Oι Bar Italia ξεκίνησαν τυχαία. Κατά λάθος. Όπως ξεκινούν όλα τα πράγματα που μετά δεν μπορείς να ξεφορτωθείς. Ένα κτίριο στο Peckham, το 2019. Στον κάτω όροφο, δύο παιδιά, ο Jezmi Tarik Fehmi και ο Sam Fenton, φτιάχνουν μουσική ως Double Virgo, χωρίς να ξέρουν αν τη θέλουν πραγματικά ή αν απλώς δεν αντέχουν τη σιωπή. Στον πάνω όροφο, μια γυναίκα (Nina Cristante) διδάσκει pilates, κρατά το σώμα σε ισορροπία ενώ το μυαλό γλιστρά αλλού. Δεν υπήρχε σχέδιο. Δεν υπήρχε μπάντα. Υπήρχε μόνο μια μικρή απόσταση. Και αυτή η τόσο μικρή απόσταση μπορεί να φέρει συχνά απρόβλεπτα αποτελέσματα.
Οι Bar Italia γεννήθηκαν λοιπόν από την τριβή. Από το να ακούς τον άλλον μέσα από το πάτωμα. Από το να μην μπορείς να ξεχωρίσεις αν αυτό που ακούς είναι τραγούδι, πρόβα ή απλώς κάποιος που δεν κοιμάται. Η μουσική τους μοιάζει ακόμη με αυτό: κάτι που συμβαίνει πίσω από τον τοίχο, κάτι που δεν είναι φτιαγμένο για σένα, αλλά σε στοιχειώνει (How did you get into the building did someone open the door for you?). Πήραν το όνομά τους από ένα καφέ στο Soho, και ίσως γι’ αυτό οι Bar Italia μοιάζουν περισσότερο με συνάντηση διαδρομών παρά με μπάντα από «καθαρό αίμα». Η Cristante είχε ήδη διεθνή παρουσία ως εικαστικός και περιπλανώμενη μούσα, σε σχέση (και κατά καιρούς σε πειραματικό ντουέτο) με τον αινιγματικό προβοκάτορα της λονδρέζικης art σκηνής Dean Blunt, ο οποίος υπέγραψε τους Bar Italia στη δική του ανεξάρτητη ετικέτα, World Music, για τις δύο πρώτες τους κυκλοφορίες.
Ο ήχος τους δεν ζητά άδεια. Είναι θολός, ανορθόδοξος, μισοτελειωμένος με τρόπο εσκεμμένο. Σαν να πήραν το indie rock, το shoegaze και το post-punk και τα άφησαν έξω στη βροχή μέχρι να χάσουν το σχήμα τους. Κιθάρες που δεν καθαρίζονται ποτέ εντελώς, φωνές που δεν ξέρεις αν ψιθυρίζουν ή απειλούν, και τραγούδια που μοιάζουν να καταρρέουν τη στιγμή που νομίζεις ότι τα κατάλαβες. Κι εκεί που πιάνεις το νόημά τους, η μουσική τους σε τραβάει από το μανίκι μέσα σε κάτι ακόμα πιο ασαφές.
Υπάρχει κάτι βαθιά ανήσυχο στους Bar Italia. Όχι με τον ηρωικό τρόπο. Με τον τρόπο του εφιάλτη που δεν φωνάζει, απλώς σε κοιτάζει. Οι στίχοι τους μοιάζουν με αποκόμματα σκέψεων, μισές φράσεις που έμειναν κολλημένες στο στόμα. Δεν σου εξηγούν τίποτα. Σε αφήνουν να περιπλανηθείς. Και αυτό είναι το πιο πανκ στοιχείο τους: η άρνηση να γίνουν σαφείς.
Για χρόνια έμοιαζαν να αποφεύγουν το φως. Λίγες συνεντεύξεις, σχεδόν καμία διάθεση να «εξηγήσουν» ποιοι είναι. Σαν να φοβόντουσαν ότι αν μιλήσουν πολύ, το πράγμα θα εξαφανιστεί. Αυτή η σιωπή ήταν το ένστικτο τους. Ένα είδος αυτοάμυνας απέναντι σε έναν κόσμο που θέλει να σου βάλει ταμπέλα πριν καν καταλάβεις αν αντέχεις να τη φορέσεις. Κι όμως, το πράγμα μεγάλωσε. Τα τραγούδια πέρασαν από μικρές κυκλοφορίες σε άλμπουμ που έμοιαζαν με ημερολόγια γραμμένα σε λάθος σειρά. Και κάπου εκεί, το underground άρχισε να γίνεται ορατό, με εκείνη τη σταδιακή αναγνώριση που μοιάζει με ενοχή: «κάτι συμβαίνει εδώ». Οι Bar Italia βρέθηκαν να παίζουν μπροστά σε περισσότερο κόσμο, χωρίς ποτέ να γίνουν πιο «καθαροί». Αντίθετα, η μουσική τους έγινε πιο παράξενη, πιο εκτεθειμένη, πιο εσωτερική.
Υπάρχει μια νεανική αγωνία σε όλο αυτό. Όχι η ρομαντική, αλλά η πραγματική: αυτή που σε κρατά ξύπνιο στις τρεις το πρωί, όταν όλα φαίνονται πιθανά και ταυτόχρονα χαμένα. Οι Bar Italia ακούγονται σαν εκείνη τη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι μεγάλωσες, αλλά δεν σου έδωσαν οδηγίες. Σαν soundtrack για πόλεις που δεν υπόσχονται τίποτα και γι’ αυτό ακριβώς γίνονται επικίνδυνες.
Το πρώτο τους άλμπουμ, Quarrel (2020), δεν έγινε δεκτό με καθολική αποδοχή· αντίθετα, προκάλεσε έντονες και συχνά αντικρουόμενες αντιδράσεις. Ορισμένοι σχολιαστές υποστήριξαν ότι «ακούγεται σαν να προσπαθεί να μοιάσει στον Dean Blunt», ενώ άλλοι υπήρξαν πιο ωμοί, περιγράφοντάς το ως «μια κακή τραγουδίστρια που κινείται πάνω από απλώς ανεκτές οργανικές βάσεις». Κάποιες κριτικές συνέχιζαν επισημαίνοντας ότι, αν τα instrumentals ήταν πιο δυνατά, το άλμπουμ ίσως να λειτουργούσε καλύτερα, τονίζοντας πως «τα φωνητικά δεν είναι πάντα το ζητούμενο», αλλά εδώ «όλα μοιάζουν προβληματικά σε όλα τα επίπεδα». Οι ίδιες απόψεις συχνά κατέληγαν σε μια σχεδόν αμήχανη παραδοχή: ότι η συνολική αίσθηση ήταν κακή, «χωρίς όμως να υπάρχει διάθεση υπερβολικής αυστηρότητας».
Το δεύτερο άλμπουμ τους, Bedhead (2022), πήγε τη συνθήκη πολύ πιο βαθιά γιατί εκεί που το ντεμπούτο κινούνταν σε μια ζώνη αμηχανίας και μετάβασης, το επόμενο κατάφερε να γεννήσει κάτι αλλιώτικο μέσα από τις ρωγμές τους, επίμονες αλλά σχεδόν αδιέξοδες. Τα τραγούδια εδώ λειτουργούν σαν καρέ ενός κόμικ, που αφηγούνται αλλόκοτα αλλά υπόγεια συνδεδεμένα επεισόδια. Από το "Bachelorette" και μετά, η μετατόπιση του τόνου είναι σαφής. Εκεί που το Quarrel γεννήθηκε από μια ενεργή, σχεδόν σωματική δυσφορία —μια πραγματική μεταιχμιακή κατάσταση— το Bedhead μοιάζει με παραίτηση και αποδοχή της παρακμής. Τα τραγούδια προέρχονται από έναν τόπο μίζερης συγκατάθεσης. Οι στίχοι παραμένουν αινιγματικοί, όμως ο ήχος έχει ρυθμιστεί ώστε να ενισχύει αυτό το συγκεκριμένο αίσθημα.
Λίγους μήνες αργότερα οι Bar Italia υπέγραψαν στην Matador και το The Twits δεν άργησε να έρθει στα ράφια την επόμενη χρονιάς. Από την πρώτη κιόλας νότα του "my little Tony" καταλαβαίνεις πως είναι ένα άλμπουμ που λειτουργεί σαν μια συνειδητή προσπάθεια των Bar Italia να ανοίξουν τον κύκλο τους χωρίς να προδώσουν τη βασική τους φόρμα. Είναι μουσική εσωστρεφής, σχεδόν «βιβλιοφιλική», φτιαγμένη για βλέμματα έξω από το παράθυρο και για ακροάσεις σε προβληματικά ακουστικά που πιάνουν μόνο αν τα κρατάς στη σωστή γωνία. Οι γνώριμες επιρροές από το σκοτεινό μουσικό περιβάλλον της χώρας τους (Τhe Cure, Slowdive) παραμένουν παρούσες, αλλά αυτή τη φορά συνοδεύονται από μια διάθεση πειραματισμού που δείχνει ότι το συγκρότημα έχει κουραστεί από την απλή αναπαραγωγή αναφορών. Το αποτέλεσμα είναι ένας χαλαρός δίσκος «δωματίου», με νευρική ενέργεια, ελαφρώς ανησυχητικός, γεμάτος μικρές ιδιοτροπίες και μια ανεπαίσθητη, ίσως υπερβολικά ανεπαίσθητη, ζωντάνια. Παραμένει αγχώδης και συναισθηματικά φορτισμένος, με θεματικές γύρω από την απομόνωση και τις στραβωμένες ερωτικές ιστορίες, όμως σε αντίθεση με το πρώιμο υλικό τους, εδώ οι Bar Italia μοιάζουν πιο πρόθυμοι να προσθέσουν χρώμα εκεί που άλλοτε άφηναν σκόπιμα κενά. Κομμάτια όπως το "worlds greatest emoter" ξεχωρίζουν για τον απροσδόκητα χορευτικό τους χαρακτήρα, ενώ στα υπόλοιπα τραγούδια, πίσω από τη γνώριμη μελαγχολία, διαφαίνεται μια νέα, ψυχρή αποφασιστικότητα. Το The Twits ακούγεται σαν ένα άβολο χαμόγελο μέσα στο σκοτάδι: μουσική που σέρνεται, ανήσυχη, που μοιάζει να παρατηρεί τον ακροατή από το πάτωμα, με ειρωνεία. Ένας δίσκος που δεν εγκαταλείπει την εφηβική αγωνία, αλλά την κοιτάζει πλέον με περισσότερη αυτογνωσία και λιγότερη αθωότητα.
Το περσινό Some Like It Hot βρίσκει τους Bar Italia πιο εξωστρεφείς χωρίς να χάνουν το ανήσυχο βλέμμα τους. Είναι ένας δίσκος που αφήνει περισσότερο φως να περάσει, αλλά ποτέ χωρίς σκιά: κιθάρες πιο καθαρές, μελωδίες που κολλάνε ύπουλα, και μια αίσθηση ότι το συγκρότημα παίζει πλέον με τη φόρμα αντί να κρύβεται μέσα της. Δεν εγκαταλείπουν τη μελαγχολία τους, απλώς τη ντύνουν με κάτι σχεδόν pop, σαν χαμόγελο που κρατά λίγο παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε. Δεν είναι μπάντα της νοσταλγίας, παρότι δανείζονται ήχους από το παρελθόν. Είναι περισσότερο μια μπάντα της σύγχυσης. Της μεταβατικής ηλικίας που δεν τελειώνει ποτέ. Της γενιάς που έμαθε να ζει με αβεβαιότητα σαν μόνιμο καθεστώς. Η μουσική τους δεν σε κάνει να νιώθεις άνετα, σε κάνει να νιώθεις ότι κάτι δεν πάει καλά, κι αυτό είναι ακριβώς το ζητούμενο.
Οι Bar Italia φτάνουν στην Αθήνα για μία μοναδική συναυλία την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου στο Gagarin. Με τις χαρακτηριστικές ατμοσφαιρικές μελωδίες τους, τους δυναμικούς ρυθμούς και τα συναισθηματικά τους lyrics, οι Bar Italia υπόσχονται μία βραδιά γεμάτη ένταση και μουσική που καθηλώνει. Mαζί τους οι Come, ένα raw, riff-oriented rock τρίο που γεννήθηκε μέσα από τον ρομαντισμό ενός παγανιστικού γάμου και μιας καλοκαιρινής busking περιπέτειας στη Μύκονο.

TICKETS
BAR ITALIA // 13 Φεβρουαρίου // more.com
Σημεία προπώλησης: Public // Καταστήματα Nova
Χώρος: Gagarin 205 // Λιοσίων 205, 104 45, Αθήνα






