Κοιτάξτε γύρω σας. Εισπνεύστε την αποστειρωμένη ατμόσφαιρα του παρόντος και την διάχυτη παθητική μελαγχολία. Και τώρα, κάντε μια βουτιά προς τα πίσω. Στο τσιμέντο, στην υγρασία, στην δεκαετία που η οργή… bear with me on this one, μπορούσε να υπάρξει χωρίς hashtags, αλλά το μόνο που χρειαζόταν ήταν έναν ενισχυτή, μια κιθάρα και μια σχεδόν μηδενιστική διάθεση για αυτοσαρκασμό. Η ανακοίνωση ότι οι Offspring θα πατήσουν τη σκηνή του Release Athens Festival στο farewell της Πλατείας Νερού είναι μια ανασκαφή. Μια ανασκαφή του παρελθόντος και μιας δεκαετίας που έρχεται να μας φτύσει κατάμουτρα και να μας θυμίσει πώς ακουγόταν η τελευταία πραγματικά ελεύθερη και επικίνδυνη δεκαετία του δυτικού κόσμου. Γιατί, κακά τα ψέματα, αγαπητοί μου, οι Offspring δεν ήταν άλλη μία μπάντα των 90s. Ήταν η ίδια η βιολογική και ψυχική σύσταση εκείνης της δεκαετίας.
90s. Ο Φράνσις Φουκουγιάμα έχει ήδη διακηρύξει το «Τέλος της Ιστορίας». Ο καπιταλισμός έχει νικήσει, ο Ψυχρός Πόλεμος έχει λήξει, και η δυτική κοινωνία υπόσχεται ένα αιώνιο, βαρετό, καταναλωτικό πάρτι στις μονοκατοικίες με τα κουρεμένα γκαζόν. Μέσα σε αυτόν τον αποστειρωμένο παράδεισο της αμερικανικής επαρχίας, και συγκεκριμένα στην Orange County της Καλιφόρνια, μια ομάδα νεαρών βιώνει την απόλυτη υπαρξιακή πλήξη. Mια περιοχή γεμάτη αντιθέσει. Εύπορα προάστια, βαθύς συντηρητισμός και, στον αντίποδα, μια οργισμένη, αποξενωμένη νεολαία που έψαχνε καταφύγιο στα skate parks και στα υπόγεια clubs. Το grunge στο Σιάτλ έχει ήδη μετουσιώσει αυτή την πλήξη σε αυτοκαταστροφική κατάθλιψη. Ο Kurt Cobain αυτοκτονεί τον Απρίλιο του ’94, τραβώντας την κουρτίνα μιας σκοτεινής, εσωστρεφούς θεατρικής παράστασης. Η νεολαία μένει μετέωρη. Το grunge πρακτικά μας είπε ότι ο κόσμος είναι σάπιος και πρέπει/μας αξίζει να πεθάνουμε. Οι Offspring και το κίνημα που έφεραν μαζί τους ήρθαν αμέσως μετά για να μας πουν ότι ο κόσμος είναι σάπιος, πολύ πιθανό να μας αξίζει να πεθάνουμε αλλά τουλάχιστον ας το κάνουμε με δικούς μας όρους και να τρέξουμε με 180 χιλιόμετρα την ώρα πάνω στον τοίχο, γελώντας υστερικά. Το έχουμε το concept;
Για να κατανοήσουμε πλήρως πώς οι Offspring έγιναν η προσωποποίηση των 90s, πρέπει να κοιτάξουμε λίγο πίσω από το ορόσημο του 1994. Η επιτυχία του Smash δεν ήταν ένα τυχαίο πυροτέχνημα, αλλά το αποτέλεσμα μιας πολυετούς, επίμονης ζύμωσης.
Το συγκρότημα, έχοντας ήδη κυκλοφορήσει το ομώνυμο ντεμπούτο του το 1989, κάνει το πρώτο πραγματικό του καλλιτεχνικό άλμα το 1992 με το Ignition. Το κρυφό διαμάντι της δισκογραφίας τους και το προσχέδιο πάνω στο οποίο χτίστηκε ολόκληρη η μετέπειτα καριέρα τους. επηρεασμένα από μπάντες όπως οι TSOL και οι Social Distortion, αλλά εισήγαγαν μια πρωτοφανή μελωδικότητα στις φωνητικές γραμμές και μια δομική πειθαρχία στις συνθέσεις που δεν συνηθιζόταν στο punk.
Στο δε "Dirty Magic", οι Offspring έδειξαν για πρώτη φορά ότι δεν φοβούνταν να ρίξουν τις ταχύτητες, να πειραματιστούν με post-punk και grunge αποχρώσεις και να μας δείξουν ότι η συνθετική τους παλέτα ήταν πολύ πιο πλούσια από το τυπικό τρία-ακόρντα-και-φύγαμε. Επίσης ενώ είναι εύκολο να τους ταυτίσει κανείς με την πιο “party” πλευρά τους, μια προσεκτική ανάγνωση των στίχων του Dexter Holland αποκαλύπτει έναν δεινό κοινωνικό χρονικογράφο.
Εκεί ακριβώς σκάει το Smash. Ένας δίσκος που κυκλοφόρησε από την ανεξάρτητη Epitaph Records και κατάφερε να πουλήσει πάνω από 11 εκατομμύρια αντίτυπα. Σκεφτείτε την ειρωνεία, τη δομική αντίφαση ενός underground punk label που διοικείται από τον Brett Gurewitz των Bad Religion, να προκαλεί έμφραγμα στις πολυεθνικές του θεάματος, χωρίς να ξοδέψει ούτε ένα δολάριο σε παραδοσιακό marketing. Το Smash ήταν η απόδειξη ότι το σύστημα είχε μια τεράστια ρωγμή. Και οι Offspring μπήκαν μέσα κλωτσώντας την πόρτα με τα φαρδιά τους ρούχα και τα κοντά παντελονάκια.
Δεν υπήρχε μισό τραγούδι που δεν έγινε μνημείο, αν και φυσικά όλοι πλέον ξέρουμε ποια έγιναν λίγο μεγαλύτερα από τα άλλα.
Κοινωνιολογία στοπ για λίγο, και καλό είναι να περάσουμε στην βιολογία (sic). Να αποδομήσουμε το DNA της μουσικής τους και το γιατί έγιναν τόσο iconic αυτοί οι τόσο απλοϊκοί φαινομενικά μουσικοί. Ο Dexter Holland (ένας τύπος που αργότερα πήρε PhD στη Μοριακή Βιολογία, έτσι για να σπάει το στερεότυπο του αλκοολικού, αδαούς πάνκη) και ο Noodles (ένας σχολικός επιστάτης by day, rocker by night), δημιούργησαν μια πολύ συγκεκριμένη ηχητική παγίδα. Όσο το pop-punk των 90s κατηγορούνταν συχνά για την απλοϊκότητα του, δημιούργησαν ένα εντελώς αναγνωρίσιμο ηχητικό σήμα κατατεθέν, βασισμένο σε μια πολύ συγκεκριμένη επιρροή. Τη φρυγική κλίμακα. Με την αρχή να γίνεται στο "Tehran", μέσα από το ντεμπούτο τους, το οποίο μετονομάστηκε σε "Bagdat" μέσα από το ομότιτλο EP.
H συνέχεια ήρθε στο "Take It Like a Man" μέσα από το Ingnition, και φυσικά η πιο μνημειώδης και ευρέως διαδεδομένη εκδοχή αυτού του στυλ ήρθε στο "Come Out and Play".
Αργότερα ήρθαν τα "Me and My Old Lady" και "Pay The Man", και πιο πρόσφατα "Dividing By Zero" από το Days Go By και το "Hanging by a Thread" από τον τελευταίο δίσκο. Για μένα αυτή τους η ικανότητα να παντρεύουν το hardcore punk τους με μελωδίες που θυμίζουν παραδοσιακούς σκοπούς της Μέσης Ανατολής ήταν ένα από τα συστατικά που τους διαφοροποιεί από οποιαδήποτε άλλη μπάντα της εποχής τους.
Μετά το Smash, η μοίρα της μπάντας ήταν προδιαγεγραμμένη στο δικαστήριο της underground αυθεντικότητας. Η μετακίνησή τους στην Columbia Records το 1996 για το Ixnay on the Hombre θεωρήθηκε από τους πουριτανούς του punk ως η απόλυτη προδοσία. Ακόμα όμως και πίσω από το περιβόητο "selling out" των Offspring κρύβεται η φλεγματική ιδιοφυΐα τους. Δεν προσπάθησαν να δικαιολογηθούν. Αντίθετα, χρησιμοποίησαν τα λεφτά της πολυεθνικής για να φτιάξουν έναν δίσκο που, αν τον ακούσεις προσεκτικά σήμερα, είναι γεμάτος ειρωνεία, μπόλικο σκοτάδι και όλη αυτήν την Offspring μαγεία που αγαπήσαμε στο Smash. Όμως αυτό είναι κάτι που χρειάστηκαν πάνω από 15 χρόνια για να αναγνωριστεί δυστυχώς. Ο τίτλος Ixnay on the Hombre είναι μια μίξη από Pig Latin και Ισπανικά και σημαίνει πρακτικά "Reject The Man" . Και το κυκλοφόρησαν μέσω της Columbia (δηλαδή Sony). Αν αυτό δεν είναι το απόλυτο meta αστείο, τότε τι είναι;
Οι Offspring στα 90s έπαιζαν ένα διαρκές παιχνίδι σκάκι με τη βιομηχανία του θεάματος, περίπου σαν αυτό που παίζει ο Μπαρτζώκας, γιατί Ελλάδα είσαι, πρέπει να τα λέμε σε γλώσσα που να καταλαβαίνουν όλοι. Ήξεραν ότι το σύστημα θα τους καταβροχθίσει, οπότε φρόντισαν να κάτσουν στο στομάχι του σαν κοτρώνα. Και κάπως έτσι, φτάνουμε στο 1998. Το τέλος της δεκαετίας πλησιάζει, το Internet αρχίζει να μπαίνει στα σπίτια, και η pop κουλτούρα μετατρέπεται σε μια γλειφιτζουρένια, πλαστική κόλαση για την Britney και ο Παράδεισος των boy bands. Οι Offspring επιστρέφουν με το Americana και η φλεγματικότητά τους αγγίζει τα όρια της κοινωνικής νεκροψίας. Το ευρύ κοινό θυμάται το "Pretty Fly (For a White Guy)" ως ένα χαρούμενο, χορευτικό κομμάτι με έναν τύπο που κάνει τον καραγκιόζη. Στην πραγματικότητα, ήταν μια ακραία, σαρκαστική επίθεση στην υποκρισία της λευκής, προαστιακής νεολαίας που προσπαθούσε να οικειοποιηθεί τη hip-hop κουλτούρα για να φανεί "cool".
Δίπλα όμως σε αυτό το (πολύ ευχάριστο και ακραία catchy) τσίρκο, υπήρχε το "The Kids Aren't Alright". Αυτό το κομμάτι είναι ο πραγματικός επιτάφιος των 90s. Είναι η διαπίστωση ότι όλες οι υποσχέσεις για ένα λαμπρό μέλλον ήταν μια απάτη. Η μελωδία του, γεμάτη μελαγχολία και οργή, αποτύπωσε την απογοήτευση μιας ολόκληρης γενιάς που μεγάλωσε με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσει ότι η πραγματικότητα είναι ένα σφαγείο χαμένων προσδοκιών. 4 ψυχές, 4 μοίρες όλες χαμένες για πολύ διαφορετικούς λόγους.
H Jamie : Έμεινε έγκυος, παράτησε το σχολείο
O Jack : Κάηκε από το χόρτο, δεν βρίσκει δουλειά
O Jay : Αυτοκτόνησε
O Brandon : Πήγε από overdose
Εσύ;
Οι Offspring δεν άλλαξαν μόνο τη μουσική, άλλαξαν το τοπίο της εποχής τους. Μαζί με τους Green Day, τους Sum 41 και τους Blink-182, επέβαλαν μια αισθητική που έγινε το επίσημο ένδυμα της Gen X και των πρώτων Millennials.Θα έλεγε κανείς πως ήταν μια επανάσταση χαμηλού κόστους. Δεν χρειαζόταν να είσαι ποιητής, δεν χρειαζόταν να είσαι δεξιοτέχνης (αν και εκείνοι ήταν). Χρειαζόταν απλώς να έχεις θυμό, μια σανίδα με ροδάκια και την επιθυμία να χωθείς σε ένα mosh pit. Αυτή η μαζικότητα αφαίρεσε από το punk την ελιτίστικη σοβαροφάνεια του παρελθόντος. Για αυτό το γούσταρε τόσος κόσμος. Το punk των Offspring ήταν δημοκρατικό, άμεσο και, πάνω απ' όλα, αληθινό.
Κοιτάζοντας πίσω, η συνεισφορά των Offspring στα 90s έγινε γέφυρα. Αυτοί και το κίνημά τους κράτησαν την κιθαριστική μουσική ζωντανή σε μια εποχή μετάβασης της mainstream μουσικής. Χωρίς την εμπορική επιτυχία του Smash και τη μαζικότητα του Americana, το εναλλακτικό rock των τελών των 90s και των αρχών των 00s θα είχε μια εντελώς διαφορετική, ίσως πολύ πιο αποστειρωμένη μορφή. Άνοιξαν τις πόρτες των charts για ένα τεράστιο κύμα συγκροτημάτων, επαναφέροντας το DIY ethos στο προσκήνιο, έστω και με τη μορφή ενός παγκόσμιου φαινομένου.
Οπότε η 7η Ιουλίου θα είναι απλώς μια άσκηση γεροντικής νοσταλγίας για σαραντάρηδες με πονεμένα γόνατα και (σε ρύθμιση) στεγαστικά δάνεια; Ίσως και να είναι. Αλλά ακόμα κι έτσι, αυτή η νοσταλγία κρύβει μέσα της μια πολύ γλυκιά αντιστασιακή διάσταση. Σε έναν κόσμο όπου η μουσική παράγεται με βάση τα metrics του TikTok και οι καλλιτέχνες φοβούνται να πουν μια κουβέντα παραπάνω για να μην υποστούν τις συνέπειες, είναι όμορφο να υπάρχουν μπάντες σαν τους Offspring.
Τα riff τους θα ακουστούν ξανά κάτω από τον αττικό ουρανό και μαζί τους θα φέρουν την προαστιακή παρακμή που περιέγραφαν το 1994 και είναι πλέον η παγκόσμια πραγματικότητα του σήμερα. Μαζί τους θα εμφανιστούν οι θρύλοι του αμερικάνικου punk Bad Religion, οι οποίοι αξίζουν ένα αφιέρωμα αντίστοιχου και μεγαλύτερου μεγέθους.






