Masami Akita. Ένα όνομα που προκαλεί αμηχανία, δέος, εμβοή και ακόμα περισσότερη αμηχανία. Ο Ιάπωνας αρχιτέκτονας του ακραίου θορύβου, γνωστός ως Merzbow, έχει οικοδομήσει μια δισκογραφική αυτοκρατορία που αυτή τη στιγμή που μιλάμε ξεπερνά τις 400 κυκλοφορίες, και αναλόγως πότε διαβάζεις αυτές τις γραμμές μπορεί να έχει ήδη φτάσει τις 500. Για τον μέσο ακροατή, αλλά ακόμη και για τον μυημένο φίλο της πειραματικής μουσικής, ο κατάλογος του Merzbow μοιάζει με έναν αδιαπέραστο, χαώδη ωκεανό από αναλογικές συχνότητες, ψηφιακή παραμόρφωση, tape loops και ακραία ηχητικά κύματα. Πώς μπορεί κανείς να προσεγγίσει ένα τέτοιο ηχητικό σύμπαν χωρίς να χαθεί στη δίνη του; Η απάντηση βρίσκεται στη γέφυρα των συνεργασιών.
Μέσα από τις συνευρέσεις του με άλλους καλλιτέχνες o Akita παίρνει τον ρόλο μιας αλχημικής πάστας. Παραμένει ο θορυβοποιός που έχουμε στο μυαλό μας, όμως το στατικό τείχος και ο ζωντανός, οργανικός θόρυβός του μπολιάζει το doom, το grindcore, την ελεύθερη jazz, το dub, την avant-pop, το industrial και δεκάδες άλλα είδη με απόλυτη αρμονία. Οι συνεργασίες του αποκαλύπτουν την απίστευτη ευελιξία του και μέσα από αυτές θεωρώ ως έχει προσφέρει κάποια από τα πιο συναρπαστικά σημεία επαφής που μπορούμε να έχουμε με το ατέλειωτο και αντικειμενικά αδύνατο να καταναλωθεί ολοκληρωτικά (όχι μονάχα από θέμα ποσότητας) έργο του.
Μerzbow x Boris
Η πολυετής και εξαιρετικά γόνιμη σχέση του Masami Akita με τους Boris αποτελεί μια από τις σημαντικότερες συνεργασίες στην ιστορία του ακραίου ήχου. Οι Boris, ένα συγκρότημα που κινείται με άνεση ανάμεσα στο doom, το sludge, το drone, το psychedelic rock και το post-metal, βρήκαν στο πρόσωπο του Merzbow τον απόλυτο συνεργάτη και το αποτέλεσμα είναι ένας ηχητικός γάμος όπου τα κιθαριστικά τείχη των μεν και οι συχνότητες του δε γίνονται ένα.
Η αρχή έγινε με το Megatone το 2002, έναν δίσκο βαθιά drone και με ambient αισθητική, όπου οι χαμηλές συχνότητες των Boris συναντούν τις διακριτικές, υποδόριες παρεμβολές του Akita, αν και χρειάζεται να περάσει τουλάχιστον μισή ώρα έως να ακούσουμε κάτι που δεν θυμίζει εμβοή. Ακολούθησε το ζωντανά ηχογραφημένο 04092001 τρία χρόνια μετά, ένα ντοκουμέντο ωμότητας που κατέγραψε την εκρηκτική χημεία τους επί σκηνής. Την ίδια χρονιά, το Sun Baked Snow Cave αποκάλυψε μια πιο εσωτερική πλευρά τους, με ακουστικές κιθάρες, μακρόσυρτους drone ήχους και αιθερικές υφές θορύβου. Ένας από τους προσωπικούς αγαπημένους δίσκους για μεγάλους περιπάτους, και ένας τέλειος συνοδοιπόρος που προσφέρει μια ατμόσφαιρα απομόνωσης και υπνωτιστικής ηρεμίας. Το 2007 ήρθε το EP Walrus/Groon, αλλά και το μνημειώδες διπλό live άλμπουμ Rock Dream. Στο Rock Dream, είναι που κατά πολλούς η συνεργασία τουςφτάνει στο απόγειό της, αν και εγώ το τοποθετώ λίγο αργότερα. Τα κλασικά τραγούδια των Boris αποδομούνται και ανασυντίθενται ζωντανά, καθώς ο Merzbow σαρώνει τα πάντα με μια λαίλαπα στατικής θύελλας.
Η δημιουργική τους πορεία συνεχίστηκε με το Klatter του 2011, όπου επανεξετάζουν παλαιότερο υλικό, για να φτάσουν στο ίσως πιο φιλόδοξο project τους το 2016, το Gensho. Το Gensho κυκλοφόρησε ως διπλός δίσκος, σχεδιασμένος να αναπαράγεται ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικές συσκευές. Ο ένας δίσκος περιείχε drumless επανεκτελέσεις κομματιών των Boris, ενώ ο άλλος νέες συνθέσεις του Merzbow. Το concept λοιπόν ήταν να χρησιμοποιήσεις το τείχος του Merzbow για να δώσεις παλμό στην γαλήνη των Boris, όσο ακριβώς θέλεις. Το αποτέλεσμα ήταν μια μοναδικά διαδραστική εμπειρία, όπου εμείς ως ακροατές διαμορφώνουμε τη μίξη.
Η συνεργασία τους σφραγίστηκε εκ νέου εν μέσω πανδημίας με το 2R0I2P0, έναν δίσκο γεμάτο τόσο συναισθήματα, βαριά doom στοιχεία (που μπορούν να θεωρηθούν riffs), shoegaze μελωδίες και έναν σαρωτικό θόρυβο που ήρθε να συμπληρώσει αυτή την τεράστια παρακαταθήκη που μας έδειξε πως ο θόρυβος μπορεί να λειτουργήσει ως συνδετικό υλικό που απογειώνει το οργανικό ροκ και δύο ακραία ηχητικά σύμπαντα μπορούν να αλληλοσυμπληρωθούν.
Alecempire vs Merzbow
Η συνάντηση του Akita με τον Alec Empire, τον εγκέφαλο των Atari Teenage Riot και αρχιτέκτονα του digital hardcore ιδιώματος, αποτυπώθηκε με τον πιο ωμό τρόπο στο ιστορικό Live at CBGB's (1998), ηχογραφημένο στη θρυλική σκηνή της Νέας Υόρκης το 1997. Σε αυτή την εκρηκτική σύγκρουση, κάθε όριο καταργείται πλήρως και το αποτέλεσμα είναι ίσως η πιο ταιριαστή σύμπραξη σε ολόκληρη την καριέρα του Akita. Ο Alec Empire τροφοδοτεί τη σύνθεση με φρενήρη, υπερταχέα breakbeats στα όρια του breakcore, βαριές industrial μπασογραμμές και μια ανελέητη πανκ αισθητική που θυμίζει όλα όσα λατρεύουμε στους ATR και τους πρώιμους Prodigy. Από την πλευρά του, ο Akita σαρώνει αυτά τα ρυθμικά μοτίβα με πυκνά τείχη θορύβου, οξύτατες συχνότητες και μεταλλικές παραμορφώσεις. O θόρυβος του Merzbow εισχωρεί στον πυρήνα των beats σε σημείο ηχητικής κατάρρευσης όσο η ρυθμικότητα του Empire δίνει στις συχνότητες του Akita μια πρωτοφανή βίαια χορευτική διάσταση. Όλη η clubbing και rave κουλτούρα των late '90s μέσα από τον πιο λυτρωτικά σωματικό θόρυβο.
Merzbow x Full of Hell
Όταν ο Merzbow συνάντησε τους Αμερικανούς Full of Hell, το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα λιγότερο από μια ολοκληρωτική ηχητική επίθεση. Οι Full of Hell, εκπρόσωποι της νέας γενιάς του ακραίου grindcore και death metal, είχαν ανέκαθεν μπολιάσει τη μουσική τους με noise στοιχεία. Η συνεργασία αυτή λοιπόν στο άλμπουμ Full of Hell & Merzbow του 2014 ήταν η φυσική κατάληξη αυτής της αισθητικής συγγένειας. O Merzbow, έστω και ακούσια έχει υπάρξει από τις αρχές της δεκαετίας του 90 ένας από τους πιο influential καλλιτέχνες στον χώρο του ακραίου metal, ακόμα και αν δεν έπαιξε ποτέ του μισή νότα στην ηλεκτρική κιθάρα. Εδώ λοιπόν, ενσωματώνεται πλήρως στον ηχητικό τους ιστό. Τα φρενήρη blast beats, τα αδυσώπητα riffs και τα ουρλιαχτά του Dylan Walker μπλέκονται με τρομερή (δυσ)αρμονία με τις αναλογικές συχνότητες του Merzbow, σε ένα κλειστοφοβικό, εφιαλτικό περιβάλλον. Το άλμπουμ συμπληρώθηκε από το EP Sister Fawn το ίδιο έτος, κλειδώνοντας την παραδοχή πως η συνάντηση του grindcore με τον ιαπωνικό harsh noise παράγει έναν από τους πιο βίαιους και αυθεντικούς συνδυασμούς του μοντέρνου ακραίου ήχου.
Merzbow x Genesis P-Orridge
Η συνάντηση του με την εμβληματική μορφή των Throbbing Gristle και Psychic TV, Genesis P-Orridge, το 1999 στο A Perfect Pain αποτελεί μια από τις πιο ιστορικές στιγμές του πειραματικού ήχου και μια από τις πιο αρμονικές συνυπάρξεις αν αναλογιστεί κανείς την πορεία των δύο αυτών καλλιτεχνών. Εδώ συναντιούνται δύο διαφορετικές σχολές του industrial και ακραίου θορύβου. Από την μία έχουμε την πρωτόγονη βρετανική industrial/avant-garde παράδοση και από την άλλη τον ιαπωνικό harsh noise εξτρεμισμός.
Στο A Perfect Pain, ο Genesis P-Orridge συνεισφέρει με την υποβλητική, σκοτεινή και συχνά εφιαλτική απαγγελία του, προσφέροντας στίχους γεμάτους πόνο και σκοτάδι. Ο Merzbow ντύνει αυτές τις ερμηνείες με ένα πυκνό, παλλόμενο πλέγμα από αναλογικά συνθεσάιζερ, drum machines και στρώματα θορύβου αν και φυσικά την μεγαλύτερη συμβολή του μπορούμε να την αντιληφθούμε στο κομμάτι της θεματικής. Η σχέση του με το bondage art (και συγκεκριμένα την παραδοσιακή ιαπωνική τέχνη των σχοινιών, το Kinbaku ή Shibari) είναι βαθιά, πολυεπίπεδη και καθοριστική για τη διαμόρφωση της αισθητικής του. Ένα από τα πιο σημαντικά του έργα εκτός μουσικής είναι το βιβλίο του Nihon Kinbaku Shashin-shi που μέσα από αυτό και άλλα κείμενα ο Akita τεκμηρίωσε την ιστορία της ιαπωνικής ερωτικής δέσμευσης από τα μεταπολεμικά χρόνια, ουσιαστικά αντιμετωπίζοντάς την ως μια υψηλή μορφή παραδοσιακής τέχνης και επικοινωνίας. Αυτή η ενασχόληση ηχητικοποιείται σε πολλούς δίσκους του, αλλά οι τρεις σημαντικότεροι θεωρώ πως είναι τα Music for Bondage Performance, Music for Bondage Performance 2 και φυσικά το A Perfect Pain.
Αν και το bondage (μαζί με τον Ντανταϊσμό και τον Σουρεαλισμό) υπήρξε ο βασικός πυλώνας της αισθητικής του για πάνω από δύο δεκαετίες, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο Akita έκανε μια ριζική στροφή. Έγινε αυστηρός χορτοφάγος και ακτιβιστής για τα δικαιώματα των ζώων και έκτοτε, η θεματική του επικεντρώνεται κυρίως στο περιβάλλον και την προστασία της πανίδας, ενώ ο ίδιος έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις του ότι έχει αποστασιοποιηθεί από τις παλιές, πιο… “σεξουαλικά φορτισμένες” θεματικές.
Merzbow x Mike Patton
Ο Mike Patton, ένας από τους πιο ευρηματικούς και απρόβλεπτους τραγουδιστές και συνθέτες της σύγχρονης μουσικής, δεν θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος από την παρουσία του Merzbow. Η συνεργασία τους υπό το όνομα Maldoror γέννησε το άλμπουμ She, και κυκλοφόρησε από την εταιρεία του Patton, την Ipecac Recordings. Το She δημιουργήθηκε όταν ο Patton, κατά τη διάρκεια περιοδείας των Faith No More στην Αυστραλία, κάλεσε εν ψυχρώ τον Akita για να κάνουν μερικά αυτοσχεδιαστικά live. Ο Akita ταξίδευσε λοιπόν από την Ιαπωνία στην Αυστραλία για να βρει τον “φαν” του και να θορυβήσουν μαζί σε μερικά σέσιονς, τα οποία στη συνέχεια ηχογραφήθηκαν στο Τόκιο. Ο Patton πήρε το ηχογραφημένο υλικό και το υπέβαλε σε μια εξαντλητική διαδικασία ραπτοκοπτικού μιξαρίσματος, προσθέτοντας τις δικές του φωνητικές ακροβασίες, δείγματα από κινούμενα σχέδια και παράξενους θορύβους, τόσο από μωρά όσο και ζώα. Το άλμπουμ είναι ένα σουρεαλιστικό, χαοτικό κολάζ θορύβου, παράνοιας και με το χαρακτηριστικό χιούμορ του Patton. Είναι ένας δίσκος που προκαλεί, διασκεδάζει και σοκάρει ταυτόχρονα. Ένα must για τους φανς και των δύο ιδιοφυϊών της ακραίας μουσικής.
Merzbow x Xiu Xiu
Mία από τις πιο απρόσμενες αλλά παράλληλα γεμάτη συναισθήματα συνεργασίες του, είναι σίγουρα η σύμπραξη με το avant-pop / experimental art-rock σχήμα των Xiu Xiu στο άλμπουμ Merzxiu Ο Jamie Stewart των Xiu Xiu, γνωστός για τους ωμούς, εξομολογητικούς στίχους και την εύθραυστη ατμόσφαιρα της μουσικής του, αντάλλαξε ηχητικά αρχεία με τον Akita μέσω διαδικτύου. Το Merzxiu περιγράφηκε από τον Stewart ως «extinction meditations» και «death drone» και μπορώ ακριβώς να καταλάβω το γιατί. Ακούγοντας τα δύο μέρη του μου έρχονται στο μυαλό μονάχα post-apocalyptic εικόνες ενός διαλυμένου βιομηχανικού κόσμου που το μόνο που έχει μείνει είναι οι αραδιασμένες κατεστραμμένες μηχανές και ο αέρας που χτυπάει από πάνω τους. Η μουσική εδώ δεν είναι μονάχα επιθετική, είναι παράλληλα βαθιά μελαγχολική και κλειστοφοβική και ειδικά στο δεύτερο μέρος τολμώ να πω και τρομακτική. .
Merzbow x Jamie Saft
Η συνεργασία του με τον χαρισματικό πιανίστα, συνθέτη και πολυοργανίστα της νεοϋορκέζικης avant-garde σκηνής (γνωστό από τις συνεργασίες του με τον John Zorn), είναι ίσως η πιο απρόσμενη επίδειξη μουσικής ευελιξίας. Η αρχή έγινε με το εκπληκτικό Merzdub, όπου ο Saft χρησιμοποίησε ως βάση και πρωτογενές υλικό ηχητικά αρχεία του Akita τα ενσωμάτωσε μέσα σε βαριά, υπνωτικά εώς και reggae dubs/grooves και σε σημεία ένα τρομερά χαλαρωτικό, γλυκό πιάνο. Δύο είδη που αντικρούονται έρχονται εδώ και αγκαλιάζονται. Αντί να ακυρώνουν το ένα το άλλο, το Merzdub καταφέρνει να τα κάνει να συνυπάρχουν.
Το ταξίδι στον κόσμο του Merzbow μέσα από τις συνεργασίες του αποκαλύπτει μια θεμελιώδη αλήθεια. Ο Masami Akita είναι ένας ηχητικός εξερευνητής με απίστευτη προσαρμοστικότητα όχι απλά ένας απομονωμένος καλλιτέχνης που παράγει άσκοπο θόρυβο. Είτε διαλύει τα riffs των Boris και των Full of Hell, είτε συνοδεύει την απαγγελία του Genesis P-Orridge, τα παρανοϊκά φωνητικά του Mike Patton, την υπαρξιακή αγωνία των Xiu Xiu ή τα dub grooves του Jamie Saft, ο Merzbow μας δείχνει πως ο θόρυβος είναι μια παγκόσμια γλώσσα… ίσως η μοναδική.
Φυσικά, τα αυτόνομα έργα του, όπως το Venereology, το προσωπικό αγαπημένο Merzbeat και το Pulse Demon, έθεσαν τους κανόνες του παιχνιδιού. Το Venereology παραμένει ο δίσκος-ορόσημο που γκρέμισε τα σύνορα ανάμεσα στο harsh noise και τη heavy metal κουλτούρα. Κυκλοφορημένο από τη Relapse Records, το άλμπουμ αυτό ήρθε ως το απόλυτο ηχητικό σοκ για την extreme metal κοινότητα. Ο Akita, που εκείνη την περίοδο κατανάλωνε πάρα πολύ death metal και grind, πήρε την επιθετικότητα, τη σκοτεινή ατμόσφαιρα και την ωμή βία αυτών των δύο, απογυμνώνοντας τα από τη συμβατική δομή των τραγουδιών και τα μετέτρεψε σε μια συμπαγή, αδυσώπητη μάζα θορύβου. Με κιθαριστικά feedback σαν πριόνια και αναλογικές συχνότητες που εισβάλλουν στα σωθικά μου, το Venereology είναι ζωντανή απόδειξη πως ο θόρυβος μπορεί να διαθέτει την ίδια, αν όχι μεγαλύτερη, σωματικότητα με τα πιο βαριά metal riffs.
Από την άλλη πλευρά, το Pulse Demon αποτελεί την απόλυτη αισθητική και ηχητική κορύφωση του ψηφιακού harsh noise. O δίσκος αυτός είναι ένα αριστούργημα... ή μάλλον καλύτερα ανουσιούργημα, ηχητικού εξτρεμισμού. Εδώ, ο Akita εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες του στερεοφωνικού πεδίου, εξαπολύοντας οξύτατες, ψηφιακά επεξεργασμένες συχνότητες που μετατοπίζονται αστραπιαία από το ένα κανάλι στο άλλο. Το Pulse Demon θα σε βομβαρδίσει με ένα αδυσώπητο κύμα από συχνότητες που αγγίζουν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Είναι ο δίσκος που καθιέρωσε τον Merzbow ως τον απόλυτο μονάρχη του θορύβου και παραμένει σημείο αναφοράς για κάθε επόμενη γενιά πειραματιστών.
Οι συνεργασίες του, όμως, είναι εκείνες που για μένα πραγματικά σπάνε τους κανόνες και προσφέρουν τον πιο συναρπαστικό και αναλυτικό χάρτη για να περιηγηθεί κανείς στο αχανές μα γοητευτικό του σύμπαν. Αρκεί να είσαι προετοιμασμένος για την εμβοή που θα έρθει μετά. Που ξέρεις ; Πριν παραπονεθείς και κατηγορήσεις τον εργάτη στην οικοδομή δίπλα σου για την φασαρία που προκαλεί, σκέψου λιγάκι πως ίσως υπάρχει ένας Masami Akita κάπου εκεί να ηχογραφεί τα τρυπάνια και βούρτσισε τα δόντια σου στον ρυθμό του (για του 2-3).










