View More

The Needle and The Damage Done: Η ιστορία του Danny Whitten

Θυμόμαστε τον αυθεντικό και αδικοχαμένο κιθαρίστα των Crazy Horse 50 ακριβώς χρόνια από τον θάνατό του.

Θανάσης Μήνας
Θανάσης Μήνας

Υπάρχουν συνοδευτικές μπάντες που υπερβαίνουν τον ορισμό των session μουσικών. Οι μουσικοί που τις απαρτίζουν, δεν είναι ακριβώς αφανείς, πολλές φορές είναι επώνυμοι και έχουν να επιδείξουν τις δικές τους, ενίοτε εξαιρετικές, δουλειές, όμως η συνθήκη λέει ότι συνήθως περιστoιχίζουν έναν μεγάλο δημιουργό ή έναν χαρισματικό ερμηνευτή και μεταξύ τους αναπτύσσεται μια μοναδική χημεία. Τα παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά: To “The Basement Tapes” (1975) του Dylan θα ήταν αδιανόητο χωρίς τη σπουδή των Band (Rick Danko, Garth Hudson, Richard Manuel, Robbie Robertson, Levon Helm) πάνω στις ενορχηστρώσεις της  λαϊκής αμερικανικής μουσικής. Οι Booker T. & the M.G.'s (Booker T. Jones, Steve Cropper, Donald "Duck" Dunn, Al Jackson Jr.) μπορούν να μοστράρουν ως αυτόνομη μπάντα μια πλούσια δισκογραφία (κι ένα “Green Onions”), όμως συνάμα κρύβονται πίσω από τα περισσότερα soul διαμάντια που ηχογράφησαν οι Φωνές της Stax/Volt (Wilson Pickett, Otis Redding, Bill Withers, Sam & Dave, Carla Thomas, Rufus Thomas, Johnnie Taylor, Albert King, κ.ά). Ο Springsteen παραμένει υπέροχος με όποια session μπάντα κι αν έχει στο πλάι του, όμως πραγματικά πετάει παρέα με την αυθεντική E Street Band (Steven Van Zandt, Nils Lofgren, Patti Scialfa, Danny Federici, Roy Bittan, Garry Tallent, Max Weinberg, Clarence Clemons).

Αντίστοιχα, ορισμένες από τις κορυφαίες δουλειές του Neil Young (“Everybody Knows This Is Nowhere” 1969, “Zuma” 1975, “Rust Never Sleeps” 1979, “Ragged Glory” 1990, “Weld” 1991, κ.ά.), όπως και τα live του, είναι αμφίβολο αν θα είχαν την ίδια ποιότητα χωρίς το παίξιμο και τη συμβολή των Crazy Horse∙ ενδεχομένως της πιο ανθεκτικής στον χρόνο  backing band όλων των εποχών (μετράνε επισήμως12 album παρέα με τον Young). Στην πρώτη σύνθεση των Crazy Horse συναντάμε τρεις μουσικούς, τον Billy Talbot στο μπάσο, τον Ralph Molina στα τύμπανα και, βεβαίως, τον Danny Whitten στην κιθάρα.

Ο Danny Whitten γεννήθηκε στις 8 Μαΐου του 1943, στο Columbus της Georgia. Η οικογένειά του μετακόμισε στο Canton του Ohio όταν ο ίδιος ήταν εννέα χρονών. Εκεί γνωρίστηκε με τους Talbot και Molina, και μαζί με άλλους μουσικούς σχημάτισαν ένα φωνητικό (doo-wop) group, τους Danny and the Memories. Το 1967, με την έκρηξη της σκηνής της Ανατολικής Ακτής, οι τρεις τους μετακινήθηκαν στο Σαν Φρανσίσκο, με σκοπό να σχηματίσουν μια ψυχεδελική rock μπάντα. Παρέα με τα αδέλφια George και Leon Whitsell (κιθάρα και φωνητικά, αντίστοιχα) και με τον Bobby Notkoff (βιολί), δημιούργησαν τους Rockets. Υπέγραψαν συμβόλαιο με την εταιρεία White Whale Records και με παραγωγό τον Barry Goldberg, ηχογράφησαν το μοναδικό τους album με τίτλο το όνομά τους, το 1968: τίποτε το συγκλονιστικό, όμως σίγουρα ένα αξιόλογο χαρμάνι από rock, folk και ψυχεδέλεια, στο πνεύμα της εποχής. Οι κιθαριστικές αιχμές, πάντως, του Whitten, έδιναν πολλές υποσχέσεις.

Το album παρόλα αυτά δεν πούλησε τίποτα και η μπάντα ήταν στα πρόθυρα της διάλυσης όταν τους άκουσε (και τους συνάντησε) ο Neil Young, στα τέλη του 1968. Ο τελευταίος, που είχε αποχωρήσει από τους Buffalo Springfield και είχε ήδη κυκλoφορήσει τον πρώτο του προσωπικό δίσκο, χρειαζόταν μια μπάντα από πίσω του για να εξηλεκτρίσει τον ήχο του. Τη βρήκε στα πρόσωπα των Talbot, Molina και Whitten, οι οποίοι μετονομάστηκαν σε Crazy Horse.

Ανάμεσα στον Γενάρη και τον Μάρτη του 1969, ηχογράφησαν το πρώτο αριστουργηματικό album του Young, το Everybody Knows This Is Nowhere, που εκδόθηκε στις 4 Μαΐου του ίδιου χρόνου από τη Reprise. Ο Whitten κάνει (πίσω από τον Young) φωνητικά στο "Cinnamon Girl", παίζει κιθάρες και στα επτά στα κομμάτια του δίσκου, όμως το παίξιμό του λάμπει πραγματικά σε δύο από αυτά: στα σχεδόν 10λεπτα "Down by the River" και "Cowgirl in the Sand", όπου σκαρώνει (σε διάλογο με τον Young) απίθανες κιθαριστικές συγχορδίες που αγγίζουν το όριο της τελειότητας. Αν θέλουμε να εντοπίσουμε αναλογίες, το παίξιμο του Whitten σ’ αυτά τα κομμάτια κινείται κάπου ανάμεσα στον Mike Bloomfield (Paul Butterfield Blues Band, Super Session, Electric Flag, ηχογραφήσεις της περιόδου “Dylan Goes Electric”, κ.ά.) και στον John Cipollina (Quicksilver Messenger Service, Nick Gravenities, κ.ά): διαθέτει την blues αψάδα του πρώτου και τη φυγόκεντρη, ψυχεδελική ευελιξία του δεύτερου. Οι συγχορδίες των Whitten και Young σ’ αυτά τα δύο κομμάτια έμελλε να ασκήσουν μεγάλη επίδραση στους κιθαρίστες της σκηνής του Σιάτλ, είκοσι και πλέον χρόνια μετά.

Μερικούς μήνες μετά, ο Young ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις του After The Gold Rush (Reprise, Σεπτέμβριος 1970). Εμφανίστηκε όμως ένα πρόβλημα: ο Whitten είχε ήδη εθιστεί στην ηρωίνη, ενώ συγχρόνως έπασχε από χρόνια ρευματική αρθρίτιδα. Η απρόβλεπτη, λόγω της χρήσης, συμπεριφορά του Whitten στο στούντιο, ανάγκασε τον Young να διώξει τους Crazy Horse στο μέσο των ηχογραφήσεων και να πιστώσει το album αποκλειστικά στον εαυτό του – σε αντίθεση με το “Everybody Knows This Is Nowhere” όπου στους τίτλους αναγράφεται “Neil Young with Crazy Horse”. Ο Whitten πρόλαβε πάντως να παίξει κιθάρα στα "Oh, Lonesome Me", "I Believe in You" και "When You Dance I Can Really Love", ενώ προς το τέλος των ηχογραφήσεων, επέστρεψε στο στούντιο για να κάνει δεύτερα φωνητικά στα "Tell Me Why", "Only Love Can Break Your Heart", "Cripple Creek Ferry", "Southern Man" και "Till the Morning Comes".

Ενώ η κατάσταση του Whitten συνεχώς επιδεινωνόταν, τον Φεβρουάριο του 1971 οι Crazy Horse κυκλοφόρησαν το πρώτο τους album με τίτλο το όνομά τους (από τα οκτώ συνολικά μέχρι σήμερα), κι αυτό στην εταιρεία Reprise. Συνδυασμός blues, rock και folk, το album περιλαμβάνει δύο συνθέσεις του Whitten που ξεχωρίζουν το "(Come On Baby Let's Go) Downtown" που συνέγραψε με τον Neil Young και έμελλε να επανεμφανιστεί παραλλαγμένο στο album Tonight's the Night του τελευταίου, και το συναισθηματικά φορτισμένο "I Don't Want to Talk About It", που έκανε τελικά επιτυχία ο Rod Stewart και διασκεύqσαν πολύ όμορφα οι Everything but the Girl.

Στις αρχές του 1972, οι Talbot και Molina αναγκάστηκαν να διώξουν τον Whitten από την μπάντα. Ήταν πια τόσο εξαρτημένος, που δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Τον Απρίλιο πάντως του ίδιoυ χρόνου, ο Young προσπάθησε να τον βοηθήσει, προσκαλώντας τον να συμμετάσχει στους Stray Gators, δηλαδή την μπάντα που θα συνόδευε τον Young on the road, στην τουρνέ που θα ακολουθούσε μετά από την κυκλοφορία του album που έμελλε να είναι το “Harvest” (Reprise, Φεβρουάριος 1972). Στο album βεβαίως περιλαμβάνεται και το γραμμένο για τον Whitten, προφητικό όπως έμελλε να αποδειχθεί,"The Needle and the Damage Done".

Στις πρόβες που προηγήθηκαν της τουρνέ, έγινε φανερό ότι ο Whitten, που είχε εθιστεί και στο αλκοόλ σε μια προσπάθειά του να κόψει την ηρωίνη, βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση, ώστε του ήταν αδύνατον να συγχρονιστεί με τους υπόλοιπους μουσικούς. Στις 18 Νοεμβρίου του 1972, ο Young αναγκάστηκε να τον διώξει ξανά. Αναφέρεται ότι του έδωσε 50 δολάρια και ένα αεροπορικό εισιτήριο για το Λος Άντζελες.

 Το κακό όμως δεν θα αργούσε να γίνει. Το ίδιο βράδυ, ο Whitten βρέθηκε νεκρός στο L.A. από υπερβολική δόση διαζεπάμης (diazepam, το φάρμακο που έπαιρνε για την ρευματική αρθρίτιδα) σε συνδυασμό με υπερβολική δόση αλκοόλ. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, αιτία του θανάτου του ήταν η υπερβολική δόση μεθακουαλόνης (methaqualone, ισχυρό καταπραϋντικό / υπνωτικό που αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως υποκατάστατο στα βαρβιτουρικά). Ήταν μόλις 29 ετών.

Ο Young συγκλονίστηκε από την είδηση του θανάτου του Whitten. Σαν να μην έφτανε αυτό, λίγους μήνες μετά, στις 4 Ιουνίου του 1973, βρήκε το θάνατο από υπερβολκή δόση ηρωίνης και κοκαΐνης και ο roadie Bruce Berry, στενός φίλος του Young. Ο Young, που είχε περιπέσει και ο ίδιος σε κατάθλιψη, αφιέρωσε άτυπα στη μνήμη τους το album Tonight's the Night (Reprise, Ιούνιος 1975)∙ πρόκειται ίσως για το πιο σκοτεινό, στοιχειωτικό θα έλεγα, album της καριέρας του.

Ο Danny Whitten ήταν ένα μεγάλο ταλέντο που έφυγε νωρίς. Δεν πρόλαβε να κάνει πολλά. Το «τι θα μπορούσε να κάνει αν...» δεν είναι ιστορικό ερώτημα. Όμως, και μόνο για το παίξιμό του στο “Down by the River" και στο "Cowgirl in the Sand", αξιώνει μια θέση ανάμεσα στους σπουδαίους rock κιθαρίστες και, κυρίως, μια θέση στην καρδιά όσων έχουν αγαπήσει τη μουσική του Neil Young και των Crazy Horse.  

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Στη νέα σειρά μυστηρίου του Netflix, τα γυναικεία φωνητικά που ακούγονται σε όλα τα επεισόδια, ...

 Λίγο πριν τις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς  ο Βαγγέλης Κυριακάκης γυρνάει πίσω στις

Ο Αλέξανδρος Τοπιντζής σχολιάζει το νέο τραγούδι των Metallica και κάνει δέηση στους θεούς του ...

FEATURED TODAY

Ο Δημήτρης Λιλής συζητά με έναν από τους ήρωες της εφηβείας του και ένα από τα πιο επιδραστικά πρόσωπα της indie: το αφεντικό της θρυλικής K Records και ιδρυτικό μέλος των Beat Happening, Calvin Johnson.

Στη νέα σειρά μυστηρίου του Netflix, τα γυναικεία φωνητικά που ακούγονται σε όλα τα επεισόδια, ανήκουν σε δύο Ελληνίδες. Αν αναρωτιέστε τι σας θυμίζουν οι φωνές τους ή αν θέλετε να τις ακούσετε και αλλού, έχουμε τις απαντήσεις. 

Η τελευταία δεκάδα νέων κυκλοφοριών πριν την listomania του 2022, χορεύει στη βροχή.
Top