτισμός. Είναι προϊόν. Είναι εισιτήρια, χορηγίες, πακέτα VIP, δυναμική τιμολόγηση και χρηματοοικονομικοί δείκτες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δημοσιογραφία αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη asset σε ένα χαρτοφυλάκιο επενδύσεων. Αν αποδίδει, καλώς τότε, ας παραμείνει. Αλλά αν δεν αποδίδει αρκετά, ας πάει στα τσακίδια... Μόνο που εδώ η τραγική ειρωνεία είναι ότι οι ίδιοι επιχειρηματικοί όμιλοι που ευαγγελίζονται την «υποστήριξη της μουσικής κοινότητας» καταστρέφουν συστηματικά τους θεσμούς που τη συντηρούν. Γιατί χωρίς ανεξάρτητη μουσική δημοσιογραφία, ποιος θα ανακαλύπτει τους νέους καλλιτέχνες; Ποιος θα ασκεί κριτική στη βιομηχανία; Ποιος θα γράφει για μουσική που δεν χωράει στους αλγόριθμους; Σίγουρα όχι οι εταιρικές πλατφόρμες.
Σήμερα οι καλλιτέχνες έχουν περισσότερους τρόπους από ποτέ για να διανείμουν τη μουσική τους. Την ίδια στιγμή όμως υπάρχουν λιγότεροι επαγγελματίες από ποτέ για να τη βάλουν σε πλαίσιο, να την ερμηνεύσουν, να την αξιολογήσουν και να τη συνδέσουν με την εποχή της. Αυτό είναι το παράδοξο της ψηφιακής εποχής. Έχουμε άπειρο περιεχόμενο και όλο λιγότερη κριτική σκέψη. Έχουμε περισσότερη μουσική από ποτέ και λιγότερους ανθρώπους να γράψουν σοβαρά γι' αυτήν. Δεν είναι τυχαίο ότι το λουτρό αίματος συνεχίζεται. Το Pitchfork, ας μην ξεχνάμε, απορροφήθηκε από το GQ. Το VIBE υπέστη περικοπές μετά τη συγχώνευσή του με το Rolling Stone. Δεκάδες μικρότερα websites είτε έκλεισαν είτε υποβιβάστηκαν σε μηχανές αναδημοσίευσης δελτίων Τύπου. Και τι μένει; Μια μουσική δημοσιογραφία που δεν πεθαίνει από φυσικά αίτια, αλλά σκοτώνεται από την εταιρική συγκέντρωση. Και κάθε φορά ακούμε την ίδια δικαιοολογία: «η αγορά άλλαξε». Όχι, ρε παιδιά, κάπου χρειάζεται και λίγο φρένο, γιατί η αγορά, όσο τη θυμάμαι, πάντα άλλαζε. Ίσως κάποτε οι εκδότες να προσπαθούσαν να βρουν τρόπους να διασώσουν τη δημοσιογραφία μέσα στις αλλαγές, αλλά σήμερα προσπαθούν απλώς να διασώσουν τα περιθώρια κέρδους.
Άρα, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα επιβιώσουν τα brands των BrooklynVegan ή Alternative Press. Τα λογότυπα πιθανότατα θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Μπορεί να ανεβάζουν ειδήσεις. Μπορεί να δημοσιεύουν λίστες. Μπορεί να παράγουν περιεχόμενο με ελάχιστους συντάκτες και μέγιστη αυτοματοποίηση. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσει να υπάρχει μια δημοσιογραφία που τα έκανε σημαντικά. Γιατί οι ιστοσελίδες δεν είναι τα domains τους. Τα περιοδικά δεν είναι τα λογότυπά τους. Τα media δεν είναι οι επενδυτές τους. Τα media είναι οι άνθρωποι που γράφουν, ερευνούν, διαφωνούν, ανακαλύπτουν και μεταφέρουν ιστορίες. Και κάθε φορά που μια εταιρεία αποφασίζει ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι περιττό κόστος, δεν χάνεται απλώς μια επιχείρηση. Χάνεται ένα κομμάτι της μουσικής κουλτούρας. Και αυτό είναι πολύ ακριβότερο από οποιονδήποτε ισολογισμό.
Η Live Nation δεν σκότωσε μόνο τον ανταγωνισμό. Τώρα καταπίνει και τη δημόσια συζήτηση για τη μουσική
Η μαζική εκκαθάριση στα BrooklynVegan, Alternative Press, Revolver και Goldmine δεν είναι ένα ακόμη επεισόδιο στη διαρκή κρίση της μουσικής δημοσιογραφίας. Είναι κάτι πολύ πιο βαθειά ανησυχητικό. Σαν εκείνη τη στιγμή που γίνεται απολύτως ξεκάθαρο ότι η ίδια εταιρική λογική που μονοπώλησε το live θέαμα αρχίζει να επεκτείνεται και στον χώρο που υποτίθεται ότι το παρακολουθεί, το αναλύει και το κρίνει. Για χρόνια, η συζήτηση γύρω από τη Live Nation επικεντρωνόταν στα εισιτήρια. Στις εξωφρενικές χρεώσεις. Στη δυναμική τιμολόγηση. Στην παντοδυναμία της Ticketmaster. Στην αδυναμία καλλιτεχνών και κοινού να ξεφύγουν από ένα σύστημα που ελέγχει σχεδόν κάθε στάδιο της συναυλιακής εμπειρίας. Όμως το πραγματικό ζήτημα δεν ήταν ποτέ τα εισιτήρια. Ήταν η συγκέντρωση εξουσίας.
Η Live Nation δεν είναι απλώς ένας διοργανωτής συναυλιών. Είναι ένας γιγαντιαίος μηχανισμός που ελέγχει χώρους, περιοδείες, χορηγίες, διαχείριση καλλιτεχνών, εμπορικές συμφωνίες, πλατφόρμες πώλησης εισιτηρίων και πλέον, μέσω της Veeps, ακόμη και μουσικά μέσα ενημέρωσης. Με άλλα λόγια, η ίδια εταιρική οντότητα που παράγει το γεγονός αρχίζει να αποκτά λόγο και στην αφήγηση γύρω από το γεγονός. Και αυτό, ιστορικά, δεν τελειώνει ποτέ καλά. Γιατί, η μουσική δημοσιογραφία υπήρξε πάντα ένα αντίβαρο στη βιομηχανία. Δεν ήταν εκεί για να πουλήσει εισιτήρια. Ήταν εκεί για να ασκήσει κριτική, να αναδείξει νέες σκηνές, να αμφισβητήσει εταιρείες, να αποκαλύψει καταχρήσεις και να υπενθυμίσει ότι η μουσική είναι πολιτισμός και όχι απλώς προϊόν. Όταν όμως οι ίδιες οι εταιρείες της μουσικής βιομηχανίας αρχίζουν να αγοράζουν τα μέσα που την καλύπτουν, το όριο μεταξύ δημοσιογραφίας και εταιρικής επικοινωνίας γίνεται επικίνδυνα θολό.
Η περίπτωση της Live Nation είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου. Από το 2010, όταν εγκρίθηκε η συγχώνευση με την Ticketmaster, δημιουργήθηκε ένας κολοσσός χωρίς πραγματικό αντίπαλο. Η υπόσχεση ήταν ότι θα υπήρχαν δικλείδες ασφαλείας κατά των μονοπωλιακών πρακτικών (ας γελάσουμε σήμερα εδώ, με όλη τη δύναμή μας). Γιατί, αγαπητοί μου, στην πράξη, οι δικλείδες αυτές αποδείχθηκαν ανεπαρκείς. Αντί να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός, η αγορά έγινε ακόμη πιο συγκεντρωτική. Το αποτέλεσμα το γνωρίζουμε όλοι. Αν θέλεις να κάνεις μια μεγάλη περιοδεία, περνάς από τη Live Nation. Αν θέλεις να παίξεις σε συγκεκριμένους χώρους, περνάς από τη Live Nation. Αν θέλεις να πουλήσεις χιλιάδες εισιτήρια, περνάς από την Ticketmaster.
Και τώρα, αν θέλεις να διαβάσεις για τη μουσική βιομηχανία, είναι πιθανό να περνάς από μέσα που ανήκουν, άμεσα ή έμμεσα, στο ίδιο οικοσύστημα. Και, αυτό δεν είναι απλώς μια δεσπόζουσα θέση. Είναι κάθετη ολοκλήρωση σε σχεδόν δυστοπικό επίπεδο. Ας θυμηθούμε την υπόθεση της Taylor Swift που απέδειξε στο ευρύ κοινό κάτι που οι άνθρωποι του χώρου γνώριζαν εδώ και χρόνια. Όταν κατέρρευσαν τα συστήματα της Ticketmaster και οι τιμές εκτοξεύθηκαν σε αδιανόητα επίπεδα λόγω του "dynamic pricing", εκατομμύρια άνθρωποι συνειδητοποίησαν πως δεν βρισκόμαστε σε μια ελεύθερη αγορά όπου ο καταναλωτής έχει επιλογές. Βρισκόμαστε σε ένα περιβάλλον όπου ένας παίκτης είναι τόσο ισχυρός, ώστε οι αποτυχίες του επηρεάζουν ολόκληρη τη βιομηχανία.
Και σήμερα, μετά τη χθεσινή είδηση, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: η ίδια λογική επεκτείνεται σε κάθε πτυχή της μουσικής. Και η μουσική δημοσιογραφία δεν πεθαίνει επειδή οι νέοι δεν διαβάζουν. Δεν πεθαίνει επειδή υπάρχουν podcasts ή TikTok. Πεθαίνει επειδή για τις μεγάλες εταιρείες δεν έχει αξία ως δημοσιογραφία. Έχει αξία μόνο ως εργαλείο marketing. Αυτός είναι ο λόγος που βλέπουμε ιστορικούς τίτλους να αδειάζουν από δημοσιογράφους αλλά να διατηρούν τα λογότυπά τους. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, το brand έχει και μια εμπορική αξία. Οι συντάκτες όχι. Και η αξιοπιστία μπορεί να χτίστηκε από ανθρώπους, αλλά ο ισολογισμός βλέπει μόνο αριθμούς. Το τραγικό εδώ είναι ότι αυτή η διαδικασία καταστρέφει το ίδιο το οικοσύστημα από το οποίο τρέφεται η βιομηχανία.
Γιατί, αν δεν υπάρχουν ανεξάρτητα μουσικά μέσα, ποιος θα αναδείξει το επόμενο underground συγκρότημα; Αν δεν υπάρχουν δημοσιογράφοι, ποιος θα εξετάσει κριτικά τις πρακτικές των εταιρειών; Αν δεν υπάρχουν συντάκτες με γνώση της ιστορίας και της κουλτούρας, ποιος θα ξεχωρίσει το σημαντικό από το απλώς δημοφιλές; Οι αλγόριθμοι, δυστυχώς, δεν μπορούν να το κάνουν. Οι πλατφόρμες δεν μπορούν να το κάνουν. Και σίγουρα δεν μπορούν να το κάνουν οι ίδιες οι εταιρείες που έχουν συμφέρον να ελέγχουν αυτήν την αφήγηση.
Γι' αυτό, λέω, πως η υπόθεση των BrooklynVegan, Alternative Press, Revolver και Goldmine είναι πολύ μεγαλύτερη από μια σειρά απολύσεων. Είναι ένα προειδοποιητικό σημάδι για το πού κατευθύνεται η μουσική βιομηχανία όταν η συγκέντρωση ισχύος δεν συναντά κανένα ουσιαστικό εμπόδιο. Και στο τέλος, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι ότι η Live Nation θα πουλά ακόμα ακριβότερα εισιτήρια. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι θα υπάρξει μια ολόκληρη γενιά μουσικόφιλων που δεν θα έχει πλέον ανεξάρτητες φωνές να εξηγούν γιατί η μουσική έχει αξία πέρα από την τιμή του εισιτηρίου μιας συναυλίας. Και όταν η μουσική μετατρέπεται μόνο σε ένα γ#μημένο εμπόρευμα, δεν πεθαίνει μόνο η δημοσιογραφία, φίλοι μου. Φτωχαίνει ο ίδιος ο πολιτισμός.










