100. The Gentle Waves: Swansong For You [Jeepster, 2000]
του Χάρη Συμβουλίδη

Εκεί στο γύρισμα του αιώνα, η Σκωτσέζα τραγουδοποιός, τσελίστρια και τραγουδίστρια Isobel Campbell ήταν γνωστή ως μέλος των Belle And Sebastian –στους οποίους και θα παρέμενε ως το 2002, πριν αναζητήσει μια σόλο καριέρα που την έφερε στο πλευρό του Mark Lanegan, για 3 άλμπουμ.

Παρά ταύτα, στην ψηφοφορία μας δεν διακρίθηκε κανένα από τα άλμπουμ με τον Lanegan, παρά κέρδισε έδαφος το 2ο της άλμπουμ με το όχημα των Gentle Waves. Κομψή και ντελικάτη indie pop, με twee μελωδίες και χαμηλοβλεπούσα ευαισθησία, η οποία εκφράστηκε άψογα στο single "Falling From Grace"· μικροεπιτυχία και στα μέρη μας για τη νεολαία που έβγαζε τα καλοκαιρινά της βράδια στον πεζόδρομο του Pop.

99. Grizzly Bear: Veckatimest [Warp, 2009]
του Σπύρου Τόρε

Είναι οικείο το άκουσμα της μουσικής των Grizzly Bear, μα και αρκετά δύσκολο συνάμα ώστε να το περιγράψεις επακριβώς. Πολύ σημαντικό ρόλο στην άρθρωσή της παίζουν οι φωνητικές αρμονίες των δύο τραγουδιστών και δεν θα έπρεπε να προξενεί καμία εντύπωση ότι απασχολούν άνθρωπο για να τους γράφει την ενορχήστρωση των φωνών. Και μάλιστα όχι όποιον κι όποιον, μα τον Nico Muhly, σύγχρονο συνθέτη κλασικής μουσικής. 

Από εκεί και πέρα, έχουμε αφενός ένα σάρωμα της pop ιστορίας με έμφαση στις ψυχεδελικές της στιγμές κι αφετέρου μία διαρκή επαφή με ό,τι ονομάζουμε «pastoral pop»: μελωδίες δηλαδή οι οποίες διατηρούν στοργικά κλεισμένες μέσα τους εικόνες από την αμερικάνικη πραγματικότητα, άμεσα επηρεασμένες σε ηχητικό επίπεδο από το παρελθόν της ηπείρου. 

98. The Streets: Original Pirate Material [Warner, 2002]
του Κωνσταντίνου Τσάβαλου

Κορίτσια, νύχτες ιδρωμένες, clubs, drugs, playstations, κεμπαμπτζίδικα, όσοι έζησαν (για λίγο ή πολύ) ή ζουν στη Βρετανία, θα αναγνωρίσουν ένα κομμάτι του εαυτού τους. Πόσο μάλλον οι ίδιοι οι Βρετανοί, που όχι άδικα, το αποθεώνουν. 

Περιττό να πούμε ότι όλα αυτά, για τους άσπονδους φίλους των Βρετανών στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ακούγονται κινέζικα. Γιατί λοιπόν να παραπονιούνται για το ότι δεν πουλάνε εκεί (πέρα από τους ευνόητους λόγους), όταν η μαγεία σημαντικών τους άλμπουμ –σαν το Original Pirate Material– πηγάζει από τα ίδια τα χαρακτηριστικά της εσωστρεφούς πολιτιστικής και μη κουλτούρας τους, κάνοντάς τα διαφορετικά;

97. John Williams: Star Wars Episode II - Attack Of The Clones soundtrack [Sony Classical, 2002]
του Χάρη Συμβουλίδη
H επιστροφή του Πολέμου των Άστρων για μια νέα τριλογία, υπήρξε ένα από τα μεγάλα κινηματογραφικά γεγονότα στην καμπή του 20ου προς τον 21ο αιώνα. 

Οι ταινίες ωστόσο δίχασαν τελικά το κοινό, αν και το πιο ενήλικο θέαμα του Attack Of The Clones άρεσε πιο άμεσα, αφενός χάρη στον Ewan McGregor, που έδωσε έναν εξαιρετικό Obi-Wan Kenobi, αφετέρου λόγω της καλοστημένης κλιμάκωσης από τον Τζορτζ Λούκας, η οποία κορυφώθηκε επικά στη μάχη του Geonosis. Χωρίς να κάνει κάτι το ιδιαίτερο, ο John Williams παραμένει άσσος στις φόρμες και στα μοτίβα του, αναπλάθοντας κάτι από τον Μύθο των Τζεντάι, για μια νέα γενιά ακροατών και θεατών.

96. Robert Plant & Alison Krauss: Raising Sand [Rounder, 2007]
του Παναγιώτη Φουρκιώτη

Ο παραγωγός T Bone Burnett αφήνει χώρο στον Robert Plant (ιστορικό λαρύγγι των Led Zeppelin) και στην Alison Krauss (αστέρι του bluegrass), χτίζοντας ένα υποβλητικό, αν και λακωνικό, υπόβαθρο.

Ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόταν για να αναδειχθούν οι χαμηλότονες, εντούτοις βαθιά συναισθηματικές ερμηνείες τους. Είναι μάλιστα στις πιο σπαραξικάρδιες μπαλάντες όπου αναδεικνύεται το πνεύμα και η δύναμη αυτής της συνεργασίας.

95. The Mars Volta: De-Loused In The Comatorium [Universal, 2003]
του Ηλία Πυκνάδα

Η μουσική τους ορθώνει τα τείχη θορύβου και τις δυσαρμονικές γωνίες των At The Drive-In, κλέβει από τη 1990s emo κίνηση, αλλά και τη στόφα του κλασικού rock, χωρίς να λησμονεί και την electronica. Τα φαντάσματα των Led Zeppelin και The Birthday Party, η ενέργεια εφηβικής punk μπάντας, η εξυπνάδα των Can και τα Neu! ηχοτοπία με ambient, εφετζίδικες κιθαριστικές παρεμβολές, όλα αυτά τα βρίσκουμε ακόμη και στο ίδιο κομμάτι. 

Reverbed κιθάρες, free-jazz ρυθμοί, πλήκτρα που συνοδεύουν ή μοιάζουν να οδηγούν. Kι εκεί που λες ότι θα κρατήσουν για πάντα, διακόπτονται από tempo που οδηγούνται από bongos και συνοδεύονται από απανωτά κιθαριστικά σόλο. Αν ήδη ζαλιστήκατε από τις περιγραφές, προειδοποιώ ότι το ίδιο (και χειρότερο) θα πάθετε ακούγοντας το άλμπουμ!

94. The Killers: Hot Fuss [Island, 2004]
του Τάσου Βογιατζή

Οι Killers είναι αριστοτεχνίτες των riffs και της μελωδίας. Ξεσηκώνουν ακόμα και στάδια, αναπολούν την ποπ των 1980s και το new wave, αλλά γνωρίζουν ότι βρίσκονται στα '00s. Το άλμπουμ πάντως ήρθε για να ταρακουνήσει τα λιμνάζοντα νερά του βρετανόφιλου αμερικάνικου rock, με έναν δικό του τρόπο. 

Χωρίς να καταφεύγει σε εκτροχιαστικές συχνότητες είναι δυνατό και αρκούντως χορευτικό, είναι γάργαρο και ευφάνταστο χωρίς πειραματικούς εστετισμούς και τέλος είναι ακομπλεξάριστο, από την άποψη ότι ...θα μπορούσε να είχε άφθονο indie credibility, χωρίς να πρέπει τώρα να το κυνηγάει, εξαιτίας των παρεμβολών από τα α-λα-Duran Duran πλήκτρα του. Κι όμως, όσο κιτς κι αν φαίνεται ένας συνδυασμός της νεϋορκέζικης σκηνής με τα εφετζίδικα απομεινάρια των 1980s, οι 7-8 στιγμές μοναδικής συνθετικής οξυδέρκειας και το τελικό σύνολο που τις αναδεικνύει ακόμα πιο πολύ, δεν αφήνουν περιθώρια για αμφισβητήσεις.

93. Deathspell Omega: Si Monumentum Requires, Circumspice [Norma Evangelium Diaboli, 2004]
του Χάρη Συμβουλίδη

Μετά από μια δεκαετία πλουσιότατη σε κυκλοφορίες που έμελλε να αποδειχθούν «αναφοράς», το black metal έδειξε να στομώνει στα '00s. Και σίγουρα κανείς δεν θα στοιχημάτιζε στους Deathspell Omega για την όποια ανανέωση, καθώς μέχρι τότε δεν τα πήγαιναν καλά. Τελικά όμως ήταν οι Γάλλοι που έκαναν την έκπληξη. 

Προϊόν ανήλιαγων σκοταδιών, το 3ο τους άλμπουμ αποτυπώνεται ως ένα βαθύ έργο, το οποίο θέλησε να ανοίξει κουβέντα για τη θεϊκή ουσία του Διαβόλου, ενώ την ίδια στιγμή ενσωμάτωνε στον ήχο Γρηγοριανές ψαλμωδίες και ατονικά ριφ. Υπήρξε επιδραστικό για τον ρόλο της κιθάρας στο black metal και του βγάζουν το καπέλο ακόμα και όσοι δεν θέλουν να έχουν καμία ανοχή για την πολιτική στάση της μπάντας.

92. Explosions In The Sky: The Earth Is Not A Cold Dead Place [Bella Union, 2003]
του Μάνου Μπούρα

Σε μία εποχή που το λεγόμενο post-rock ιδίωμα έχει αρχίσει να φθάνει σε δημιουργικό τέλμα και να επαναλαμβάνει τον εαυτό του με έναν ιδιαίτερο σνομπισμό και μία πολιτική ατζέντα που αρχίζει να κουράζει όταν γίνεται μανιέρα, οι Explosions In The Sky απλοποιούν τα πράγματα με αξιοθαύμαστα αποτελέσματα. Μας αρέσουν γιατί επανέφεραν το παραδοσιακό σχήμα δύο κιθάρες/μπάσο/ντραμς και δεν παρασύρονται διογκώνοντας τον ήχο τους με πομπώδη βιολιά, samples και περίεργα κρουστά.

91. Jóhann Jóhannsson: Fordlândia [4AD, 2008]
του Πάνου Τράγου

Συνεχίζοντας το όραμα που ξεκίνησε το 2006 με το IBM 1401, A User’s Manual, μιλώντας δίχως στίχο για την επίδραση της οικονομίας (άρα και της τεχνολογίας) στην παρθένα γη και σκέψη, ο Ισλανδός μινιμαλιστής επέλεξε ένα ταραχώδες κομμάτι της ιστορίας του Henry Ford για να χτίσει μεθοδικά ένα έπος κοινωνικής επανάστασης. Το οποίο δρούσε πρωτοφανώς συγκινησιακά, σαν ταξίδι επιστροφής στη γη των πατέρων: τόσο μακριά για να πατήσεις, τόσο κοντά για να μυρίσεις το χώμα της.

Τη γη στην οποία πατάνε οι μελωδίες του Jóhannsson απαλά –κι ας καταστράφηκε πριν από 100 περίπου χρόνια, στη δίνη της μεγαλομανίας και του δολαρίου· αλλά και ισχυρά, ώστε να σηκώσουν την ύπαρξη, μέσω της οποίας βιώνεται στην εντέλεια η μουσική, μέχρι το διάστημα που δεν μπορεί να αγγίξει. Ελεγειακά, οι μελωδίες χτίζονται για να ξεχειλίσουν συναίσθημα, σε έναν δίσκο που ορίζει την ακρόαση ως εμπειρία ζωής.

90. Vampire Weekend: Vampire Weekend [XL Recordings, 2008]
του Βύρωνα Κριτζά

Είναι πρωτότυποι οι Vampire Weekend. Κανέναν δεν αντιγράφουν, αλλά θυμίζουν τα πάντα και αυτό είναι που τους αναδεικνύει σε ένα από τα πιο αξιόλογα πρωτοεμφανιζόμενα συγκροτήματα. H εμπειρία του Ezra Koenig, o οποίος στο παρελθόν συμμετείχε σε μπάντες οι οποίες έπαιζαν από free jazz μέχρι ska-punk και rap, πιθανόν να έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μουσική τους.

Χρειάζονται βέβαια ένα ακόμα εξίσου δυνατό άλμπουμ: για να εδραιώσουν τη θέση τους και να αποδείξουν έμπρακτα ότι δεν είναι άλλη μια μπάντα-φούσκα, η οποία εξάντλησε όλα τα δυνατά της χαρτιά με το καλημέρα.

89. John Williams: Harry Potter And The Philosopher's Stone soundtrack [Warner Sunset, 2001]
του Χάρη Συμβουλίδη

Παρά την εμπλοκή του με τον πάντα αγαπητό στο κοινό Πόλεμο των Άστρων, ο John Williams φαίνεται να βρήκε μεγαλύτερες συνθετικές προκλήσεις στον κόσμο του Harry Potter, που άρχισε το 2001 τη δική του κινηματογραφική διαδρομή.

Υπέγραψε έτσι ένα score αξιώσεων για την πρώτη ταινία της σειράς, αλλά ίσως δεν υπολόγισε ότι θα έχανε το Όσκαρ Καλύτερου Soundtrack από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Παρά ταύτα, #19 στη Βρετανία και #48 στις Η.Π.Α. δεν πάει εύκολα κανένας συνθέτης στα charts, κάτι που απέδειξε το πόσο δημοφιλής υπήρξε (και) στα '00s.

88. M83: Dead Cities, Red Seas & Lost Ghosts [Gooom, 2003]
του Μάκη Καλαμάρη

Στο 2o άλμπουμ των M83, ο Anthony Gonzales (που μετά έμεινε μόνος του) και ο Nicolas Fromageau (ο μετέπειτα αποχωρήσας) φτιάχνουν έναν ξεχωριστό κόσμο, δίπλα σ' αυτόν των My Bloody Valentine και του Brian Eno. Εμπλουτίζοντας τις νωχελικές κιθάρες, την ονειρική ποπ και τα αιθέρια φωνητικά του shoegaze με πολλά synths, ambient λεπτομέρειες και μια απαραίτητη new wave πινελιά, δημιουργούν ένα ανένταχτο και συναρπαστικό έργο. 

Η εκτυφλωτική ομορφιά του “Unrecorded”, οι δαιδαλώδεις διαδρομές του “America”, το αισθητικό βάρος του “Noise”, o ηχητικός κυκεώνας του “0078h” και η απεραντοσύνη του “Beauties Can Die”, κάνουν το Dead Cities, Red Seas And Lost Ghosts να ακούγεται την ίδια ώρα απόκοσμο και ατμοσφαιρικό, γήινο και αστρικό, σκοτεινό και λυτρωτικό, εγκεφαλικό και βουτηγμένο στο συναίσθημα. Θα μπορούσε να είναι η αχτίδα φωτός μετά από έναν πυρηνικό όλεθρο ή η μουσική επένδυση για ένα ατελείωτο ταξίδι στη δίνη ενός σπειροειδούς γαλαξία.

87. The Microphones: The Glow Pt. 2 [2001]
του Πάνου Καραφωτιά

Σε λιγότερο από έναν χρόνο μετά το καταπληκτικό It Was Hot, We Stayed Ιn Τhe Water (2000) ήρθε και η ακόμα καλύτερη συνέχεια. Μάστορας του αμερικάνικου lo-fi, o Phil Elvrum κυκλοφορεί άλλη μια συλλογή από πανέμορφα τραγούδια, με τη μελωδικότητα και τον λυρισμό στο έπακρο.

86. Toumani Diabaté's Symmetric Orchestra: Boulevard De L'Indépendance [World Circuit, 2006]
του Χάρη Συμβουλίδη

Ο καλύτερος δεξιοτέχνης του παραδοσιακού οργάνου kora που διέθετε η γενιά του, «πέρασε» επιτυχώς στη Δύση χάρη σε συνεργασίες με τη Björk και τον Damon Albarn. Υπερβαίνει όμως τις ανουσιότητες του hype για χαζο-έθνικ Δυτικούς που ψάχνουν κάτι «διαφορετικό» για να λικνιστούν.

Εδώ, θέτει την kora του στις υπηρεσίες μιας εκτεταμένης ορχήστρας (41 μουσικοί, 11 τραγουδιστές), στοχεύοντας στον χορό. Οι ισορροπίες μεταξύ του ηλεκτρικού και του ακουστικού, μεταξύ των παραδόσεων του Μάλι και των νεότερων ανησυχιών, είναι όλες θαυμαστές. Όσο κι αν ηχεί κλισέ, πετυχαίνει να σε μεταφέρει νοερά σε μια Παρασκευή βράδυ σε κάποιο club του Μπαμακό.

85. E.S.T.: Live In Hamburg 2006 [ACT, 2007]
του Βαγγέλη Πούλιου

Η τελεία μπήκε αναπάντεχα το καλοκαίρι του 2008, με τον θάνατο του Esbjörn Svensson σε καταδυτικό δυστύχημα, έμεινε όμως ένα από τα πιο πετυχημένα τζαζ σχήματα των τελευταίων ετών. 

Εξέφρασαν σαφώς μια συγκεκριμένη ευρωπαϊκή παράδοση η οποία μπλέκει την τζαζ με τις απολήξεις της κλασικής σκέψης, ταυτόχρονα ωστόσο δεν σταμάτησαν να ενσωματώνουν με ιδιαίτερη φυσικότητα στοιχεία ή λογικές από άλλες μουσικές φόρμες. Εξ ου και δεν αισθάνθηκαν ποτέ άνετα κάτω από μία συγκεκριμένη ταμπέλα, εξ ου κι έπαιζαν σε χώρους όπου τα τζαζ ρετιρέ σνόμπαραν, ενώ έκαναν και περιοδείες με ονόματα όπως λ.χ. η K.D. Lang.

84. Morrissey: You Are The Quarry [Attack, 2004]
του Παναγιώτη Κονδύλη

Επτά χρόνια μετά τη χλιαρότερη αποδοχή που γνώρισε στον δισκογραφικό στίβο, ο Morrissey δίνει το παρών με μερικές από τις καλύτερες μελωδίες του και με καυστικούς στίχους. Ο παραγωγός Jerry Finn, που τρόμαξε πολλούς fans με τη θητεία του σε Blink 182 και Green Day, βάζει τελικά το δικό του λιθαράκι στο φρεσκάρισμα του ήχου του.

83. Converge: Jane Doe [Equal Vision, 2001]
του Χάρη Συμβουλίδη

Ζούσε λοιπόν το hardcore punk στα '00s; Ό,τι ενστάσεις κι αν είχε κανείς, όσο συντηρητισμό κι αν εντόπιζε, ήταν αδύνατον να μην υποκλιθεί στον δυναμισμό αυτής της μπάντας, στους ευφυείς της ημι-μελωδικούς ρυθμούς, στους ποιητικούς στίχους και σε ένα μείγμα που (σχεδόν) σε έκανε να πιστεύεις ότι το punk και το metal βρίσκονται τελικά στο ίδιο στρατόπεδο. Αν και εμπορικά δεν συνέβη κάτι για τo αμερικάνικο γκρουπ, η φήμη που απόκτησαν με το Jane Doe ήταν τεράστια. Στα τέλη πια της δεκαετίας, μπορούμε με ασφάλεια να αποφανθούμε ότι ο δίσκος δημιούργησε σχολή.

82. Fleet Foxes: Fleet Foxes [Sub Pop, 2008]
της Χρυσάνθης Φολτοπούλου

Το ντεμπούτο των Αλεπούδων συμπεριλήφθηκε στα καλύτερα του 2008 και ήδη τότε έγινε λόγος (από ορισμένους) ότι θα βρισκόταν τελικά και στα κορυφαία της δεκαετίας. Σίγουρα πάντως κατέκτησαν μ' αυτό πλήθος θαυμαστών χάρη στη συνοχή, τον αυθορμητισμό και την ειλικρίνεια του υλικού, ενώ απέσπασαν διθυραμβικά σχόλια όχι μόνο από κοινό και κριτικούς, μα και από συναδέλφους τους.

81. The Last Shadow Puppets: The Age Of The Understatement [Domino, 2008]
του Τάσου Μαγιόπουλου

Τα πάντα στο άλμπουμ του Alex Turner (των Arctic Monkeys) και του Miles Kane μοιάζουν να είναι σωστά μελετημένα, σωστά οριοθετημένα και σωστά τοποθετημένα. Οι κιθάρες είναι αρκούντως άγριες ή θλιμμένες, ακολουθώντας χωρίς εξάρσεις τις προθέσεις του κάθε τραγουδιού, ενώ τα φωνητικά, με το μπόλικο reverb που τα πλαισιώνει, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα απλά μαγική. Με λίγα λόγια, μέσα στα λίγα λεπτά –τέσσερα το πολύ– που διαρκεί το κάθε κομμάτι αναπαριστώνται πανέμορφα τα γεγονότα, οι αφορμές και οι εικόνες για τις οποίες γράφτηκαν οι μελωδίες.

80. Editors: The Back Room [EMI, 2005]
του Γιώργου Γεωργούση

Με ένα ζευγάρι Will Sargeant-ικές, κοφτές κιθάρες να μονομαχούν κάτω από στροβοσκοπικά φώτα, κυκλικά περάσματα από Kraftwerk-ικά keyboards, ρομποτικούς ρυθμούς στα ντραμς, μπασογραμμές που κανείς δεν μου βγάζει από τον νου ότι ο ίδιος ο Μartin Hannett αναστήθηκε κι ανέλαβε την παραγωγή τους και gloom αισθητική στο εξώφυλλο. 

Οι τέσσερις 23χρονοι από το Μπέρμιγχαμ άλλοτε κάνουν ακόμη και τους Walkmen να φαίνονται σαν ένα μάτσο από ατάλαντα τσουτσέκια φτιάχνοντας το τέλειο ποπ single ("Munich"), άλλοτε συνθέτουν την τέλεια διεστραμμένη Cave-ική μπαλάντα ("Camera"). Μέσα δε στο ημίφως ξεχωρίζει η επιληπτική περσόνα του Tom Smith, με μια φωνή εξίσου εντυπωσιακά Paul Banks-ική, όσο και θανατερά στο ίδιο μήκος κύματος με αυτήν του Julian Cope, να καταθέτει στιχουργικούς existentialist ennui ύμνους όπως «blood runs through our veins, that's where our similarity ends» ("Blood") ή «people are fragile things, you should know by now» ("Munich").

79. The Black Eyed Peas: Elephunk [A&M, 2003]
του Χάρη Συμβουλίδη

Πολύ πριν γίνει «καραμέλα» του ενημερωμένου μουσικογραφιά η θεωρητική θέση για το χιπ χοπ ως νέα ποπ, ο will.i.am, η Fergie και τα άλλα (δύο) παιδιά έκαναν επιδρομή στο mainstream με σαρωτικά παγκόσμια hits σαν το "Shut Up" και τραγουδάρες της κλάσης του "Where Is The Love?".

Αρκετά γυαλισμένο και στρογγυλό για να το πεις alternative hip hop, με αρκετό rap υπόβαθρο για να το θεωρήσεις «σκέτα» ποπ, ήταν δίσκος που ίσως να θόλωσε τα σύνορα για όσους επέμειναν να ψάχνουν τέτοια, μα γι' αυτό ακριβώς και εξέφρασε τη στιλιστική ελευθερία των '00s όσο λίγα εμπορικώς πετυχημένα άλμπουμ.

78. Deftones: White Pony [Maverick, 2000]
του Άγγελου Γεωργιόπουλου

Έτος 2000 και ενώ το nu-metal μίασμα τυχαίνει ιδιαίτερης εκτίμησης στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι Deftones κυκλοφορούν έναν δίσκο που αποτινάζει από πάνω τους την παραπάνω ταμπέλα, τοποθετώντας τους ανάμεσα στους μεγάλους του alternative metal. Και το όνομα αυτού: White Pony. Ένας δίσκος που χαρακτηρίστηκε ως το αντίστοιχο Kid A του σκληρού ήχου της περιόδου και όντως αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτικός στον χρόνο.

77. Sufjan Stevens: Come Οn Feel The Illinoise [Asthmatic Kitty, 2005] 
του Νίκου Ελευθερίου

Ένα διαφορετικό μάθημα ανθρωπογεωγραφίας, με τίτλους-ποταμούς να περιγράφουν έναν κόσμο κατοικημένο από μητριές, εργάτες, γείτονες-ζόμπι, U.F.O. κλπ. Πιασμένοι χέρι-χέρι, ο σαρκασμός και η τρυφερότητα βαδίζουν άφοβα σε αυτήν την κοιλάδα του μαγικού ρεαλισμού, όπου το καθημερινό συναντά το παράδοξο. Ο δε Sufjan Stevens αντλεί μουσικά από το Χόλιγουντ, από τα μιούζικαλ του Broadway, ακόμα και από τη brill building σχολή της pop.

76. Kate Bush: Aerial [EMI, 2005]
του Θανάση Βούτσινου

Σχεδόν κλασικό ως άκουσμα, το Aerial είναι κεντημένο με αδιαπραγμάτευτης υπόστασης, αιθέριες και ανεπιτήδευτες μελωδίες, κυρίως στο πιάνο. 

Επιπλέον, έρχεται να παρουσιάσει το νέο ερμηνευτικό πρόσωπο της Kate Bush: πιο ώριμο και γοητευτικό από ποτέ, με μια μεστή φωνή, χωρίς αυτάρεσκες, θεατρικές υστερίες· ακόμη και όταν ξεφυλλίζει το αλλοπρόσαλλο λεύκωμα των ρόλων της, ακόμη και όταν μιμείται τη «μασημένη» εκφορά του Elvis Presley.

75. Loretta Lynn: Van Lear Rose [2004]
του Χάρη Συμβουλίδη

Εξαιρουμένου του Johnny Cash (που πάντως είναι τραγουδοποιός με ορίζοντες οι οποίοι απλώνονται στα μουσικά είδη), δεν υπήρχε περίπτωση να φανεί country δίσκος σε ψηφοφορία των συντακτών μας, ούτε γι' αστείο.

Ο μόνος λόγος που «τα κατάφερε» η σπουδαία Loretta Lynn με την 42η στούντιο δουλειά της καριέρας της, ήταν ότι την παραγωγή στο Van Lear Rose υπογράφει ο Jack White. Στα 72 αυτή, στα 28 εκείνος. Ήταν όμως τέτοιο το δαιμόνιό του στην τρέχουσα δεκαετία και τέτοια η λατρεία του rock κοινού στο πρόσωπό του, ώστε πραγματικά ό,τι έπιανε γινόταν χρυσός. Καταπληκτικό βεβαίως και το άλμπουμ, ούτως ή άλλως.

74. Gnarls Barkley: St. Elsewhere [Atlantic, 2006]
του Σπύρου Τόρε

Danger Mouse: ένας από τους παραγωγούς που με κάθε νέα του δουλειά εισάγει κάτι καινούργιο στην καριέρα του, κατορθώνοντας με κάθε δίσκο να ξεκινάει σχεδόν από το μηδέν –κάτι απίστευτο για πολλούς από τους συναδέλφους του. Συνεργασίες με Gorillaz, Sparklehorse, Black Keys, Beck, Rapture και MF Doom αποδεικνύουν την ευελιξία, αλλά και την ιδιαιτερότητά του. 

Cee-Lo Green: μέλος των (θρυλικών) Goodie Mob και στενός συνεργάτης των OutKast, η φωνή του οποίου έχει υπάρξει από το 1995 μία από τις πιο περιζήτητες για τα απαραίτητα «hooks» σε πολλούς χιπ χοπ (και όχι μόνο) δίσκους. Η συνύπαρξή τους υπό τη στέγη του Gnarls Barkley εγχειρήματος κατάφερε να δημιουργήσει κάτι ακόμα μεγαλύτερο από το απλό άθροισμα δύο μουσικών διανοιών. Ντύνοντας το St. Elsewhere με μια neo-soul, δραματική αισθητική και σερβίροντας το όλο αποτέλεσμα με μια θεατρική, εμπνευσμένη από ταινίες τρόμου απόδοση, το ντουέτο παρήγαγε μια τεράστια επιτυχία (“Crazy”), αλλά κι ένα από τα μουσικά ορόσημα της δεκαετίας.

73. TV On The Radio: Return To Cookie Mountain [4AD, 2006]
του Μάνου Μπούρα

Και πάνω που νομίζαμε ότι όλα έχουν ειπωθεί με τη βοήθεια της ευρύτερης ροκ φόρμας, έρχεται ένα γκρουπ από το Μπρούκλιν –νάτη πάλι η Νέα Υόρκη!– και ανατρέπει πολλά από όσα ξέραμε για το εν λόγω είδος. Η πολυσυλλεκτική σύνθεση του σχήματος αντανακλάται και στο ύφος της μουσικής του, που εντυπωσιάζει τόσο με τις διάσπαρτες επιρροές και την ευρηματικότητα των ρυθμών και των ήχων, όσο και με το ότι δύσκολα μπορείς να περιγράψεις τι είναι τελικά αυτό που κάνουν. 

Το ίδιο μάλλον σκέφτηκε και ο David Bowie, οπότε είπε να περάσει να τους δει από κοντά και να δανείσει τη φωνή του σ’ ένα κομμάτι. Οι TV On The Radio στιγμάτισαν με τον δικό τους τρόπο τη δεκαετία, ενώ ο εγκέφαλός τους David Andrew Sitek ξεχώρισε σαν παραγωγός (επιμελήθηκε αρκετές ακόμη παραγωγές εντός κι εκτός του γκρουπ).

72. Ash: Free All Angels [Infectious, 2001]
του Χάρη Συμβουλίδη

Με την εξαίρεση των Green Day, το pop punk δεν υπήρξε ποτέ τόσο διασκεδαστικό και τόσο ουσιαστικό, όσο στον 3ο δίσκο των Βορειοϊρλανδών Ash. «Ήθελα να γράψω φανταστικά τραγούδια, τα οποία θα μιλούσαν στον κόσμο», θυμάται ο Tim Wheeler –και ίσως να τα έγραψε λίγο μαζεμένα τότε και να άρχισε να ξεμένει στη συνέχεια. Οι παλιοί οπαδοί δεν τους συγχώρεσαν ποτέ το Free All Angels, αλλά δεν πειράζει: ήρθαν τόσοι νέοι στη θέση τους, ώστε το κενό δεν φάνηκε.

71. Arcade Fire: Neon Bible [Merge, 2006]
της Χριστίνας Κασσεσιάν

Τώρα, τι περιμένετε να σας γράψω; Ότι το νέο, δεύτερο, άλμπουμ των Arcade Fire είναι καλύτερο από το πρώτο τους, το Funeral, που για πολλούς –ανάμεσα σε αυτούς βάλτε και μένα– θεωρείται το καλύτερο της τρέχουσας δεκαετίας; 

Δεν πρόκειται να το πω, γιατί απλούστατα έργα τέτοιας μουσικής έντασης και τόσο σπουδαίου συναισθηματικού φορτίου, δεν γράφονται κάθε μέρα. Από την άλλη, όμως, να μην πιστέψετε και όσους σας πουν ότι το Neon Bible είναι απογοητευτικό. Γιατί έργα τέτοιου μουσικού όγκου και τέτοιας υπαρξιακής αγωνίας, επίσης δεν γράφονται κάθε μέρα.

70. Cat Power: The Greatest [Matador, 2006]
της Μαρίας Ντουρουντάκη

Η 6η δουλειά της Chan Marshall είναι το «The Greatest» άλμπουμ που έχει κάνει μέχρι σήμερα. Η διάθεση και η οπτική της γωνία για την τραγουδοποιία δεν έχει αλλάξει, μόνο που εδώ φροντίζει να γίνεται πιο άμεσα προσβάσιμη και κατανοητή –και όχι κατατονική, όπως κατά περιπτώσεις μας έχει συνηθίσει.

Οι στίχοι της παραμένουν σημαντικό κομμάτι του συνόλου, είτε μπορούν να γίνουν βίωμα από τον καθένα («everyone says they own you, more than you do»), είτε πρόκειται για δικές της εξομολογήσεις («I said I hate myself, and I want to die»), είτε παίρνουν τη μορφή μικρών διηγημάτων («There are some people who don’t believe in love, but Willie and Rebecca prove them all wrong»).

69. Boards Of Canada: Geogaddi [Warp, 2002]
του Τάσου Μαγιόπουλου

Σαφώς και δεν ήταν ισάξιο του προκατόχου του, Music Has The Right To Children (1998) –άλλωστε πόσα ηλεκτρονικά άλμπουμ είναι; Κοιτάζοντας πάντως τη γενικότερη εικόνα, ένας αντικειμενικός κριτής δεν μπορεί να μην παραδεχθεί πως οι Boards of Canada κατάφεραν με το Geogaddi να φτιάξουν έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ηλεκτρονικούς δίσκους της δεκαετίας. Αυτό μάλιστα λέει περισσότερα όταν το κάνεις για δεύτερη συνεχόμενη δεκαετία. 

Έχοντας απορρίψει πλέον τις παιδικές μελωδίες και τις σαμπλαρισμένες φωνές του ντεμπούτο, οι Σκωτσέζοι παραδίδουν έναν δίσκο εμφανώς πιο κλειστοφοβικό, αφιλόξενο και δύστροπο. Όπως έχουν δηλώσει και οι ίδιοι, είχαν επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, αλλά και από το γενικότερο χάος που επικράτησε στον κόσμο μετά από εκείνα –και φαίνεται στο αποτέλεσμα. Υπάρχει πιο μεγάλη απόδειξη επ’ αυτού από τη συνεχιζόμενη λατρεία τους στους Branch Davidians, μια αίρεση η οποία οδηγήθηκε σε μαζική αυτοκτονία; 

68. 50 Cent: Get Rich Or Die Tryin [Shady/Aftermath, 2003]
του Χάρη Συμβουλίδη

Παρότι το "In Da Club" «κούνησε» τον πλανήτη για αρκετά χρόνια στα '00s, το λευκό alternative κοινό ποτέ δεν χώνεψε τον 50 Cent και το χιπ χοπ που εκπροσώπησε: την όποια σχέση με το είδος τη διαμόρφωσε στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας με την αισθητική του Kanye West.

Παρά ταύτα, επί πολλά χρόνια τώρα το χιπ χοπ χαρακτηρίζεται από πράγματα που ο 50 Cent απέδειξε εδώ ότι έχει καλά ενσωματωμένα, τόσο ως κώδικα, όσο και ως «ήθος». Κι ας μην κρύβει (κάθε άλλο, μάλιστα) το ενδιαφέρον του για την αμερικάνικη σόου μπιζ. Τα υπόλοιπα είναι πράγματα που αφορούν την αισθητική των indie kids, όχι όσους ακούνε χιπ χοπ.

67. The National: Boxer [Beggars Banquet, 2007]
του Γιώργου Μιχαλόπουλου

Και μόνο του εναρκτήριου "Fake Empire" να γίνεις κοινωνός, ξέρεις ότι εδώ έχεις να κάνεις με κάτι το αληθινά σπουδαίο: σπάνια ακούς μια τραγική ιστορία να ντύνεται με τόσο χαρμόσυνους ήχους. Η συνέχεια αποδεικνύεται ένα γοητευτικό ταξίδι μέσα στο οξυδερκές μυαλό του Matt Berninger, που ηχητικά ισορροπεί ανάμεσα στο φως και τη σκιά, το γλυκό και το πικρό, το αφηγηματικό και το σκόπιμα ασαφές.

66. Beirut: Gulag Orkestar [4AD, 2006]
του Πάνου Τράγου

Απέναντι σε ορκισμένους Βαλκάνιους της πρωτεύουσας (ή, ας πούμε, τους προς τα μακρινά τους χωριά εκδράμοντες κάθε Πάσχα), ο 20άχρονος Zach Condon είχε να αντιπαραθέσει ειλικρινή αγάπη και σεβασμό στην παράδοση που τον επηρέασε. 

Γιατί να πνίξει άλλωστε όσα συνέβησαν μέσα του σε διάστημα λίγων χρόνων, από όταν μετακόμισε από την ανεξάντλητη δισκοθήκη της οικογένειάς του στην πραγματική ζωή εκεί έξω; Ένας Σέρβος συγκάτοικος σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα και ένα μάτσο πλανόδιοι μουσικοί στο Παρίσι, ήταν αρκετοί για αρχή. Το βαλκανικό του ροκ υβρίδιο άφησε στην άκρη την άγαρμπη ηλεκτρική κιθάρα (είπαμε, δεν είναι όλοι μεγαλοφυΐες όπως ο Tod A. των Firewater...) για να κάνει τη μελαγχολία όσων είδε και έζησε, έναν μάλλον λυτρωτικό χορό μέχρι τέλους.

65. Meshuggah: ObZen [Nuclear Blast, 2008]
του Χάρη Συμβουλίδη

Eισάγει μία διεστραμμένη λογική, αφού εδώ οι οχτάχορδες κιθάρες δεν είναι μέσο εντυπωσιασμού, αλλά ηχητικής υποδούλωσης: σε συνδυασμό με τα τύμπανα, δημιουργούν ήχο συμπαγή και απάνθρωπο, ο οποίος σου προξενεί εγκεφαλική συμφόρηση στην προσπάθεια αποκωδικοποίησης. Ακρόαση στην ακρόαση, ωστόσο, κολλάς όλο και περισσότερο με το ObZen, εξωθούμενος σε έναν φαύλο κύκλο επανειλημμένων επαναλήψεων. Ακόμα κι αν δεν το καταλάβεις ποτέ ολοκληρωτικά.

64. Interpol: Antics [Matador, 2004]
του Τάσου Βογιατζή

Στηριζόμενοι στην αγάπη τους για τους Television, Joy Division, The Cure, Echo & The Bunnymen και Chameleons, συνθέτουν πάλι post-punk διαμάντια σπάνιας ομορφιάς, φουλ στο συναίσθημα, αλλά με τη rhythm section να πρωταγωνιστεί αυτήν τη φορά. Οι α-λα-Peter Hook μπασογραμμές μπλέκονται με ρυθμούς και κιθάρες που φτάνουν ακόμα και την ενέργεια των Franz Ferdinand, το reverb συγκρατείται και ο Paul Banks βρίσκεται μεν σε σκοτεινό τούνελ, αλλά βλέπει και το τέλος του, κάπου στο βάθος. 

Ο ίδιος έχει βρει τον τρόπο να «απολαμβάνει» τον πόνο ή να προβάλλει τη χαρά της ανακάλυψης πραγμάτων μέσα από την αναπόφευκτη αστική απομόνωση. Στοιχεία, βέβαια, που διαχωρίζουν τον τρόπο ζωής του από εκείνον του σκοτεινού, βιομηχανικού Μάντσεστερ, αλλά παράλληλα αποδεικνύουν –με το κοινό τους συγκινησιακό αποτέλεσμα– πόσο αφορούν εν γένει τον σύγχρονο άνθρωπο της πόλης.

63. Nicole Atkins: Neptune City [Sony-BMG, 2008]
του Στυλιανού Τζιρίτα

Στο Neptune City η Nicole Atkins και οι μουσικοί της πήγαν μέχρι τη Σουηδία, κλείστηκαν για κάνα-δυο μήνες στο στούντιο και έπαιξαν. Ο παραγωγός ανέλαβε να μεταφέρει στα αυτιά μας αυτό το περίεργο μείγμα από let’s-go-1970s Νέα Υόρκη, Stevie Nicks, έρωτα, καθαρών ταμπούρων, λευκών και μαύρων δεύτερων φωνητικών, μούντζας στην ποζεράδικη «κάνω μαύρη μουσική/soul επειδή έτσι μου είπαν ότι πρέπει να κάνω και ας μην ξέρω ποιος είναι ο Big Joe Williams», ηλεκτρικών πιάνων που αγαπούν τον Roger Hodgson, μία σχεδόν αόρατη επιρροή της κυρα-Σιούξενας, ακουστικών πιάνων τα οποία τα έχει κουρδίσει χαμηλά ο Billy Joel, έγχορδα και πάλι έγχορδα, που θα συνόδευαν λόγω δεινότητας την ίδια την Dusty Springfield. Kαι μία Joni Mitchell είδα εγώ να περνάει, αλλά δεν βάζω και το χέρι μου στη φωτιά.

62. Howard Shore: The Lord Of The Rings I - The Fellowship Of The Ring soundtrack [Reprise, 2001]
του Χάρη Συμβουλίδη

Ό,τι κι αν έχει (ορθώς) ειπωθεί για την κινηματογραφική μεταφορά του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών από τον Peter Jackson, οι φίλοι του Τόλκιν δεν θα ξεπεράσουμε ποτέ τον ενθουσιασμό που προκάλεσε η πρώτη ταινία της τριλογίας, «ζωντανεύοντας» πειστικά κάτι έστω από το κλίμα του βιβλίου και τους αγαπημένους ήρωες. Σίγουρα ο ενθουσιασμός αυτός άγγιξε και το soundtrack του Καναδού συνθέτη Howard Shore για τη Συντροφιά του Δαχτυλιδιού. Εξίσου σίγουρα, όμως, έβαλε κι εκείνος τα δυνατά του, φτάνοντας όχι μόνο σε αξιομνημόνευτα θέματα (όπως το βασικό της έναρξης), αλλά και σε ένα Όσκαρ για Καλύτερο Soundtrack.

61. The Avalanches: Since I Left You [Modular Recordings, 2000]
του Τάσου Βογιατζή

Η τέχνη του κολλάζ είναι εδώ, 100% δημιουργική. Μέσα από το sampling οι Avalanches φτιάχνουν νέους ήχους, που απλά συμβάλλουν στην πραγματοποίηση της αρχικής ιδέας. Δεν τους οδηγούν τα samples, το αντίθετο. Μιξάρουν όλα τα είδη της μουσικής, από house και χιπ χοπ, ως disco και κλασική pop, αν και μεγάλη τους αγάπη παραμένει το funk. Ανάμεσα σε όλα αυτά περνούν και κινηματογραφικά soundtracks του τύπου Dr. Zhivago, αλλά και οι Boney M, η Madonna, οι Osmonds και ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Οι ρυθμοί διαδέχονται ο ένας τον άλλον, προκαλώντας το σώμα μας να χορεύει ασταμάτητα.

60. Wilco: Yankee Hotel Foxtrot [ανεξάρτητη έκδοση, 2001/Nonesuch, 2002]
του Χάρη Συμβουλίδη

Προξενεί μεγάλη εντύπωση η ιστορία της απόρριψης αυτού του άλμπουμ από τη Reprise το 2001, με δεδομένη τη γενική αναγνώριση που το συνοδεύει έκτοτε, ως ένα από τα μεγάλα alternative ορόσημα των '00s. 

Ο Jeff Tweedy έδειξε εδώ κλάση και παρέδωσε τραγούδια με σοφιστικέ ενορχηστρώσεις και «λοξές» νύξεις, χωρίς όμως να διακυβεύσει σε κάτι τη στρογγυλάδα τους. Οι Wilco δεν το ξεπέρασαν ποτέ δημιουργικά το Yankee Hotel Foxtrot, αν και παρέδωσαν κι άλλες καλές δουλειές στην πορεία.

59. Björk: Vespertine [One Little indian, 2001]
του Πάνου Γκένα

Ω του παραδόξου θαύματος! Εν εσχάτοις καιροίς, ώσπερ μουσικής πάμφωτης, Björk η ιδιόρρυθμη τω κόσμω έλαμψε, και ηύγασε τοις πιστοίς, μελωδιών το φως το υπέρλαμπρον, εν λόγω μυστικοπρεπεί, και δισκογραφία αμέμπτω και κρείττονι. Όθεν την του Παρακλήτου δωρεά δεδόξασται, και παρέχει απαύστως, τοις αιτούσι τα μουσικά ιάματα...

58. Bon Iver: For Emma, Forever Ago [4AD/Sony-BMG, 2008]
του Διονύση Κοτταρίδη

Απηχώντας τον αμερικανικό υπερβατισμό του Henry David Thoreau, ο Justin Vernon έγινε με αυτόν τον δίσκο ό,τι πιο συζητημένο κυκλοφόρησε στα τέλη των '00s κάτω απ’ την ταμπέλα singer/songwriter. (Σχεδόν) άυλα riffs και falsetto αιώρηση της φωνής θρέφουν ένα τραγούδι πηγαίο, μα και συνειδητά αποκομμένο απ’ τις ανούσιες ευκολίες και τις τόσο ουσιαστικές πολυπλοκότητες της ψηφιακής εποχής.

57. D' Angelo: Voodoo [Virgin, 2000]
του Χάρη Συμβουλίδη

Παρότι είχε ήδη πίσω του το υπέροχο Brown Sugar (1995) και μπροστά του θα ξετυλιγόταν μια ολόκληρη δεκαετία (από την οποία όμως εκείνος θα απείχε) όπου η αναβίωση της κλασικής soul θα γινόταν trend στους 20άρηδες και 30άρηδες, τώρα στο φινάλε θυμόμαστε περισσότερο τον δικό του δίσκο, παρά διάφορα άλλα συζητημένα (για λίγο) άλμπουμ νεότερων αστέρων.

Το Voodoo είναι δείγμα μιας νεο-soul κομψότητας που ξέρει σε βάθος το παρελθόν, αλλά δεν φοβάται την επαφή με το πιο σύγχρονο R'n'B. Αυτό του δίνει μια κοψιά που σε ορισμένα αυτιά ήχησε ως «πειραματική», ωστόσο οι χρησιμοποιούμενες πολυρρυθμίες ακουμπούν σταθερά σε κλασικότατα soul και funk μοτίβα.

56. Flying Lotus: Los Angeles [Warp 2008]
του Γιάννη Ιωάννου

O Flying Lotus αγγίζει εδώ περιοχές του μουσικού φάσματος στις οποίες δεν είχε φτάσει, θέλοντας πιθανόν να μας κάνει να δούμε το Λος Άντζελες όπως το έχει φανταστεί ή έχει ζήσει αυτός: σκοτεινό, καπνισμένο, μυστηριώδες, καμία σχέση με οποιαδήποτε γκλάμορους εικόνα μπορεί να έχουμε στο μυαλό. Και ο δίσκος αντανακλά αν μην τι άλλο μια αστικότητα, φαντάζει ιδανικός να περιγράψει τα άδυτα μιας πόλης, το underground ποιον της. 

Όπως λοιπόν ο Burial δημιούργησε με το Untrue ένα ιδανικό, γλαφυρό έργο τέχνης για το υπόγειο Λονδίνο, έτσι κι ο FlyLo δημιουργεί εδώ κάτι αντίστοιχο για το L.A. Αφήνοντας τον ακροατή να περιπλανηθεί με τη φαντασία του στις κακόφημες συνοικίες με τα στενά δρομάκια ή σε μια σαββατιάτικη έξοδο στους γεμάτους κόσμο δρόμους, που όμως μοιάζουν πλημμυρισμένοι από εκείνη τη γκρίζα, πνιγηρή, αστική μοναξιά μιας μεγαλούπολης. Με την επίπλαστη, πολλές φορές χαρά της, αλλά και τα τεράστια, αναπάντητα ερωτηματικά.

55. Yann Tiersen: Le Fabuleux Destin d'Amélie Poulain soundtrack [Virgin, 2001]
του Χάρη Συμβουλίδη 

Κάποτε που είδα live τον Γάλλο δημιουργό, κατάλαβα ότι το soundtrack που έφτιαξε για τη ρομαντική κομεντί του Jean-Pierre Jeunet με την Αμελί Πουλέν από τη Μονμάρτη αποδείχθηκε ευθύ και κατάρα. Ναι μεν τον έκανε πολύ γνωστό, όμως όσοι νόμιζαν ότι σκαρώνει ελαφριές ρομαντζάδες και δεν είχαν ιδέα για τις θορυβώδεις post-rock ανησυχίες του, έφευγαν από τη συναυλία.

Σε κάθε περίπτωση, εδώ υπηρέτησε έξοχα αυτό που κλήθηκε να κάνει με τη μουσική του, δείχνοντας μια μεγάλη άνεση με τις μελωδίες του πιάνου και του ακορντεόν. Στη Γαλλία της εποχής του πήγε νούμερο 1, ενώ πούλησε πολύ και στην Ελλάδα.

54. Gorillaz: Demon Days [Virgin, 2005]
του Παναγιώτη Μένεγου

Roots Manuva, Martina Topley-Bird, De La Soul, Shaun Ryder, Dennis Hopper, MF Doom, Ike Turner, Neneh Cherry και ο Danger Mouse στα κουμπάκια, όλοι στη διάθεση του Damon Albarn. Ο οποίος κατάφερε, με την ουσιαστική συμβολή του κόμικ δημιουργού Jamie Hewlett, να φτιάξει το πιο διασκεδαστικό «music meets art» πρότζεκτ των '00s. 

Μετά λοιπόν την προειδοποιητική βολή του ομώνυμου άλμπουμ των Gorillaz το 2001, η virtual κολεκτίβα επιστρέφει 4 χρόνια μετά με τον πιο feel-good δίσκο της δεκαετίας. Κάπου λοιπόν ανάμεσα σε electronica ψημένη σε ποπ φόρμα, light αντεστραμμένο χιπ χοπ και λευκό funk με baggy αναθυμιάσεις, αποδεικνύουν ξανά ότι ο ήχος τους μπορεί να στέκεται στο ίδιο επίπεδο με την εικόνα τους. Καλοκαίρι, χαμόγελα, spliffs, νωχελικό σπάσιμο της μέσης, ο Albarn συνεχίζει τη δημιουργικά ανοδική του πορεία στα noughties και όλοι γινόμαστε μέλη της “Feel Good Inc.”...

53. Clint Mansell, Kronos Quartet & Mogwai: The Fountain soundtrack [Nonesuch, 2006]
της Νίνας Ποπώφ

Με την κυκλοφορία της πολυσυζητημένης ταινίας Η Πηγή Της Ζωής (The Fountain) του Darren Aronofsky, άλλο ένα διαμάντι ήρθε να προστεθεί στη δισκογραφία του Clint Mansell, και πάλι σε συνεργασία με το σύνολο εγχόρδων Kronos Quartet, αυτήν όμως τη φορά και με τη βοήθεια των Σκωτσέζων post-rockers Mogwai. Η χημεία Aronofsky/Mansell δημιούργησε λοιπόν ακόμα ένα θαυμάσιο πόνημα –γιατί περί χημείας πρόκειται, εφόσον στο μεσοδιάστημα ο δεύτερος ασχολήθηκε και με soundtracks άλλων ταινιών, χωρίς όμως να πετύχει κάτι το αριστουργηματικό. 

Η μουσική επένδυση του Fountain έχει ως βασικό καλούπι δύο μοτίβα, τα οποία συμπυκνώνονται στις συνθέσεις “Tree Of Life” και “Together We Will Live Forever”, επαναλαμβάνονται δε σε όλο το άλμπουμ υπό τη μορφή κλασικιστικών συνθέσεων για έγχορδα, κυρίως μέσα από υποτονικές παραλλαγές και άλλοτε μέσα από εντάσεις. Όσο αμφιλεγόμενη είναι βέβαια η ταινία και το μήνυμά της περί έρωτα και θανάτου, άλλο τόσο αμφισβητήθηκε και το soundtrack –παρά ταύτα, το τελευταίο εισέπραξε άπειρες θετικές κριτικές, αν μη τι άλλο λόγω των συναισθημάτων που προκαλεί.

52. Slipknot: Iowa [Roadrunner, 2001]
του Χάρη Συμβουλίδη

Δύο μόλις χρόνια μετά το ντεμπούτο τους, έφτασαν στον οριακό αυτό δίσκο με τον ασημένιο τράγο στο εξώφυλλο, πρώτα χαρακτηρίζοντας και ύστερα επηρεάζοντας μεγάλο κομμάτι του εναλλακτικώς «σκληρού» ήχου των '00s. Ο χαρακτηρισμός nu metal δεν ταίριαζε πλέον καθόλου στο αμερικάνικο γκρουπ, το οποίο άγγιζε ζηλευτά επίπεδα τεχνικής, ενώ εξαπέλυσε μύδρους κατά πάντων, στον απόηχο μιας ιδιαίτερα σκοτεινής περιόδου για τον Corey Taylor. Η κριτική που έγραψε εκείνα τα χρόνια ο Πάνος Καραφωτιάς στο Avopolis, αποτελεί ιστορική αστοχία του παρόντος site. 

51. Nick Cave & The Bad Seeds: Abattoir Blues/The Lyre Of Orpheus [Mute, 2004]
του Βύρωνα Κριτζά

Ενάμιση χρόνο μετά το χλιαρό Nocturama και χωρίς πια τον Blixa Bargeld στη σύνθεση των Bad Seeds, o Nick Cave ηχογραφεί 17 τραγούδια μέσα σε 16 μέρες. Το Abattoir Blues προκύπτει ως ένα 100% ροκ άλμπουμ, με επιθετικό ήχο, κοφτερό στίχο και μια gospel χορωδία να συμβάλλει στη φόρτιση της ατμόσφαιρας. Η χορωδία παραμένει και στο Lyre Of Orpheus, μόνο που εδώ τα κομμάτια είναι πιο απαλά, περιγράφοντας αφηρημένα τον μύθο του Ορφέα.

Το “Let The Bells Ring” είναι γραμμένο για έναν από τους ήρωες του Cave, τον Johnny Cash, ο οποίος είχε αποβιώσει πρόσφατα. Αδύναμες στιγμές δεν υπάρχουν, αλλά ούτε και τραγούδια που επισκιάζουν τα υπόλοιπα. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την εξαιρετική χάρτινη έκδοση, συντέλεσαν σε ένα άλμπουμ-κόσμημα, ανεξάρτητα από γούστα ή τις μουσικές τάσεις της εποχής.

50. Franz Ferdinand: Franz Ferdinand [Domino, 2004]
του Κωνσταντίνου Τσάβαλου

Ιδιαίτεροι μέσα στη μαζικότητά τους, ιδιόρρυθμοι μέσα στην απλότητά τους, έξυπνοι χωρίς να καταντάνε εξυπνάκηδες, Βρετανοί με έναν αμερικανικό αέρα coolness, διανοούμενοι χωρίς να απομακρύνονται από τις λαϊκές φόρμες στις οποίες γαλουχήθηκαν και μουσικά καινοτόμοι χωρίς να απομακρύνονται από τη μανιέρα της παραδοσιακής ποπ τραγουδοποιίας: οι Franz Ferdinand σήκωσαν την παντιέρα του New Rock Revolution των μέσων της δεκαετίας των ’00s, χωρίς να προδώσουν στο έπακρο καμία απ’ τις εκλεκτές τους επιρροές. 

Στο αξεπέραστο από κάθε άποψη ομώνυμο ντεμπούτο τους, κάθε ένα τραγούδι διαθέτει δική του προσωπικότητα και σου μιλάει στη δική του γλώσσα. Αυτό που κάνει, εντέλει, τους Franz Ferdinand τόσο sui generis δεν είναι (μόνο) οι μελωδίες, η παραγωγή ή το κονστρουκτιβιστικό τους artwork. Είναι η αύρα που βγάζουν προς τα έξω, πως όντως «they only work when they need the money»... 

49. Four Tet: Rounds [Domino, 2003]

του Βαγγέλη Πούλιου

Αν και ίσως να μην είναι άτοπος ο ισχυρισμός ότι ο Kieran Hebden δείχνει τον πραγματικά περιπετειώδη και δημιουργικό εαυτό του έπειτα από τη δισκογραφική του γνωριμία με τον Steve Reid, το καλλιτεχνικό διαμέτρημα του (προγενέστερου αυτής) Rounds, σίγουρα δεν είναι αμελητέο. Τουναντίον, αποτελεί το εφαλτήριο του Hebden για ευρύτερες αναζητήσεις: τον δικό του βατήρα μπροστά στον ωκεανό του πειραματισμού. 

Και παρότι τρέχει στο τερέν της electronica έτσι όπως την όρισε το Music Has The Right To Children των Boards Of Canada και διαμορφώθηκε έκτοτε (1998), ξεχωρίζει γιατί επενδύει όχι μόνο σε ετερόκλητα –πολλές φορές– μουσικά αποτυπώματα, αλλά και σε εξίσου αποκλίνουσες συναισθηματικές διαθέσεις. Εμπλουτίζει τις απλές ρυθμικές του φόρμες με ονειρικές (ακόμα και στοιχειωτικές) μελωδίες και με τα ευφυή ηλεκτρονικά του, στοιχειοθετώντας παράλληλα μια ηχητικώς εκλεπτυσμένη αισθητική. Ένα κομψοτέχνημα της σύγχρονης electronica φτιαγμένο από ένα από τα πιο λαμπρά μυαλά της, τουλάχιστον για την εξεταζόμενη δεκαετία. 

48. Sigur Rós: () [Fat Cat, 2002]
του Χάρη Συμβουλίδη

Η κεκτημένη ταχύτητα απ' όσους άκουσαν και συζήτησαν το αμέσως προηγούμενο Ágætis Byrjun, έκανε πολλούς να έρθουν σε πρώτη επαφή με τους Ισλανδούς μέσω του αινιγματικού (). Γι' αυτό και κατέχει μια ιδιαίτερη και μάλλον συναισθηματική θέση στη σχέση του γκρουπ με όσους έγιναν fans, παρότι ο προκάτοχός του προσφέρει μια πιο ολοκληρωμένη εμπειρία. Όχι βέβαια ότι δεν είναι άξιο λόγου και το ίδιο το (): δεν του λείπει ούτε το βάθος, ούτε η αλλόκοτη ομορφιά που έχουμε συνδυάσει με τους Sigur Rós.

47. Ali Farka Touré: Savane [World Cirquit, 2006]
της Ευδοκίας Πρέκα

Βασιλιάς των μπλουζ της ερήμου, μαέστρος της Σαχάρας, Αφρικανός John Lee Hooker, DNA των μπλουζ... Στις 7 Μαρτίου του 2006 ο πιο σεβαστός, αγαπητός και διάσημος Αφρικανός κιθαρίστας άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στο Μάλι, σε ηλικία 67 ετών. Για πολλούς το κύκνειο άσμα του Savane αντικατοπτρίζει την ώριμη κατάθεση μιας φιγούρας που εδώ και 30 χρόνια διατηρούσε ανοιχτούς ορίζοντες, σαφείς προσανατολισμούς και συνάμα ισχυρό και βαθύ δεσμό ανάμεσα στην παράδοση της Δυτικής Αφρικής και στα αφροαμερικανικά μπλουζ. 

Η αξία της δουλειάς αυτής έγκειται ακριβώς στην ανάδειξη της συνθετικής και πολυσυλλεκτικής δεινότητας του Touré, σε συνδυασμό με τους δυνατούς στίχους στις τέσσερις διαλέκτους της περιοχής. Όλο το άλμπουμ διαπνέεται από αέρα ανανέωσης, ο οποίος δεν προδίδει όμως την παραδοσιακή φόρμα, μήτε προδίδεται στο διάβα της. Ο μάστορας είχε επομένως πλήρη επίγνωση και μας χάρισε ένα αριστούργημα, το οποίο απαρτίζει μια «αφρικανική τριλογία» μαζί με τα Boulevard De L’ Indépendance (2006) και In Τhe Heart Οf Τhe Moon (2005), τα οποία έφτιαξε με τον Toumani Diabaté.

46. Ghostface Killah: Supreme Clientele [Razor Sharp, 2000]
του Γιάννη Ιωάννου

Mπορεί ο Method Man να είχε το στυλ, ο GΖΑ την τεχνική, o Raekwon το ταλέντο να σου κάνει μια ιστορία ζωντανή οπτασία, αλλά ο Ghostface Killah είναι το μέλος των Wu-Tang Clan που είχε όλα τα ως άνω συν τον καταπληκτικό κοινωνικοπολιτικό στίχο. Κοινώς, μια διαδραστική φιγούρα με περισσότερα καλλιτεχνικά αισθητήρια από όσα μας θυμίζει συνήθως ένας ράπερ.

Στο Supreme Clientele δυναμιτών όπως το “Apollo Kids” και “Cherchez LaGhost” ο RZA υπογράφει μερικές από τις (τελευταίες) καλύτερες παραγωγές του, σε έναν δίσκο ο οποίος αγαπήθηκε περισσότερο κι από το ντεμπούτο του Ghostface Killah. Το NME και το Pitchfork αποθέωσαν, ενώ το ραπ της Νέας Υόρκης (με τη σφραγίδα Wu) έπεισε ότι, εκτός από «εναλλακτικό», μπορεί να είναι και απίστευτα ενδιαφέρον.

45. Coldplay: A Rush Of Blood To The Head [Parlophone, 2002]
του Στυλιανού Τζιρίτα

Με ηγήτορα ένα πιάνο, οι Coldplay κατάφεραν να επαναφέρουν την ίδια τη σύνθεση ως αξία αναμέτρησης στο ποπ στερέωμα. Με δύο λαμπρά άλμπουμ πασιφανούς τεχνικής και ενορχηστρωτικής κατάρτισης, γοήτευσαν έτσι ένα μεγάλο ηλικιακό κράμα ακροατών.

Η μη επιτυχής (καλλιτεχνικά) έκβαση των έκτοτε βημάτων οφείλεται κατά πολύ στα φλας των φωτογραφικών μηχανών, που απεκάλυψαν ότι, πέραν του συνθέτη, υπήρχε και ο διακαής πόθος του σταρ (aka Chris Martin). Όμως αυτό ποσώς αναιρεί την επιτυχία τους στις αρχές της δεκαετίας, όταν ανάγκασαν σεβαστό ποσοστό του πλανητικού πληθυσμού να στήσει αυτί και να ακούσει, να σιγοτραγουδήσει και να απομνημονεύσει για πάντα τις ιστορίες τους, ως ένα από τα χαρακτηριστικά δείγματα γραφής του καινούργιου αιώνα.

44. Opeth: Blackwater Park [Music For Nations, 2001]
του Χάρη Συμβουλίδη

Από τους δίσκους εκείνους οι οποίοι έδειξαν την επόμενη μέρα όσον αφορά αυτό που τελικά ονομάστηκε «σύγχρονος σκληρός ήχος» και έγινε αντιληπτό ως ένα ξάνοιγμα της metal αισθητικής προς ακροατήρια με alternative rock ή/και progressive συμπάθειες.

Παρά τις διαμαρτυρίες της εποχής, ο συνδυασμός brutal και καθαρών φωνητικών δούλεψε και με το παραπάνω, ενώ ο πολυεπίπεδος ήχος με το πλήθος των καλά επεξεργασμένων αναφορών έδειξε όχι μόνο το παικτικό επίπεδο της σουηδικής μπάντας, αλλά και τη μαεστρία του παραγωγού Steven Wilson (τον ξέραμε τότε μόνο ως Porcupine Tree). Πολλοί στάθηκαν με καχυποψία απέναντι στο Blackwater Park, όμως η αλήθεια είναι ότι τότε που βγήκε δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο –και έκτοτε πολλοί δίσκοι προσπαθούν να μοιάσουν σαν αυτό.

43. Max Richter: The Blue Notebooks [Fat Cat, 2004]

του Γιώργου Φλωράκη

Πιάνο, έγχορδα, όργανο, ανθρώπινη φωνή, λούπες και χαμηλής πιστότητας υπόγεια ηλεκτρονικά beat δημιουργούν το υπόστρωμα που θα ήθελε ο Franz Kafka για να καταγράψει τις σκέψεις του και τους βαθύτερους συλλογισμούς του στα Μπλε Τετράδια. Άλλωστε, με κείμενο του Kafka ξεκινάει αυτός ο δίσκος.

Ο Richter δημιούργησε περισσότερους από 3 σημαντικούς δίσκους μέσα στη δεκαετία που πέρασε, αλλά αυτός εδώ είναι κατά την άποψή μου ο σημαντικότερος. Ο τρόπος σύνδεσης της λόγιας μουσικής με τα ηλεκτρονικά καθώς και το ίδιο το μουσικό κείμενο –με παραπομπές στον Philip Glass, τον Brian Eno, τον Steve Reich και ιδίως τον Arvo Pärt– δημιουργούν την αίσθηση ενός σημαντικότατου έργου, το οποίο σημαδεύει όχι μόνο τη χρονιά που κυκλοφόρησε (2004) αλλά και ολόκληρη τη δεκαετία. Ο Γερμανός συνθέτης (που ζει στο Λονδίνο) δημιουργεί το θλιμμένο soundtrack των μεγαλουπόλεων, σ’ έναν δίσκο για την ψυχή, το μυαλό και το σώμα.

42. OutKast: Stankonia [LaFace/Arista, 2000]
του Χρήστου Νύχτη

Όταν το mainstream χιπ χοπ, το funk και η soul άρχισαν να μετρώνται με το πόσες γκόμενες υπάρχουν στο βιντεοκλίπ, πόσους τόνους καδένας έχει κρεμασμένη πάνω του ο καλλιτέχνης και πόσες φορές θα βρίζει ανά μέτρο κομματιού, κάτι τύποι ούτε από Νέα Υόρκη ούτε από το Λος Άντζελες αλλά από την πρωτεύουσα του Νότου, Ατλάντα, έκαναν πραγματικό πάταγο, μιλώντας «μουσικά» στα αυτιά των απανταχού μουσικόφιλων και όχι μόνο στα παιδιά από το Μπρονξ.

Στην πάνω από 1 ώρα διάρκειά του, το Stankonia ενσωματώνει τη μεγάλη παράδοση του funk όπως την καλλιέργησε ο George Clinton και οι Parliament, το χιπ χοπ των De La Soul, ακόμα και τη ραπ κληρονομιά των Ν.W.A., χωρίς να την οικειοποιούνται και μη φοβούμενοι να την πάνε ένα βήμα παραπέρα –εντάσσοντας από πνευστά και synths μέχρι και ψυχεδελικές κιθάρες. Δίνοντας την απαραίτητη ισορροπία σαν δίδυμο (ο Big Boi με τις ρίμες και τα βαριά gangsta φωνητικά και ο André 3000 με τη μελωδική, πολύ-οργανική προσέγγιση του ήχου) κατορθώνουν και δημιουργούν ήδη από τις αρχές του νέου αιώνα ένα άλμπουμ σημαδιακό για τη συνέχεια όλου του μαύρου ήχου.

41. The Field: From Here We Go Sublime [Kompakt, 2007]
του Τάσου Μαγιόπουλου

Το techno πάντα ήταν μια αποστασιοποιημένη και ψυχρή μουσική. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχε αξιόλογα πράγματα, αλλά στον τομέα της εξαγωγής συναισθημάτων από τον ακροατή, λίγες φορές τα κατάφερνε. Ο The Field πάλι, παρ’ όλο που βασίζεται στα γνώριμα επαναληπτικά μοτίβα του είδους, καταφέρνει εδώ να δημιουργήσει ένα έργο το οποίο ξεχειλίζει από συναίσθημα και ευαισθησίες.

Ίσως γι' αυτό και κατάφερε να περάσει σε ένα κοινό πολύ μεγαλύτερο από τους technoheads, αλλά και απορρίφθηκε συνάμα από τους πιο σκληροπυρηνικούς ανάμεσά τους. Κατηγοριοποιήθηκε έτσι κάτω από την ταμπέλα του minimal techno, η οποία απασχόλησε αρκετό κόσμο στα μέσα των '00s, αλλά η αλήθεια είναι πως χρωστάει εξίσου πολλά τόσο στους Cocteau Twins, όσο και στους My Bloody Valentine –και ας μην γίνονται τόσο άμεσα ορατές τέτοιες επιρροές. Μας αποκαλύπτονται όμως σταδιακά, καθώς τα κομμάτια ξεδιπλώνονται, καθιστώντας σαφές ότι το From Here We Go Sublime είναι περισσότερο μουσικό επίτευγμα, παρά ηχητικός αυνανισμός.

40. Rammstein: Mutter [Motor Music, 2001]
του Χάρη Συμβουλίδη

Το κορυφαίο δείγμα της νέας, βιομηχανικής αισθητικής που λάνσαραν οι Rammstein και η αρτιότερη ως σήμερα κατάθεσή τους σε επίπεδο άλμπουμ. Το Mutter τονίζει στο μάξιμουμ όλες τις χαρακτηριστικές ιδιότητες της μπάντας, εκείνες που έκαναν δηλαδή τον γύρο του κόσμου για πρώτη φορά κατά τα 1990s, με την επιτυχία του “Du Hast”: γερμανική λαλιά, τευτονική μπρουταλιτέ, μεταλλική επιθέτικοτητα, κεντροευρωπαϊκός ρομαντισμός, εργοστασιακός καταμερισμός, στρατιωτική τάξη και ετοιμοπόλεμη πειθαρχία. 

Τραγούδια όπως τα “Mein Hertz Brennt”, “Links 2,3,4”, “Sonne”, “Spieluhr” και “Ich Will” έγιναν έκτοτε ύμνοι για χιλιάδες, έδεσαν την οργή χειροπόδαρα στο άρμα της αισθητικής σημαντικότητας κι έκαναν και τη... φιλανθρωπία τους, αφού έδωσαν τροφή για ενασχόληση σε κοντόφθαλμους πολιτικοποιημένους, που κρυμμένοι πίσω από τη (διόλου, στην πραγματικότητα) «προοδευτική» τους ταυτότητα έβγαλαν τις ντουντούκες και άρχισαν να φωνάζουν για φασίστες και για μουσική κατάλληλη για να εισβάλλεις στην Πολωνία... 

39. Kanye West: The College Dropout [Roc-A-Fella, 2004]
του Γιάννη Ιωάννου

To ντεμπούτο του Kanye West ώθησε το χιπ χοπ στην εποχή των σούπερ παραγωγών με την ίδια ευκολία (σε αντιστοιχία) που ο Dr. Dre στα 1990s έπεισε άπαντες ότι με ένα μαντήλι και ένα καρό πουκάμισο μπορούν να γίνουν γκάνγκστερ. Mε αισθητική μάλιστα που έκλεισε το μάτι στην ποπ, αλλά με μελωδικά δείγματα τα οποία έκαναν κάθε φίλο της μαύρης μουσικής να φωνάξει ...«Καλαμάτα ζούμε στην Ευρώπη να σε δούμε»! 

Το College Dropout έχει λοιπόν τον ήχο του χιπ χοπ της δεκαετίας και είναι δίσκος με τεράστια επιτυχία, μα και απίστευτη μεστότητα. Στο “Two Words” ο Kanye West αποδεικνύει την ιδιοφυΐα του σαμπλάροντας Mandrill, ενώ στο “Last Call” «κόβει» τη φωνή της Bette Midler για να σου αποδείξει πόσο geek είναι. Με τη ζωντανή ενορχήστρωση να ζεσταίνει το τοπίο και με μια θεματολογία ακραιφνώς προσωπική, ο Kanye West δεν έχει, μέχρι στιγμής, ξεπεράσει τον εδώ εαυτό του. Ίσως στην επόμενη δεκαετία...

38. Muse: Black Holes And Revelations [Helium 3, 2006]
του Μάκη Καλαμάρη

Αφού με το Absolution (2003) ξόρκισαν τα φαντάσματα του παρελθόντος που ακούγανε στο όνομα Radiohead, οι Muse απέδειξαν με το Black Holes And Revelations ότι μπορούν να εξελίσσουν πια όχι μόνο τους εαυτούς τους, αλλά και το ίδιο το ροκ. Από την αρχή με το εκπληκτικό “Take A Bow”, όπου οι μινιμαλιστικοί electro διαξιφισμοί ελίσσονται σε έναν δαιδαλώδη και μεγαλοπρεπή ήχο επικών διαστάσεων, το γκρουπ δείχνει τις διαθέσεις του.

Στο ίδιο μοτίβο και η πλειονότητα των υπόλοιπων συνθέσεων: το αισιόδοξο “Invisible” κρύβει ένα μίνι πολιτικό μανιφέστο, το “City Of Delusion” με τη φλαμένγκο κιθάρα, τα μεγαλειώδη έγχορδα και την ανατολίτικη λεπτομέρεια, το καταιγιστικό, βγαλμένο από την Άγρια Δύση του μέλλοντος “Nights Of Cydonia”, τα σέξι (σχεδόν R’n’B) λικνίσματα του “Supermassive Black Hole”, τα μεταλλικά ριφ του “Assassin”, το ερωτικό φως του “Starlight”, η ανατριχιαστική alternative μελωδία του “Map Of The Problematic”, το απολαυστικό ξέσπασμα στο ρεφρέν του “Exo-Politics”. Προσωπικό και κοινωνικό, μεγαλοπρεπές και ουσιαστικό, πνευματώδες και συναισθηματικό, το Black Holes And Revelations μοιάζει απλά να τα έχει όλα.

37. David Sylvian: Manafon [Samadhi Sound, 2009]
του Γιώργου Φλωράκη

Η Βιέννη, το Τόκιο και το Λονδίνο είναι οι 3 πόλεις που φιλοξένησαν τις ηχογραφήσεις του πιο πρόσφατου δίσκου του David Sylvian. «Όταν μπαίναμε στο στούντιο δεν είχαμε σχεδιάσει τίποτα. Απλώς, άκουγα το υλικό μετά από κάθε ηχογράφηση και κρατούσα τα στοιχεία που ένιωθα ότι μου ήταν χρήσιμα». 

Θα μπορούσε να κατηγορήσει κανείς τον Sylvian ότι είναι υπερβολικά εγωιστής. Οι αυτοσχεδιασμοί μουσικών, όπως για παράδειγμα ο Evan Parker, βρίσκονται πολύ χαμηλά στην τελική μίξη του δίσκου την ώρα που η φωνή του είναι υπερβολικά ψηλά. Όμως, από την άλλη πλευρά, ίσως ακριβώς αυτή να είναι και η αρετή του Manafon: ποτέ στο παρελθόν ο Sylvian δεν πλησίασε τόσο πολύ το μικρόφωνο, ποτέ στο παρελθόν δεν ερμήνευσε τόσο ζεστά (και τόσο θλιμμένα) τα τραγούδια του. Επίσης, ποτέ στο παρελθόν τα τραγούδια δεν ήταν τόσο πειραματικά, τόσο άμεσα και τόσο σημαντικά.

36. Radiohead: In Rainbows [ανεξάρτητη κυκλοφορία, 2007]
του Χρήστου Νύχτη

To In Rainbows είναι καταδικασμένο να κουβαλά τον θόρυβο του πρώτου downloadable άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής. Αν όμως δει κάποιος παραπέρα από αυτό, πιθανότατα θα διαπιστώσει και την πιο αβίαστη, σίγουρη και μη ανασφαλή δουλειά της μπάντας από το έπος του 1997. 

Μετά το ΟΚ Computer, δηλαδή, οι Radiohead, καλώς ή κακώς (καλώς κατ’ εμέ), μπήκαν στη λογική να πρέπει να αλλάξουν· να χρειάζεται να καινοτομήσουν, να είναι απαραίτητο να διαφοροποιηθούν από ό,τι ήταν ως εκείνη τη στιγμή, αδιαφορώντας για τους γύρω τους. Εκεί λοιπόν που τα Kid A (2000), Amnesiac (2001) και Hail To The Thief (2003) ταλαντώνονταν γύρω από ένα σημείο ισορροπίας –όντας είτε αρκετά τολμηρά και ξένα στο άκουσμα των παραδοσιακών φίλων τους (τα πρώτα), είτε αρκετά συντηρητικό (το τρίτο)– το In Rainbows βρίσκει τον ήχο που έψαχναν 7 χρόνια στη νέα χιλιετία. Και δεν ήταν χρόνος χαμένος...

35. Johnny Cash: American IV - The Man Comes Around [American Recordings, 2002]
του Πάνου Καραφωτιά

The Man Comes Around, ο Άντρας πλησιάζει, αγγίζει την κιθάρα του, τραγουδά και για 51 λεπτά μας ξαναστέλνει στο σταυροδρόμι της Αποκάλυψης, της Οδύνης και της απεριόριστης Ευγνωμοσύνης. Σιγά την έκπληξη.

Δεν περιμέναμε τίποτα λιγότερο, σαφώς όμως όχι και κάτι τόσο δυνατό και συγκινησιακά ώριμο από τον Johnny Cash, στην τέταρτη αυτή δουλειά του για την American Recordings και τον Rick Rubin. Και ποιος αλήθεια θα περίμενε ότι το καλύτερο κομμάτι του δίσκου θα ήταν μια διασκευή στο "Hurt" των Nine Inch Nails (1994); Το όραμα του Rubin οδήγησε σε μία αριστουργηματική ενορχήστρωση, ενώ οι εκπληκτικοί στίχοι ταίριαξαν στον Man In Black με ανεπανάληπτη ακρίβεια.

34. Morrissey: Ringleader Of The Tormentors [V2, 2006]

της Αναστασίας Τουρούτογλου

Εκεί που το 'χες σίγουρο ότι μετά το Your Arsenal (1992) o Morrissey δεν θα αφήσει κανέναν μεγάλο δίσκο στη μετά τους Smiths πορεία του, το «ιταλοθρεμμένο» Ringleader Of Τhe Tormentors έσκασε ξαφνικά, δημιουργώντας την εικόνα ενός μουσικού ο οποίος όχι μόνο έχει γίνει καλύτερος με το πέρας των χρόνων, αλλά και περισσότερο συνειδητοποιημένος –τόσο υπαρξιακά όσο και στιχουργικά.

«Ζεπελινικά» ξεσπάσματα για εισαγωγή, μαζί με φινετσάτα ποπ αριστουργήματα και έντονες αναφορές στην αισθητική της Αιώνιας Πόλης ολοκληρώνουν το παζλ ενός δίσκου που καταφέρνει να «μασκαρέψει» όσες τέχνες εμπνεύστηκε ποτέ ο άνθρωπος και να τις κάνει μουσική. Ευρωπαϊκό και κομψότατο, το Ringleader Of The Tormentors τελεί τα αποκαλυπτήρια ενός Morrissey που δεν λέει να χάσει τη βελούδινη χρεία της ερμηνείας του, καθώς και τον μοναδικό του τρόπο να κοιτάει τον υπόλοιπο κόσμο αφ’ υψηλού. Όντας σε θέση να τον καταλάβει, όμως, καλύτερα ίσως από κάθε άλλη φορά.

33. MGMT: Oracular Spectacular [Columbia, 2007]
του Στυλιανού Τζιρίτα

Θα ορκιζόταν κάποιος ότι είναι Ευρωπαίοι. Αλλιώς δεν εξηγείται η χάρη με την οποία ξεπέρασαν τα εμπόδια του hype, ενώ την ίδια στιγμή κατάφεραν να αποκρυπτογραφήσουν και να μεταγράψουν τους ήχους και τις προθέσεις μίας καινούργιας νεανικής λογικής, που θέλει να μπλέξει αναιρέσεις και αιρέσεις τεσσάρων δεκαετιών μέσα σε μία κούπα ποτισμένη με ανεμελιά και παραισθησιογόνα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατάφεραν να συνδράμουν εκ νέου στον μουσικό χάρτη, με ένα βεστιάριο ήχων οι οποίοι θαρρείς πως παλεύουν μέσα στο ίδιο το σώμα της σύνθεσης. Ταυτόχρονα το συνθετικό δίδυμο των MGMT παλεύει με τούτους τους ηχητικούς λέοντες με χαλαρότητα, διαποτίζοντας ανυποψίαστα κοράσια και μορφονιούς χωρίς μέλλον με υπόγειο progressive, με ψυχωμένο mash-up και με αντι-παπική ψυχεδέλεια, η οποία δεν μαντρώνεται πουθενά. Ακριβώς επειδή αυτή η μπάντα είναι, μάλλον, σοφή.

32. Nick Cave & The Bad Seeds: No More Shall We Part [Mute, 2001]
της Αναστασίας Τουρούτογλου

Τέσσερα χρόνια μετά το εσωστρεφές Boatman’s Call, με μια μακρόχρονη περιπέτεια απεξάρτησης από το αλκοόλ και τις πάμπολλες ναρκωτικές ουσίες, ο Nick Cave συνθέτει το πλουσιότερο, ίσως, σε σκότος και συναισθηματική φόρτιση άλμπουμ της πιο κατασταλαγμένης του φάσης. Οι φανατικοί βέβαια των Birthday Party και της Let Love In περιόδου συνασπίστηκαν –έτσι για μια φορά στην «κεϊβική» ιστορία– προκειμένου να γυρίσουν την πλάτη τους στο άλμπουμ, μην αντέχοντας την αποστασιοποίηση του Αυστραλού από τις γνώριμες ενορχηστρώσεις των Bad Seeds και τις «βαρύτερες» ερμηνείες.

Αλλά η πολυπλοκότητα των συναισθημάτων που αφήνει πίσω του το άκουσμα του No Μore Shall We Part, καθώς και το ασύλληπτο βάθος των ανθρώπινων ψυχοσωματικών καταστάσεων στο οποίο διεισδύει, δεν έχει προηγηθεί αλλά ούτε και επαναληφθεί στην πολύχρονη καριέρα του Cave. O σημαντικότερος, κατά πάσα πιθανότητα, τραγουδοποιός των τελευταίων χρόνων ξεφεύγει μια για πάντα από τον κυκεώνα των ναρκωτικών και ξορκίζει με τον δίσκο αυτόν δαίμονες και εμμονές. Τόσο από τη δική του ψυχή, όσο κι απ’ τη δική μας.

31. Primal Scream: XTRMNTR [Creation, 2000]
του Άγγελου Γεωργιόπουλου

Η ομοιογένεια δεν είναι από τα χαρακτηριστικά της δισκογραφίας των Primal Scream. Η τελευταία περιέχει από κορυφαία ψυχεδελικά αριστουργήματα (Screamadelica, 1991) έως κακές απομιμήσεις των Rolling Stones (Riot City Blues, 2006), άλλοτε κατακτώντας δυσθεώρητα ύψη κι άλλοτε πατώνοντας οικτρά. Όσον αφορά πάντως στο XTRMNTR, με το ακατέργαστο και θορυβώδες πάντρεμα alternative rock και σκοτεινών electro-punk ρυθμών που περιέχει, δεν τίθεται ουδεμία αμφιβολία σε ποια κατηγορία πρέπει να καταταχθεί. 

Καυστικότατο στη θεματολογία του και γεμάτο ανελέητα grooves, πετυχαίνει να στρογγυλοκαθίσει στην κορυφή των κυκλοφοριών του συγκροτήματος ως μια αυθεντικά αρτίστικη κατάθεση, με εντελώς αντιεμπορικό περιεχόμενο. Ο Bobby Gillespie και η παρέα του φτύνουν τους μη πολιτικά ορθούς στίχους τους στο πρόσωπο του ανυποψίαστου ακροατή (“Pills”), ξεπερνάνε τα όρια παραμόρφωσης στις κιθάρες (“Accelerator”), τα χώνουν στο διαβρωμένο σύστημα ελέγχου των μαζών (“Exterminator”), επιτίθενται στην υποκρισία των υποτιθέμενων σημερινών δημοκρατιών (“Swastika Eyes”), πνίγουν στον θόρυβο τις πίστες σε ένα διαφορετικό tribute στους My Bloody Valentine (“MBV Arkestra”) και, τέλος, τα σπάνε υπό την επήρεια διαφόρων ένοχων ουσιών (“Shoot Speed/Kill Light”), σε ένα σύγχρονο αριστούργημα.

30. Eminem: The Marshall Mathers LP [Aftermath, 2000]
του Θέμη Πέλλα

O Eminem μπήκε στη νέα δεκαετία αποδεικνύοντας όχι μόνο πόσο ικανός ράπερ είναι, αλλά και πόσο αμφιλεγόμενος. Με πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα από το ντεμπούτο του, μα συνεχίζοντας στην ίδια στιχουργική λογική –να αποδίδει δηλαδή τις κοινωνικές επενδύσεις πάνω του, μέσα από ιστορίες όπου μπερδεύονται τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Αυτή η κίνηση παρεξηγήθηκε έντονα, αλλά δεν εμπόδισε το Marshall Mathers LP απ’ το να θεωρηθεί κλασικό.

Άλλωστε δεν αποτελεί έκφραση μισογυνισμού, ομοφοβίας ή άκριτης αποδοχής και προώθησης της καθημερινής αμερικάνικης υποκουλτούρας, όπως κατηγορήθηκε. Είναι μια καλλιτεχνική περιγραφή της «μέσης Αμερικής» από κάποιον που αναγνωρίζει ότι είναι προϊόν της, ενώ προσπαθεί πια να αντιληφθεί τον εαυτό του στην υπερ-ρεαλιστική Αμερική όπου (πλέον) κατοικεί. Έτσι το υπόστρωμα της παραγωγής, με τις μινιμαλιστικές χειρονομίες των Dr. Dre και Mel-Man, τις ενορχηστρώσεις των F.B.T αλλά και το sampling του The 45 King στο "Stan" επενδύουν απλώς σκηνές καθημερινότητας. Από την οικιακή βία, στις βιομηχανοποιημένες διασημότητες.

29. Dälek: Absence [Ipecac, 2004]
του Διονύση Κοτταρίδη

Άξια τέκνα του εξελικτικού κυττάρου των Public Enemy, οι Dälek εξαπολύουν άνευ ανάσας εξερεύνηση στις αχαρτογράφητες περιοχές του χιπ χοπ πάνω από μια δεκαετία τώρα, για να λοιδορηθούν στην πορεία ως τουλάχιστον απλοϊκά ηχητικά μπαστάρδια –αν όχι ως ουκ έχοντες καν σχέση με την όλη φάση. Το παλιό, γνωστό, βαρετό έργο περί αγνότητας σε νεόκοπη προβολή…

Το δίδυμο (MC Dälek & Oktopus) ουδόλως πτοείται (αν και μάλλον ενοχλείται), παράγοντας σταθερά, πηχτά νέφη λευκού θορύβου και διαλυμένες μελωδίες, γύρω από ρίμες/κηρύγματα και old school ρυθμολογία. Κάποιοι συνεχίζουν να τους σκιαγραφούν ως IDM, industrial, shoegaze hop, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, μα πόση σημασία έχουν τα αυτοσχέδια βαφτίσια των γραφιάδων; Στο παρόν –απόν– τα πάντα τέμνονται ακριβώς σ’ εκείνο το θολό σημείο όπου ενστικτώδες και νοητικό δεν έχουν λάβει ακόμα τις αποφάσεις τους όσον αφορά στην πρωτοκαθεδρία… Εκεί που τυχαιότητα και προγραμματισμός βρίσκουν από κοινού πρόσφορο έδαφος… Εκεί όπου η εντροπία τυλίγεται την ηχητική της έκφανση, για να μας αποκαλύψει ψήγματα των μυστικών της...

28. Isis: Oceanic [Ipecac, 2002]
του Νίκου Σβέρκου

Οι μουσικές ταμπέλες είναι χρήσιμες, αλλά μερικές φορές πραγματικά ηλίθιες –κάτι που αφορά και την περίπτωση των Isis. Σε ποιον όρο μπορεί άραγε να καλουπωθεί η ενέργεια από τη θλίψη και την οργή, η οποία κι αποτυπώνεται στο Oceanic; Σε κανέναν. Οι Αμερικανοί χρησιμοποίησαν εδώ μια ιστορία ανείπωτης απόγνωσης, που οδηγεί στην αυτοχειρία, ώστε να εκφράσουν όσα αισθάνονται και οι λέξεις μερικές φορές δεν μπορούν.

Ο δίσκος είναι λοιπόν ακριβώς αυτό που περιγράφει ο τίτλος του: ωκεανός. Είναι βαθύς, μοιάζει απέραντος, δύσκολος να τον παλέψεις. Όσο περνάει η ώρα μάλιστα και σκοτεινιάζει, γίνεται τρομακτικός. Αλλά ο πραγματικός φόβος έρχεται όταν ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με το αδιέξοδο. Τότε η πραγματικότητα παίρνει την πιο αδυσώπητη μορφή της –αυτήν του θανάτου. Οι Isis δημιούργησαν ένα ογκώδες και απροσπέλαστο ηχητικό τείχος, με βαριές κιθάρες, ντραμς που χτυπάνε το στομάχι και «σχισμένα» φωνητικά ομοιάζοντα με την πιο οδυνηρή κατάθεση συναισθημάτων. Έδωσαν νόημα λοιπόν στην «ποστίζουσα» μουσική, την καρατόμησαν και κατέστρεψαν την ορθολογικότητα με τα πιο ορθολογικά εργαλεία.

27. Animal Collective: Merriweather Post Pavilion [Domino, 2009]
του Θέμη Πέλλα

Το Merriweather Post Pavilion αποτέλεσε μια σπουδαία συνάντηση, πάνω μάλιστα στο φευγιό της δεκαετίας. Μία παρατεταμένη συναυλία, όπου οι πειραματισμοί των Animal Collective (ανα)προσανατολίστηκαν σε ένα ώριμο τύλιγμα και οι Panda Bear & Avey Tare ακούστηκαν καλύτερα από ποτέ. Ο βόμβος ευφορίας ήδη χτυπούσε πριν αρχίσει να ετοιμάζεται ο δίσκος, με την προσμονή των (αυξανόμενων) οπαδών να εκτονώνονται στις ζωντανές εμφανίσεις που προηγήθηκαν. To αποτέλεσμα έτσι του άλμπουμ είχε ήδη αρχίσει πριν καν βγει. 

Εδώ είναι όμως το θέμα: το Merriweather Post Pavilion στάθηκε ως σημείο επιτάχυνσης στη σχέση των Animal Collective με τους οπαδούς. Σε αυτήν δηλαδή την κίνηση τα indie πατώματα έτριξαν με ικανοποίηση, ενώ ταυτόχρονα οι ίδιοι έγιναν πιο προσιτοί, επεκτείνοντας την εμβέλεια απήχησής τους. Μια αυθόρμητη, φιλική κίνηση ηλεκτρονικής ποπ διατυπωμένη από τη μηχανή των Animal Collective. Η οποία, αφού «γρασώθηκε» από τις επιθυμίες του κοινού, πάραξε τις μοναδικές ονειρικές καθημερινότητες που πίστευε ότι χρειάζονταν εκείνη τη στιγμή.

26. PJ Harvey: Stories From The City, Stories From The Sea [Island, 2000]
του Νίκου Σβέρκου

Μπορεί η καριέρα της να εκτείνεται και στις δύο τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο το Stories From The City Stories From The Sea είναι το άλμπουμ όπου η Βρετανίδα ξεκαθάρισε τη σημαντικότητα της τραγουδιστικής της γραφής. Εν έτει 2000, η Poly Jean Harvey είναι αρκετά πιο εύληπτη σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές της. Κι αυτή η απλότητα μουσικής, στίχων και συναισθημάτων γίνεται ορόσημο για τα zeros, γιατί συνυπάρχει με την αμεσότητα και την έκφραση χωρίς στολίδια. 

Κάποιοι υποστήριξαν ότι πιθανόν το αποτέλεσμα να μην ήταν αυτό, αν δεν υπήρχαν οι κατάλληλοι άνθρωποι την κατάλληλη στιγμή –δηλαδή ο Mick Harvey με τον Rob Ellis στην ευφυή παραγωγή και ο Thom Yorke στα guest φωνητικά. Η ιστορία όμως δεν γράφεται με «αν» και υποθέσεις. Τα τραγούδια καταγράφηκαν ως υπέροχα από όλες τις πλευρές, η PJ Harvey γοητευτικότατη και ερωτικότατη και η παραγωγή αρκούντως αμερικάνικη για ξεγελάει τα Αγγλάκια. Με λίγα λόγια, μία από τις κορυφαίες στιγμές του ροκ, ως έκφραση και εσωτερικό συναίσθημα.

25. Mastodon: Leviathan [Relapse, 2004]
του Νίκου Σβέρκου

Τούτη η κυκλοφορία ήταν μία από τις πέντε εκδικήσεις του σκληρού ήχου μετά το 2000. Όσοι αλαφροΐσκιωτοι κατέτασσαν το μέταλ σε μετα-εφηβική μανία ανωριμότητας, έφαγαν μια υπέροχη σφαλιάρα και αναθεώρησαν μια και καλή τις απόψεις τους. Ίσως είναι η μοναδική φορά στη δεκαετία που ένας δίσκος αμιγώς μεταλλικών στοιχείων αποτελεί ολοκληρωμένο έργο τέχνης. Με αφορμή ένα λογοτέχνημα κλασικό, τον Moby Dick του Χέρμαν Μέλβιλ, η μπάντα σκαλίζει τις εμπειρίες και τα εσώψυχα των μελών της και αναπλάθει την ιστορία μέσα από το προσωπικό της πρίσμα.

To Leviathan ενθέτει στο προοδευτικό μέταλ τους σχιζοφρενικούς ρυθμούς, τα μανιακά φωνητικά και τις βρωμερές κιθάρες. Και δημιουργεί ένα σύστημα με την εντροπία να τείνει στο άπειρο, ενώ εξυμνεί για δεύτερη φορά τον «άνθρωπο ελέφαντα». Και, παράλληλα, γίνεται σημείο αναφοράς για δεκάδες μπάντες, φτιάχνοντας το ρήμα μαστοντονίζω. Κάπως έτσι, επαναθεμελιώνει τη σημαντικότητα του χέβι μέταλ στον παγκόσμιο ηχητικό χάρτη. Και αποδεικνύει περίτρανα ότι οι μάγκες με τα tattoos είναι μουσικές ιδιοφυΐες…

24. Queens Of The Stone Age: Songs For The Deaf [Interscope, 2002]
του Άγγελου Γεωργιόπουλου

Τέλη 1990s και από τις στάχτες των πρωτεργατών του stoner ιδιώματος Kyuss προκύπτει ένα νέο γκρουπ ως συνεχιστής, οι Queens Of The Stone Age. 2002, δύο άλμπουμ μετά, κι ενώ το συγκρότημα ήδη τα πάει περίφημα, συμβαίνει το απροσδόκητο: ως άλλη dream team, η παρέα των Josh Homme, Nick Oliveri, Dave Grohl & Mark Lanegan ηχογραφεί αυτό που μέλλει να γίνει το –με διαφορά– καλύτερο stoner/heavy rock άλμπουμ της δεκαετίας. Songs For The Deaf!

Η ενέργεια που έφερε η παρουσία του Grohl πίσω από τα τύμπανα, η ήδη δοκιμασμένη χημεία ανάμεσα στους τότε κολλητούς Homme & Oliveri και η σκοτεινή ποίηση του Lanegan αποτέλεσαν φονικό συνδυασμό, με εκρηκτικά αποτελέσματα. Ντυμένο με υποτιθέμενα ραδιοφωνικά αποσπάσματα σαν συνδετικούς κρίκους μεταξύ των περισσοτέρων τραγουδιών, το Songs For The Deaf πέτυχε να ταξιδέψει τον ακροατή σε ένα εναλλακτικό και επικίνδυνο μεταμεσονύκτιο road trip σε ερημικούς λεωφόρους, με 14 εκκωφαντικούς σταθμούς. Το ορμητικό “Millionaire” και τα κολλητικά “No One Knows” και “Go With The Flow” είναι μόνο οι υψηλότερες κορυφές ενός δίσκου γεμάτου με τέτοιες.

23. Godspeed You! Black Emperor: Lift Your Skinny Fists Like Antennas To Heaven [Constellation, 2000]
του Βαγγέλη Πούλιου

Mέσα στον post-rock κουρνιαχτό, αν μπορούσε ένας δίσκος να χαρακτηριστεί μεγαλειώδης, αυτός είναι το Lift Your Skinny Fists Like Antennas To Heaven. Ήταν άλλωστε εκείνος που έδωσε τη μεγάλη ώθηση στην όλη υπόθεση, κάτι λιγότερο από μια δεκαετία έπειτα την επινόηση του είδους από τους δαιμόνιους Slint.

Ο τρόπος με τον οποίον απλώνονται οι συνθέσεις, οι λυρικές, θορυβώδεις κορυφώσεις τους, τα φωνητικά samples, ο γλυκύτατα μελαγχολικός μονόλογος του “They Don’t Sleep Anymore On The Beach” ή ο σπαρακτικός του “Chart #3”, η πλούσια –αλλά σε καμία περίπτωση φλύαρη– ενορχήστρωση, όλα συνηγορούν στην «αριστουργηματοποίηση» του δίσκου. Η απόλυτη κορύφωση της δημιουργικότητας μιας ορχήστρας, το δικό της ικάριο ταξίδι προς την πηγή του φωτός και η παρουσία της σε σφαίρες ανώτερης μουσουργίας, έτσι όπως αποτυπώνεται στη συγκεκριμένη δουλειά, δικαιολογούν την (αναπόφευκτη) κατοπινή πτώση. Δεν είναι καθόλου εύκολο, βλέπετε, να κρατηθεί κανείς στο δικό του δημιουργικό Έβερεστ. Θα πρέπει να αισθάνεται τυχερός και μόνο που πρόφτασε να το αγγίξει.

22. White Stripes: White Blood Cells [Sympathy For The Record Industry, 2001]
της Όλγας Σκούρτη

Πρώτα το ομώνυμο ντεμπούτο τους (1999) με το garage στα φόρτε του, μετά το De Stijl (2000) με περισσότερες μπλουζιές και σκληρότερο ήχο και κατόπιν το White Blood Cells, που τα τίναξε όλα στον αέρα. Ο Jack White είναι ένας τρελογιατρός του ήχου. Από την τέρμα παραμόρφωση στις κιθάρες (λέγε με MC5) περνάει με ξεδιάντροπη ευκολία στα κελαρυστά ακουστικά folk blues, ρίχνοντας στο φίλτρο που κοχλάζει επιρροές από Led Zeppelin, Dead Moon, Kinks, Black Sabbath. Ανακατεύει καλά την ώρα που μια δίνη σφιχτού και κοφτερού ήχου κάνει την εμφάνισή της.

Ο Jack White δεν τραγουδάει αλλά νιαουρίζει –στην καλύτερη ξεφωνίζει– ενώ η Meg White στα ντραμς τον ακολουθεί πιστά στα σκοτεινά και αιχμηρά ηχητικά μονοπάτια. Αν η υπόθεση ροκ στα ’00s για κάποιους είναι δυσεπίλυτη, για τους White Stripes είναι απλώς ένα παιχνίδι ακατέργαστου κόκκινου συναισθήματος, μαύρου ροκ ήχου και μπόλικης λευκής παράνοιας.

21. LCD Soundsystem: Sound Of Silver [DFA, 2007]
του Γιώργου Μιχαλόπουλου

Δύσκολα του αντιστέκεσαι. Σε χορεύει, σε παρασέρνει και μετά από λίγα χρόνια το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να βρεις κάτι το οποίο να του μοιάζει. Αν και το magnum opus τους βρίσκεται στην πολύ αρχή της καριέρας του James Murphy (“Losing My Edge”, 2002), εδώ όχι απλά δεν παραπατάει καμιά στιγμή, αλλά από την κορυφή του “Get Innocuous” μέχρι το λυρικό φινάλε του “New York I Love You…” δεν περισσεύει ούτε νότα. Μπορεί από τότε να μην έχει τολμήσει να κάνει το επόμενο βήμα, αλλά πώς άραγε ακολουθείς έναν από τους δίσκους της δεκαετίας;

20. Tinariwen: The Radio Tisdas Sessions [Wayward, 2001]
της Ευδοκίας Πρέκα

Οι περίφημοι μπλουζίστες της ερήμου ανήκουν στη ιδιότυπη νομαδική φυλή των Τουαρέγκ, τραγουδούν στη διάλεκτο Ταμασέκ και παίζουν μια μείξη από παραδοσιακούς ρυθμούς της φυλής τους με ηλεκτρικές ροκ κιθάρες και αρκετά αραβικά στοιχεία. Έξι μουσικοί «αντάρτες» με αρχηγό τον Ibrahim Ag Alhabib Abaraybone, διηγούνται ιστορίες της νομαδικής ζωής στη Νότια Σαχάρα, με ό,τι κουβαλούν στις «σκονισμένες» βαλίτσες τους –όπως δεινά πολέμου, φτώχεια, μοναξιά, καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αγωνία για την καθημερινή επιβίωση.

Το ντεμπούτο τους αγκαλιάστηκε από μεγάλη μερίδα της παγκόσμιας μουσικής κοινότητας και αποτέλεσε θεμέλια λίθο για μια αλλιώτικη γνωριμία με τα «υπνωτικά» ηχοτοπία της ερήμου. Ηχογραφημένο σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό της Σαχάρας, το Radio Tisdas Sessions αποτελεί ένα καθάριο αμάλγαμα της άμμου, της πέτρας και του κενού –των «άδειων χώρων», όπως μαρτυρεί και το όνομα της μπάντας. Η περιπλάνηση μέσα από αρχέγονα κιθαριστικά μπλουζ ριφ, επαναλαμβανόμενα κυκλικά πεδία, δωρικές «απαγγελίες» και οιμωγές ερήμου, δεν θα μπορούσε να μην γοητεύσει τους μυημένους.

19. Antony & The Johnsons: I Am A Bird Now [Secretly Canadian, 2005]
του Πάνου Γκένα

Ένα απαύγασμα μελωδικής τρυφερότητας και ηχητικής τρυφηλότητας –που θα μπορούσε να αφορά μόνο μια ανδρόμορφη σειρήνα– μετατρέπεται μεθοδικά μέσα από ψιθύρους επικοισμένους από τα φαντάσματα των Nina Simone, Jeff Buckley και Joni Mitchell σε μια εύθραυστη, μελαγχολική ελεγεία για την απώλεια και τη ρευστότητα της ανθρώπινης φύσης. Και, ταυτόχρονα, σε μια από τις σημαντικότερες μουσικές παρακαταθήκες της δεκαετίας 2000-2009. 

18. Arctic Monkeys: Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not [Domino, 2006]
του Βύρωνα Κριτζά

Οι Arctic Monkeys είναι η πιο αντιπροσωπευτική μπάντα της δεκαετίας μας: διάδοση μέσω ίντερνετ, βρετανικό hype, εκρηκτικό ντεμπούτο, χλιαρό δεύτερο άλμπουμ, αμφισβήτηση, side projects και ελευθερία. Το ντεμπούτο τους περιέχει απλά κιθαριστικά κομμάτια, τα οποία πατούν στη μακρά παράδοση του βρετανικού ροκ. Το πιο σημαντικό όμως είναι πως οι στίχοι του Alex Turner καταφέρνουν να πουν με απλά λόγια το τι συμβαίνει.

Μιλούν λοιπόν για το τέλος του ρομαντισμού (“A Certain Romance”), την αφέλεια των αστυνομικών (“Riot Van”), τη δειλία των αγοριών να φλερτάρουν (“Dancing Shoes”), την εκμετάλλευση των γυναικών από καθίκια (“When The Sun Goes Down”), τη σαχλή ματαιοδοξία των νέων γκρουπ (“Fake Tales Of San Fransisco”) και φυσικά για τη μαγεία του νεανικού έρωτα. Οι ίδιοι αρνήθηκαν υποδειγματικά το ανούσιο σταριλίκι, ντύθηκαν σαν παιδιά της ηλικίας τους και της γενιάς τους και κράτησαν τα προσωπικά τους για εκείνους. Γι’ αυτό και ξεχώρισαν.

17. The Knife: Silent Shout [Rabid, 2006]
του Διονύση Κοτταρίδη

Πιθανολογώ ότι όλο και κάπου θα έχετε συναπαντηθεί με εκείνη τη, στάνταρ πλέον, φωτογραφία, όπου τούτα τα δύο αδερφάκια απ’ τη Σουηδία (Olof Dreijer & Karin Dreijer Andersson) ποζάρουν μέσα από μαύρους μανδύες και μάσκες, ως βορινοί εορταστές της βενετσιάνικης Αποκριάς. Προφανώς και δεν πρόκειται περί τυχαίου γεγονότος… Αντίστοιχη φωτό απ’ την περίοδο του Deep Cuts (2003) τους απεικόνιζε ως πολύχρωμα πλάσματα, με μια σκανταλιάρικη ευαισθησία απλωμένη στο μούτρο –η σημειολογία, βεβαίως, επαληθευόταν ηχητικώς εντός του άλμπουμ.

Οπότε, τι προμήνυαν για το Silent Shout οι προαναφερθείσες μάσκες; Μυστήριο, στυλ, λυρισμό; Μερικές αστικοποιημένες έξεις βουκολικής ελευθερίας; Ίσως μια ημιφωτισμένη μαρμάρινη έπαυλη κι έναν χορό να μαίνεται στην κεντρική της αίθουσα, υπό τους ήχους tech soundtrack; Έναν ουμανιστικό εορτασμό της νέας χιλιετίας, σπονδή στη γοητεία του ανθρώπινου; Μια μυστικιστική τελετή, επίκληση σε κάποια αρχαία θεότητα του έρωτα; Όλα τα παραπάνω κι άλλα τόσα, εν τέλει, συνέθεσαν το απόλυτο άλμπουμ-ύμνο στην electro pop του αύριο, σήμερα...

16. OutKast: Speakerboxxx/The Love Below [LaFace/Arista, 2003]
του Τάσου Μαγιόπουλου

Σαφώς και δεν αποτελούσαν κάποιο κρυμμένο μυστικό οι OutKast, όπως φαίνεται να πιστεύουν όσοι μη χιπ χοπ fans τους γνώρισαν μέσα από το “Ms. Jackson” (2000). Είχαν κερδίσει καθολική αναγνώριση από ολόκληρη τη χιπ χοπ κοινότητα με 3 δίσκους εξίσου απολαυστικούς, όσο και επιδραστικούς. Όμως η αναγνώριση (και) από τα indie ακροατήρια ήρθε όταν άρχισαν να μεταλλάσσουν τον ήχο τους, μπολιάζοντάς τον με alternative στοιχεία.

Και μπορεί η αλλαγή να ξεκίνησε στο γύρισμα του νέου αιώνα, είναι όμως στο Speakerboxxx/The Love Below που φαίνεται ότι όλα συγχρονίστηκαν τέλεια, βοηθώντας το συγκρότημα να μας παραδώσει ένα από τα πιο σημαντικά χιπ χοπ άλμπουμ της τρέχουσας δεκαετίας. Στην ουσία πρόκειται βέβαια για δύο χωριστούς, προσωπικούς δίσκους των André 3000 & Big Boi, οι οποίοι κυκλοφορούν κάτω από το όνομα Outkast. Αλλά, έστω κι έτσι, μας δόθηκε η δυνατότητα να εισχωρήσουμε τόσο στα εξαιρετικά, ποιοτικά τοπία του δεύτερου, όσο και στις πιο εναλλακτικές και funky στιγμές του πρώτου –που ήδη επονομάζεται ως «ο Prince των zeros».

15. Interpol: Turn On The Bright Lights [Matador, 2002]
του Μάνου Μπούρα

Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι το ντεμπούτο των Interpol στέκεται άνετα ανάμεσα στους καλύτερους δίσκους που μας έχει δώσει ποτέ η μητρόπολη της ροκ μουσικής, η Νέα Υόρκη. Μπορεί να μην ήταν ένα αμιγώς πρωτότυπο έργο, που να μοιάζει λες κι έρχεται από το πουθενά –όπως ήταν για παράδειγμα η Μπανάνα των Velvet Underground ή το Remain In Light των Talking Heads– ίσως όμως οι ομοιότητές του με το βρετανικό new wave να τονίστηκαν υπέρ το δέον.

Όσο κι αν μοιάζει δηλαδή με Smiths το “Say Hello To The Angels”, όσο κι αν φλερτάρουν οι Interpol με τον ήχο των Joy Division και των Echo & The Bunnymen, οι συνθέσεις του Turn On The Bright Lights και το παίξιμο της μπάντας πρόδιδε μια ηχητική άσκηση με προσωπικότητα, τσαγανό και καλό γούστο. Εξ ου και αγκαλιάστηκε από ένα κοινό που δεν αφήνει ευκαιρίες να πάνε χαμένες, για το οποίο το στυλ και η ένταση συνδυάζονται περίφημα.

14. Madonna: Confessions On A Dance Floor [Warner, 2005]
του Πάνου Γκένα

Τι κι αν επιστρέφει στις ρίζες της, σε μια μουσικά ακίνδυνη κι εμπορικά δοκιμασμένη κατεύθυνση, μετά το εμπορικό βατερλώ του American Life (2003); H Madonna αποδεικνύεται σαρωτική στο Confessions On A Dance Floor.

Η ίδια αισθάνεται άνετα, η συνταγή «simple is more» αποδίδει και ο Stuart Price αλωνίζει στην παραγωγή. Αποτέλεσμα; Ένα pop-electro-disco υβρίδιο το οποίο πατά στιβαρά σε αρχετυπικά μοτίβα άλλης εποχής, για να ανακαλύψει έναν ήχο σύγχρονο. Η Βασίλισσα της Ποπ επιστρέφει, το κοινό υποκλίνεται...

13. Jay-Z: The Blueprint [Roc-A-Fella, 2001]
του Γιάννη Ιωάννου

Δίσκος σκληρός, από την αρχή μέχρι το τέλος του. Η Νέα Υόρκη εν μέσω της καταστροφής στους Δίδυμους Πύργους, ο «Jigga» στα δικαστήρια για οπλοκατοχή και κατηγορίες επίθεσης και ο ραπ κόσμος στην τσίτα, εξ αιτίας της κόντρας Brooklyn-Queens (ή αν θέλετε Jay-Z εναντίον Nas...).

Και κάπου εδώ, η Νέα Υόρκη ανασταίνεται: το Blueprint είναι δίσκος-φωτιά. Σαμπλαρισμένο εξ ολοκλήρου στο σκληρό αμόνι της soul μουσικής, περιέχει στίχους-μύδρους, οι οποίοι θα πέταγαν οποιονδήποτε αντίπαλο αιμόφυρτο στο πεζοδρόμιο. Τη «βρώμα» του τελευταίου, ο Jay-Z τη μετουσιώνει σε αισθητική που αγγίζει από το τελευταίο κωλόπαιδο σε κάποιο αμερικάνικο γκέτο μέχρι το μέσο λευκό παιδί οποιασδήποτε οικογένειας στην Ευρώπη. Με τις παραγωγές του Just Blaze και του (σχετικά άγνωστου τότε) Kanye West να έχουν αγγίξει ταβάνι, το άλμπουμ γίνεται στα χέρια του χαρισματικού ράπερ διαβατήριο για να κατακτήσει έκτοτε κάθε κορυφή της μουσικής βιομηχανίας. Και δεν είναι λίγες...

12. Daft Punk: Discovery [Virgin, 2001]
του Παναγιώτη Μένεγου

Τρία άλμπουμ, εκ των οποίων το πρώτο είναι το καλύτερο, το δεύτερο καθοριστικό και το τρίτο μάπα. Το Discovery είναι το μεσαίο, αυτό που έθεσε τις βάσεις για τη λαίλαπα του γαλλικού electro, το οποίο ταλαιπωρεί πια τα αυτιά μας και οδηγεί τα '00s στην έξοδο. Αλλά, εκεί στις αρχές τους, τα μασκοφόρα cyborgs από το Παρίσι κατάλαβαν ότι η dance δεν μπορεί να χαράσσει διαχωριστικές γραμμές.

Χρειάζεται τα cheesy «ελαφριά» φωνητικά του “One More Time”, χρειάζεται το αεροδυναμικό κιθαριστικό σόλο του “Aerodynamic”, τα animation κονσεπτικά βιντεοκλίπ να απογειώνουν την εικαστική τους πρόταση, τις synth pop αναφορές του “High Life” και του “Face To Face”, την ανακουφιστική προσγείωση του “Veridis Quo”. Τελικά το Discovery δεν μπορείς να το βάλεις στο ίδιο dance ράφι με έναν «καθαρό» techno δίσκο της δεκαετίας. Είναι κάτι πιο σύνθετο και σαφέστατα πολυσυλλεκτικό. Αλλά εκπληρώνει πληρέστερα αυτόν καθαυτόν τον όρο «dance», απλά γιατί καθόρισε το πώς χορέψαμε στα '00s...

11. Portishead: Third [Mercury, 2008]
της Νίνας Ποπώφ

Γεμάτη αντιφάσεις η πορεία των Portishead, ήδη από τις πρώτες 2 κυκλοφορίες τους. Οι περισσότεροι άκουσαν το τρίτο τους στούντιο άλμπουμ με σκεπτικισμό, εν τέλει όμως εξέλαβε τόσους πολλούς επαίνους, ώστε δεν θα μπορούσε να μη συμπεριλαμβάνεται στα καλύτερα της δεκαετίας, για όποιον τουλάχιστον βλέπει σφαιρικά τη μουσική. 

Ανατρεπτικός δίσκος σε σχέση με τους προηγούμενους, το Third βασίζεται σε πειραματισμούς και ανακατέματα διαφορετικών ήχων και στυλ, καταφέρνει όμως να διατηρήσει την ιδιαίτερη ταυτότητα του συγκροτήματος, χωρίς να ξενίζει. Μην ξεχνάμε πως μεσολάβησε μια ολόκληρη δεκαετία από το Dummy (1994) –κι όποιος ισχυρίζεται ότι δεν έχει μεταβληθεί ούτε στο ελάχιστο μέσα σε μια δεκαετία ή είναι εκτός κόσμου ή απλά παίζει θέατρο. Από τον βιομηχανικό ήχο του “Machine Gun” μέχρι την κοριτσίστικη αθωότητα και τους ειλικρινέστατους στίχους του “Nylon Smile”, το Third παντρεύει trip hop με chill out και folk ακούσματα, με τη φωνή της Beth Gibbons να καθηλώνει ήδη από την εισαγωγή (“Silence”).

10. Amy Winehouse: Back To Black [Island, 2006]
της Όλγας Σκούρτη

Μέσα σε 3 χρόνια από την κυκλοφορία του ντεμπούτο της (2003), η Amy Winehouse κατάφερε να γίνει η αγαπημένη των απανταχού ταμπλόιντ –και δη των βρετανικών– να εθιστεί ακόμα περισσότερο στην κόκα και να σαρώσει τα βραβεία Grammy στην 50η τελετή. Το 2006 το "Back To Black" έσκασε σαν βόμβα στα ραδιόφωνα, στα καφέ, στα κλαμπ, στο αυτοκίνητο, στο σπίτι, στο δρόμο. Παντού. 

Η λευκή 23άχρονη Αγγλίδα με τη soul φωνή ήξερε καλά να μεταμορφώνει τις αμαρτίες και τα πάθη της σε μουσική. Και το κάνει πολύ καλά σε όλο αυτό το άλμπουμ. Σύγχρονη soul με τη μαγεία της παλιάς Motown, με την πολύτιμη παρουσία στην παραγωγή των Mark Ronson & Salaam Remi· και φυσικά με την αψεγάδιαστη ερμηνεία της Winehouse να δίνει ρέστα. Η Etta James των zeros –όπως πολλοί τη χαρακτήρισαν– δίνει ηχηρό φιλί της ζωής σε ένα μουσικό είδος που για χρόνια έδειχνε κομματάκι χλωμό.

9. The Strokes: Is This It [RCA, 2001]
του Βύρωνα Κριτζά

Είναι δύσκολο να εκφράσει κάποιος αντικειμενική άποψη για τον δίσκο ενός γκρουπ που κοσμεί ακόμα με γιγαντοαφίσες το υπνοδωμάτιό του. Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί την αξία του Is This It. Από την άλλη, η δράση του hype πάει πάντα πακέτο με αντίδραση. 

Κακά τα ψέματα, το ντεμπούτο των Strokes δεν άλλαξε τη μουσική, όπως συμβαίνει με τα σπουδαία άλμπουμ. Άλλαξε όμως τις μουσικές τάσεις και τη μόδα: από εκεί που οι μισοί έφηβοι άκουγαν χιπ χοπ και οι άλλοι μισοί nu metal, oι Strokes τους φόρεσαν ξανά σταράκια, έστησαν μικροσκοπικά ντραμς, απέφυγαν τα μεγάλα σόλο και έφεραν το ροκ στο προσκήνιο. Φυσικά και δεν πρόκειται να ξαναβγάλουν τόσο καλό δίσκο. Οι celebrity γκόμενες τους έχουν παρατήσει, τα side projects πάνε κι έρχονται και οι υποστηρικτές ξέμειναν πια από στοιχεία υπεράσπισης. Μέσα στα 11 διαμαντάκια του δίσκου αυτού, όμως, υπάρχει κάτι που δεν μπορείς να κάνεις ότι δεν το άκουσες.

8. Flaming Lips: Yoshimi Battles The Pink Robots [Warner, 2002]
του Χάρη Συμβουλίδη

Εκεί που η παρέα από την Οκλαχόμα είχε (ψιλο)γίνει εμπορική (The Soft Bulletin, 1999) και οι ακραιφνείς εναλλακτικοί κόλλαγαν τα «mainstream» κηδειόσημα, έδωσαν μία στο τραπέζι, το αναποδογύρισαν και ξαναμοίρασαν την τράπουλα. Βουτιά λοιπόν στον μελαγχολικό φουτουρισμό των ροζ ρομπότ, στον δίσκο όπου η (νεο)ψυχεδέλεια και η space rock αισθητική συναντήθηκαν με ιστορίες αγάπης και προδοσίας και στοχασμούς για τη θνητότητα· σε ένα χαλαρό concept, που αποδομείται βήμα-βήμα, ξετυλίγοντας ένα περιπετειώδες άλμπουμ.

Aφήνοντας εκτός την παραγωγάρα, η ατόφια μελωδική υποστήριξη αποδείχθηκε εξίσου ιδιοφυής, καθώς από τη μία πόνταρε σε αργόσυρτες, απλές, μα μεστωμένου συναισθήματος ενορχηστρώσεις, ενώ ταυτόχρονα στοιχημάτιζε σε βόμβους από αναλογικά σίνθια και σε κεντραρισμένες προς τη φλοϋδική καρδιά του ήλιου μπασογραμμές. Παλμός ασυναγώνιστος, που έκανε τη δική σου καρδιά σου να χτυπά γοργά και το δάχτυλο να καραδοκεί για το χτύπημα του repeat πλήκτρου...

7. Sigur Rós: Ágætis Byrjun [Smekkleysa, 1999/Fat Cat, 2000]
του Γιώργου Μιχαλόπουλου

Ο δίσκος που μας ανάγκασε να ανταλλάξουμε ένα κάρο e-mail αντικρουόμενων απόψεων γύρω από το αν πρέπει να τον θεωρήσουμε έργο των '00s ή όχι. Αν δεν ζούσατε πάντως στην Ισλανδία το 1999, τότε μάλλον θα συμφωνείτε που το βλέπετε εδώ.

Το χαρακτηριστικό «τσιουουου» του Jónsi και ο τόσο διαφορετικός ήχος των Sigur Rós ανάγκασε την υφήλιο να πιστέψει ότι στην Ισλανδία ζούνε ξωτικά. Μετά ακολούθησαν οι «παρενθέσεις» και τα σπίτια μας γέμισαν με βινύλια από τον κάθε απίθανο, πολύ απλά γιατί γεννήθηκε εκεί. Από απόσταση, πλέον ...και καλά κάναμε.

6. System Of A Down: Toxicity [American, 2001]
του Στυλιανού Τζιρίτα

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η επανάσταση στον μεταλλικό χώρο ήρθε από τη Βραζιλία και τους αδερφούς Cavallera. Και δεν είναι τυχαίο ότι ναι μεν αμερικάνικη μπάντα οι System Of A Down, αλλά ήταν η χρήση της αρμένικης ρίζας τους (από τους ίδιους) ως κείμενο διαφοροποίησης, μαζί με έναν περήφανο φυλετισμό, που τους κατέστησαν συγκρότημα το οποίο έβαλε βουλοκέρι Τοξικό στις αρχές του καινούριου αιώνα. 

Έτσι, με οδηγό την α-λα-Peppers παρακαταθήκη, ξεκίνησαν να ανατινάζουν την ανατολική ακτή παρέα με τον Rick Rubin αμέσως μετά το σβήσιμο της κονσόλας του Californication (1999), ανεβάζοντας το σήμα τους στο εξώφυλλο και στον λόφο του Χόλιγουντ και αφαιρώντας το funk –διότι, έχοντας ευρωπαϊκή ρίζα, θεώρησαν ότι η Αμερική έπρεπε να ανακαλύψει εκ νέου τις δικές της ρίζες. Είτε στην ηχητική του στόματος (τουτέστιν «θα καταλάβετε όλοι ότι έχω αρμένικη ρίζα»), είτε στις κοφτές ενορχηστρώσεις, οι οποίες ουσιαστικά συμβόλισαν την έτσι κι αλλιώς βίαιη ιστορικοποίηση και ιστορικότητα αυτού του κράτους (και όχι έθνους). 

5. Burial: Untrue [Hyperdub, 2007]
του Διονύση Κοτταρίδη

Με δεδομένο το αβυσσαλέο νούμερο των ανθρώπων που έχουν κυκλοφορήσει έστω κι ένα άλμπουμ, το ποσοστό όσων επέλεξαν να κρατήσουν την ανωνυμία τους εικάζω ότι βολεύεται με μερικά πτωχά δεκαδικά ψηφία… Και οι περισσότεροι εξ’ αυτών, όσο μου το επιτρέπει η μνήμη μου, υπήρξαν τουλάχιστον ενδιαφέροντες. Πανάκεια προφανώς και δεν είναι, αλλά το γεγονός αποτελεί σοβαρή ένδειξη πως ο δράστης ιεραρχεί, ξεκινώντας απαρασάλευτα με τη μουσική (του) –εκτός, βέβαια, εάν διαθέτει ζητήματα με την όποια δημόσια έκθεση.

Ο Burial μπορεί εν τέλει να αποκαλύφθηκε, όμως είχε προλάβει να μας τροφοδοτήσει με τούτο το σκοτεινό ποίημα σε μορφή φουλ άλμπουμ, εν μέσω καιρών μάλλον δύσκολων για ολοκληρωμένα μουσικά οράματα. Προφανώς και δεν αρκεί ο όρος dubstep (ή έστω μια έκφανσή του) για να περιγράψει αυτόν τον συγκινητικό γόνο των μεγάλων ηλεκτρονικών μαστόρων του Νησιού. Για να μη το πάω και πιο πίσω: μονάχα ανατρέχοντας στις δισκογραφικές κορυφές των Massive Attack και των Portishead υπάρχει περίπτωση να απαντήσουμε ανάλογου εκτοπίσματος με το Untrue παιχνίδι με τις αισθήσεις.

4. White Stripes: Elephant [V2, 2003]
του Κωνσταντίνου Τσάβαλου

Μετά από 3 άλμπουμ για λογαριασμό της δισκογραφικής Sympathy For The Record Industry –το φερώνυμό τους, το De Stijl και το White Blood Cells– το δίδυμο απ' το Ντιτρόιτ πέρασε, με μια απλή κίνηση ματ, στο Champions League της Μουσικής, κατακτώντας το μάλιστα πανηγυρικά. Κι όντως, το «Πιο Πολυαναμενόμενο Ροκ Άλμπουμ του 2003» δικαίωσε απόλυτα την αναμονή.

Χωρίς να παίζουν τίποτα πρωτοποριακό ή μουσικά ρηξικέλευθο, μένουν μέσα στις πρωτόλειες ροκ φόρμες των μπλουζ, προσθέτοντας απλώς ένταση, πάθος, δύναμη, εκρηκτικότητα και κυρίως μια χούφτα από τραγούδια-δυναμίτες, όπως τα “Seven Nation Army”, “Black Math”, “I Don't Know What To Do With Myself”, “Ball And Biscuit”, “Hypnotize” και “The Hardest Button To Button”. Μετά το Elephant, το στοίχημα πλέον για τους White Stripes ήταν μέχρι πότε θα μπορούσαν να αναλώνονται πάνω σε μια, φύσει και θέσει, περιορισμένη μανιέρα, χωρίς να καταντάνε βαρετοί.

3. Radiohead: Kid A [Capitol, 2000]
του Μάνου Μπούρα

Πες ό,τι θέλεις για τους Radiohead. Για ένα πράγμα πάντως δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις: ότι τα βήματα της καριέρας τους έγιναν βάση σχεδίου, με σκοπό να γίνουν αρεστοί, εμπορικοί και επιτυχημένοι. Κάποια απ' αυτά τα κατάφεραν –ίσως από τύχη, από πείσμα της μοίρας, από συνωμοσία του σύμπαντος; Το θέμα είναι ότι έκαναν πάντοτε εκείνο που ήθελαν, όσο παράδοξο και αντισυμβατικό κι αν ήταν, ενώ το ακροατήριό τους όχι μόνο ήταν εκεί για να τους αποθεώσει, αλλά μεγάλωνε κιόλας δίσκο με τον δίσκο! 

Το Kid A έμοιαζε βέβαια με εμπορική αυτοκτονία μετά από ένα OK Computer (1997), αποξένωσε πράγματι πολλούς με την πειραματική του άποψη, μα νικητές στο στοίχημα βγήκαν μόνο οι Radiohead. Ήταν ροκ το “Idioteque”; Τι δουλειά είχε ένα ambient σκίτσο σ’ έναν δίσκο τους; Αφελείς ερωτήσεις σαν κι αυτές έμειναν να βασανίζουν ακροατές οι οποίοι δεν μπορούσαν να κλείσουν απλά τα μάτια και να χαθούν στη μουσική που άλλαξε –για μία ακόμη φορά– το ροκ σκηνικό για τα '00s. 

2. Tool: Lateralus [Volcano Entertainment, 2001]
του Βαγγέλη Πούλιου

Ο τίτλος του άλμπουμ δεν θα μπορούσε να ήταν καλύτερος, προερχόμενος από το «lateral thinking», τη μέθοδο δηλαδή επίλυσης προβλημάτων που ακολουθεί όσες συχνά ονομάζουμε πλάγιες οδούς. Αν λοιπόν θεωρήσουμε τη μουσική ως ένα πρόβλημα προς επίλυση, το Lateralus δείχνει τον τρόπο με τον οποίον οι 4 Καλιφορνέζοι έστυψαν τους εγκεφάλους τους ώστε να μας μεταφέρουν τις εμπειρίες τους από αυτήν την εναλλακτική διαδρομή.

Πέντε χρόνια μετά το Aenima (1996), οι Tool μεγαλουργούν (ξανά) και ταυτόχρονα μαγνητίζουν με τη μεγαλοπρέπεια των εμπνεύσεών τους και με την αρτιότητα του ήχου τους. Το Lateralus εμπεριέχει μάλιστα και το στοιχείο της κάθαρσης, ερμηνευμένο όπως και στις αρχαίες τραγωδίες· μια ηχητική εμπειρία εξαγνιστική και ως εκ τούτου άμεσα εθιστική. Ένας δίσκος επίσης, για τον οποίο ποτέ δεν μπόρεσα να καταλήξω περί της αγαπημένης μου σύνθεσης. Εκεί που αποφασίζω για το “Reflection”, ας πούμε, πετάγεται το “Patient” ή το “Parabola” ή το “Grudge” ή…. Η εγκυρότητα της εν λόγω απόφασης αμφισβητείται συνεχώς. Πάντα όμως, ακούγοντας τον, κουδουνίζει στο μυαλό μου μια φράση του: «Spiral out … Keep going».

1. Arcade Fire: Funeral [Rough Trade, 2004]
του Ζαννή Βούλγαρη

Θαρρείς το χωμάτινο υπογάστριο της γήινης βιόσφαιρας να ευθύνεται για ένα άνοιγμα ψυχής –τη γένεση της τέχνης· υπαιτιότητα άφατης αγάπης, αιμάσουσας απώλειας και μαζικής θνητότητας. Αναθαρρείς στην οργανική, απαγορευτικά εξωραϊστική επιδρομή τσέλου, βιόλας, πνευστών και φρενιασμένων δωδεκάχορδων: άλλοτε εμφορούμενη από τη βερολινέζικη εποποιία του David Bowie και άλλοτε ως δορυφόρος ελκόμενος από το μαγνητικό πεδίο των φωτεινών αστεριών Bruce Springsteen, Neil Young και Talking Heads, στις τέσσερις γειτονιές του οργανικά άυλου.

Μακριά από indie μελωδικούς ολολυγμούς, ξένο προς εκούσιες λυτρωτικές του συρμού, μαζικά ευφορικό μα συνάμα σιδερόφραχτα προσωπικό, το Funeral ανταπαντάει στον συναισθηματικά (και ενίοτε λεκτικά) ανάπηρο μητροπολιτισμό μέρους της δεκαετίας, αρθρώνοντας διάφανο μουσικό λόγο ικανό να διατηρήσει άσβεστη και ζώσα την αίσθηση του κινδύνου και της περιπέτειας που διαπερνάει κάθε αυλάκι του άλμπουμ· από την αρχαϊκή chamber pop των “Une Annee Sans Lumiere” και “Crown Of Love” έως την κοινοβιακή έγερση σε δράση του “Wake Up”. Ίσως πλανητικός εκτροχιασμός: μια ματιά στο ύστερο μισό της δεκαετίας, μετέτρεψε αυτόν τον δορυφόρο σε ήλιο.

{youtube}8vN2vqaEBhM{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured