Επισκέφτηκα για πρώτη φορά το Discobole της Ιπποκράτους το 1995 ή 1996, αγοράζοντας το ντεμπούτο των Chemical Brothers κι έναν ακόμα δίσκο που ανακάλυψα εκεί (έκανα τέτοιες ασκήσεις στην εφηβεία μου). Η ύπαρξη και μόνο των υπέροχων Technics MK2 –το πλέον ακριβοθώρητο και ιερό αντικείμενο της τότε ζωής μου- μεταμόρφωνε έναν τόσο μικρό χώρο σε Disneyland.

snk_kanellis

Έχοντας μαζέψει 5-6 δίσκους, με κύριο κριτήριο το εξώφυλλο και την απλή πληροφορία που βρίσκεις εύκολα σε ένα εξειδικευμένο δισκάδικο, άκουγα σχεδόν μαγεμένος μια τελείως άγνωστη μουσική, που δεν μου θύμιζε καθόλου Στέρεο Νόβα, αλλά είχε κάτι βαθιά σωματικό, κάνοντας τις ορμόνες να μπερδεύονται με τον πιο φυσικό τρόπο.

«Θυμάμαι ότι στη βιτρίνα είχαμε τον τελευταίο δίσκο των Metallica, έναν δίσκο των Savoy Brown, υπήρχε και μια Sandra. Περιττό να σου πω ότι κυρίως τη Sandra ήθελαν»

Το Archive One του Dave Clarke, πέρα απ’ το ότι αποτέλεσε τον καλύτερο Detroit techno δίσκο που δεν γράφτηκε στο Ντιτρόιτ, έγινε το ορόσημο της σχέσης μου με τον συγκεκριμένο χώρο. Ο οποίος θα πρόσφερε απλόχερα τέτοιες στιγμές σε όποιον ήταν αρκετά ανήσυχος μουσικά ή δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί όλοι του οι φίλοι βλέπουν MTV.


Η ΑΦΕΤΗΡΙΑ

«Το Discobole ξεκινάει στη Γλυφάδα το 1983 και 8-9 μήνες αργότερα ανοίγει το μαγαζί στην Αθήνα, στην Ιπποκράτους 33, όπου και παραμείναμε για 10 χρόνια πριν μετακομίσουμε απέναντι», μου λέει ο ιδιοκτήτης του Γιώργος Κανέλλης. Αρχικά, ήταν ένα κλασικό δισκάδικο της Αθήνας, που εμπορευόταν κάθε είδος.

Τα περιοδικά βοηθούσαν πολύ, όπως και οι τρελαμένοι διανομείς του εξωτερικού, όσοι δειγμάτιζαν την πραμάτεια τους μέσω τηλεφώνου. Κάτι σαν πρωτόλειο soundcloud.

«Θυμάμαι στη βιτρίνα είχαμε τον τελευταίο δίσκο των Metallica, έναν δίσκο των Savoy Brown, υπήρχε και μια Sandra. Περιττό να σου πω ότι κυρίως τη Sandra ήθελαν», αφηγείται επιδεικνύοντας εντυπωσιακό μνημονικό, ενώ στη νέα του έδρα χαμηλά στη Χαριλάου Τρικούπη, πλέον χτυπάει συχνά το τηλέφωνο από εμφανώς τακτικούς πελάτες, οι οποίοι ανησυχούν για την ημερομηνία κυκλοφορίας του νέου Jean Michel Jarre. «Στα πρώτα βήματα το μαγαζί λειτούργησε μάλλον επειδή καλύψαμε ένα κενό στην αγορά: πέρα απ’ τις mainstream επιλογές, έβρισκες σε μας και μπόλικη disco».

Η ΕΚΡΗΞΗ

«Όσο περισσότερο ψάχναμε εμείς τη μουσική, τόσο βλέπαμε τη σκηνή στην Ευρώπη να μεγαλώνει. Είχε ξεκινήσει η Ίμπιζα, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν, ενώ κι εδώ υπήρχε πλέον το Faz».

Το acid έρχεται λοιπόν δυναμικά στο προσκήνιο και το Discobole δίνει τον δικό του αγώνα ώστε να πληροφορηθεί για τα τεκταινόμενα στην Αγγλία. Τα περιοδικά βοηθούσαν πολύ, όπως και οι τρελαμένοι διανομείς του εξωτερικού, όσοι δειγμάτιζαν την πραμάτεια τους μέσω τηλεφώνου. Κάτι σαν πρωτόλειο soundcloud.

«Δεν είχαμε πολλές επιλογές, αν μας έπειθαν παίρναμε 2-3 κόπιες, αν είχαμε διαβάσει κάτι καλό μπορεί να παίρναμε και 10. Όλα αυτά έφευγαν σε λίγες μέρες. Ο κόσμος έμπαινε για να ενημερωθεί, πέρα απ' το να αγοράσει». Γεγονότα που σε μια νέα γενιά ακούγονται ψεύτικα, αλλά έτσι ακριβώς ήταν.

«Μην ξεχνάς ότι μιλάμε για τη μοναδική σκηνή που κυνηγήθηκε τόσο, απ’ τη μάνα raver και τα αμφιβόλου ποιότητας ρεπορτάζ της τηλεόρασης, μέχρι τις εφόδους της αστυνομίας στα πάρτι. Ήταν λίγο γελοίο. Δηλαδή τι, επειδή κάποιος ακούει ένα είδος μουσικής παρεκτρέπεται; Αστεία πράγματα».

Το ραδιόφωνο, με εξαίρεση τον Life FM, δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον για τη σκηνή που είχε ήδη κατακτήσει ένα κομμάτι της νυχτερινής ζωής της Αθήνας, με αποτέλεσμα τα δισκάδικα να γίνουν η πλέον αξιόπιστη πηγή πληροφοριών. Ότι βέβαια το προσωπικό τους αποτελούταν συνήθως απ' τους ανθρώπους οι οποίοι έπαιζαν αυτή τη μουσική, βοήθησε ακόμα περισσότερο. Ο Leon Segka, o Mike D., o Mikele, όλοι πέρασαν απ’ τα ταμεία του Discobole. 

ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ, ΟΙ ΧΡΥΣΟΙ ΔΙΣΚΟΙ ΚΑΙ Ο ΜΙΝΤΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

«Το 1996 ξεκινήσαμε μια σειρά δικών μας κυκλοφοριών, αφού υπήρχε κόσμος που ήθελε να βγάλει τη μουσική του. Παράλληλα ξεκινήσαμε και τις συλλογές, σε συνεργασία με τον Τσιλιχρήστο, με δύο απ' αυτές να γίνονται χρυσές, πουλώντας χιλιάδες αντίτυπα», θυμάται ο Κανέλλης.

Στο μαγαζί βρισκόταν πάντα σε περίοπτη θέση ο χρυσός δίσκος που απονεμήθηκε στη συλλογή House Experience 3. «Το 2006 σταματήσαμε τις παραγωγές αφού πλέον το CD είχε πάρει την κατιούσα, όπως και πολλά άλλα», λέει γελώντας.

«Όλα αυτά βέβαια έχουν ακόμα συνέχεια, έστω κι αν γίνεται με διαφορετικούς όρους», καταλήγει. «Μην ξεχνάς ότι μιλάμε για τη μοναδική σκηνή που κυνηγήθηκε τόσο, απ’ τη μάνα raver και τα αμφιβόλου ποιότητας ρεπορτάζ της τηλεόρασης, μέχρι τις εφόδους της αστυνομίας στα πάρτι. Ήταν λίγο γελοίο. Δηλαδή τι, επειδή κάποιος ακούει ένα είδος μουσικής παρεκτρέπεται; Αστεία πράγματα».

ΟΙ 3 ΠΙΟ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΟΙ ΔΙΣΚΟΙ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Jaydee - Plastic Dreams
(R & S Records, 1992)

Η ναυαρχίδα της μυθικής εταιρείας απ’ το Βέλγιο, που άφησε τον Aphex Twin να πάει όπου εκείνος ήθελε.

Technotronic - Pump Up The Jam
(ARS Records, 1990)

Λες και το ακούσαμε χθες για πρώτη φορά. Η τεράστια επιτυχία του euro house κι ένα απ’ τα πιο πολυπαιγμένα τραγούδια της εποχής.

Robert Miles - Children
(DBX Records, 1995)

Trance για όλους, πλέον με mainstream όρους.



* Αναδημοσίευση από το περιοδικό SONIK, Μισός αιώνας ηλεκτρονικής μουσικής στην Ελλάδα (1958-2016). Μπορείτε να το αγοράσετε εδώ.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured