"Δεν φταίω εγώ δεν φταις εσύ μπορεί να φταίει το νησί…” τραγουδούσε το σωτήριο έτος 1991 η Σοφία Αρβανίτη – έφταιγε όμως τελικά τo εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς νησί των Παξών, για το δράμα των πρωταγωνιστών της σειράς που έκανε το twitter να πάθει λουμπάγκο από τις υποκλίσεις και το όνομα του Χριστόφορου Παπακαλιάτη να γίνει γνωστό πέρα από τα σύνορα της χώρας μας; Ή μήπως το μπλε της θάλασσας δεν μέθυσε, ούτε το άσπρο των σπιτιών μας πήγε πουθενά, αλλά ο ίδιος ο Αθηναϊκός και Επτανησιακός πολύχρωμος θίασος των χαρακτήρων που έπλασε η πένα του  Έλληνα τηλεοπτικού και κινηματογραφικού δημιουργού ήταν τελικά ο θύτης και το θύμα, μιας ιστορίας βγαλμένης από τα σπλάχνα της νεοελληνικής πραγματικότητας -τοποθετημένη σε μια εναλλακτική, “Παπακαλιάτικη” μικρό-αστική γαλανόλευκη μπανανία;

Pixel

Έχοντας αναπτύξει τις αρχικές μας απόψεις για τον πρώτο κύκλο του Maestro, στο ενδιάμεσο διάστημα και κυρίως με την αγορά της σειράς από το Netflix, η επιτυχία του της σειράς μεγάλωσε και το τηλεοπτικό κοινό αγκάλιασε ακόμα πιο θερμά τη δημιουργία του Κρητικού σκηνοθέτη-σεναριογράφου-ηθοποιού-μουσικού επιμελητή και λαμπαδηδρόμου της εφηβικής μας τηλεοπτικής ξε-βλάχεψης: το Maestro “μίλησε” στους Έλληνες θεατές και άρθρωσε -με τον τρόπο του- ουσιαστική κουβέντα για “καυτά” κοινωνικά θέματα, αγαπήθηκε από τους παλαίμαχους hooligans του δημιουργού του (οι οποίοι αναγνώρισαν μονομιάς την καθ’ όλα δημιουργική του ωρίμανση), ενώ κατόρθωσε να εδραιωθεί σε μια νεότερη γενιά θεατών ως ένα μικρό τηλεοπτικό εγχώριο event -από εκείνα που σπανίζουν σήμερα, λόγω της αχανούς κουλτούρας του streaming και του binge.

Η δεύτερη σεζόν της πολύ-αναμενόμενης συνέχειας της σειράς των Mega/Netflix είχε ήδη ένα δύσκολο στοίχημα να κερδίσει, μιας και η νωπή ακόμα επιτυχία της πρώτης σεζόν αλλά και η παγίδα της επανάληψης (όντας ήδη ένα σενάριο, του οποίου η πολύ-θεματική φύση υπήρξε και η καταφανέστατη αδυναμία του) ήταν ορατοί κίνδυνοι δια γυμνού οφθαλμού.

Τελικά όμως, η καλλιτεχνική ωρίμανση του Παπακαλιάτη, η οποία ξεκίνησε ουσιαστικά μετά το Ένας Άλλος Κόσμος το 2015 και γιγαντώθηκε με το Maestro φαίνεται να μην ήταν απλά μια ευτυχής συγκυρία των καιρών – αλλά μια πάγια συνθήκη, με την οποία δείχνε ότι θα συνεχίσει να πορεύεται και στο μέλλον. Ο δεύτερος κύκλος του Maestro, μικρότερος σε διάρκεια από τον πρώτο (έξι επεισόδια αντί εννέα) είναι στην πλεονεκτική θέση του να έχει ήδη δρομολογήσει τις βασικές πλοκές και υπό-πλοκές της πρώτης σεζόν, να έχει set-άρει επαρκώς τους βασικούς του χαρακτήρες και πλέον, χωρίς κάποια πίεση να δρέψει τους καρπούς των προσπαθειών του. Δεν υπάρχουν άλλες εκπλήξεις, δεν υπάρχει “η ανατροπή”, δεν υπάρχει background κάποιου χαρακτήρα που να μην έχει εξερευνηθεί επαρκώς – όλα βρίσκονται πλέον στον δρόμο τους, τα πάντα μοιάζουν να ακολουθούν την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουν.

Αυτό μπορεί ίσως να απογοητεύσει τον θεατή που περιμένει νέες απανωτές αυτές καθ’ αυτές εξελίξεις στην πλοκή -κάτι που θα συμβεί βέβαια στα τρία τελευταία επεισόδια της σεζόν- όμως το βραδύκαυστο, ενδοσκοπικό και ανθρωποκεντρικό μοντέλο που αναπτύχθηκε παράλληλα με τον καταιγισμό γεγονότων στην πρώτη σεζόν, εδώ κορυφώνεται. Δίνει έτσι το έναυσμα για μια ακόμα πιο ουσιαστική κατάδυση στη ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών, όπως και την ευκαιρία να γίνει πιο επισταμένη μελέτη στις τρεις κατευθύνσεις που φαινόταν να συγκλίνει εξαρχής το σενάριο: το πατριαρχικό φάντασμα, την κρίση μέσης ηλικίας και τη διαφορετικότητα, όλα μέσα από το πρίσμα της Ελληνικής κοινωνίας αλλά και της αισθητικής του δημιουργού της σειράς.  

Μερικές από τις σταθερές “παθογένειες” του ευρύτερου έργου του Χριστόφορου Παπακαλιάτη βρίσκονται ξανά εδώ – με πιο σημαντική, εκείνη της αδυναμίας να βρει την απόλυτη τονική ισορροπία για την καλύτερη δυνατή ανάδειξη του υλικού του: Πολλές έντονες συναισθηματικά σκηνές δίνουν απότομα τη σκυτάλη σε πιο ανάλαφρα κωμικά ιντερλούδια, ενώ ο ρυθμός της σειράς δεν αφήνει πολλά περιθώρια σε κάποιες θεματικές να ωριμάσουν -να αποκτήσουν τη βαρύτητα που πιθανόν θα έπρεπε να έχουν αναπόσπαστα.

Η κοινωνική του ευαισθητοποίηση δεν αποβάλλει τον pop χαρακτήρα της, αν και συγκριτικά με την πρώτη σεζόν δείχνει να περιορίζει λίγο παραπάνω τον έντονο διδακτισμό. Εδώ εγείρεται ένα μεγάλο βέβαια ερώτημα, το αν η ευαισθητοποιημένη ματιά του Χριστόφορου Παπακαλιάτη  πάνω σε κοινωνικά ζητήματα που κυριαρχούν πλέον στις καθημερινές συζητήσεις είναι αρκούντως “κοφτερή”, ή εάν η επιρροή της στη μαζική τηλεοπτική συνείδηση είναι περιορισμένη μέσα σε πιο συμβατικά πλαίσια. Πράγματι, η σειρά διέπεται ανά στιγμές από μια μετά-εφηβική αφέλεια και μια υπερβολή, κατά την οποία τα ζητήματα που διαπραγματεύεται σκιαγραφούνται κάπως περισσότερο γλαφυρά και ελαφρώς κουνώντας το δάχτυλο προς τον θεατή. Από την άλλη όμως, δεν τίθεται θέμα ειλικρίνειας ή αυθεντικότητας προθέσεων -μονάχα τρόπου επικοινωνίας αυτών με το κοινό.

Και αυτό είναι μάλλον το στοιχείο που γέρνει τη πλάστιγγα υπέρ του δημιουργού και του δημιουργήματός του, ως ένα pop παραμύθι για όλους, το οποίο έχει εντάξει όσο πιο οργανικά μπορεί τους προβληματισμούς του σε ένα μαζικό τηλεοπτικό πλαίσιο και τους έχει επικοινωνήσει αποκλειστικά με δικούς του όρους -πράγμα διόλου εύκολο ή δεδομένο για σειρά τέτοιου μεγέθους. Το παραπάνω γίνεται ακόμα πιο αισθητό στην κορύφωση της ιστορίας που πρωταγωνιστεί η Μαρία Καβογιάννη, ένα σκληρό οδοιπορικό χειραφέτησης που κλέβει την παράσταση από τις υπόλοιπες υπό-πλοκές και κορυφώνεται με γενναίο τρόπο σε μια ελαφρώς αντισυμβατική, αθόρυβη αλλά πολύ ουσιαστική κατακλείδα.

Σε τεχνικό επίπεδο, τα χρήματα του Netflix πιάνουν τόπο και σε συνδυασμό με την αποδεδειγμένη άρτια σκηνοθετική κατάρτιση του Παπακαλιάτη, η εικόνα μπορεί εύκολα από μόνη της να αποτελέσει παράγοντα παρακολούθησης της σειράς. Η κινηματογράφηση των Παξών αλλά και της Αθήνας γίνεται με τρόπο φαντασμαγορικό για τον μέσο θεατή, ενώ η συνέπεια με την οποία ο Παπακαλιάτης συνεχίζει να χτίζει ένα σύμπαν δικό του -το οποίο ακροβατεί μεταξύ ρεαλισμού και μιας Ελλάδας όπως εκείνος έχει κατασκευάσει- είναι άξια θαυμασμού.

Ερμηνευτικά τα πράγματα δεν διαφέρουν και πολύ από εκείνα του πρώτου κύκλου, με τις Μαρία Καβογιάννη, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Αντίνοο Αλμπάνη και Στεφανία Γουλιώτη να κλέβουν τις εντυπώσεις και τον ίδιο τον Παπακαλιάτη να εμφανίζεται ακόμα πιο μετρημένος στον ρόλο του -πρωταγωνιστεί μάλιστα, μαζί με τη Γουλιώτη, σε μια από τις πιο έντονες και καλοπαιγμένες σκηνές αυτής της σεζόν. Οι πιο “ρηγμένοι” ρόλοι αφορούν μάλλον την πιτσιρικαρία της σειράς -οι οποίοι ναι μεν ανταποκρίνονται επαρκέστατα στις απαιτήσεις, αλλά ο προβολέας πέφτει μοιραία και κατ’ επιλογήν στους πιο senior ηθοποιούς. Ο Γιάννης Τσορτέρκης βρίσκει τρόπο να επιστρέψει στη σειρά -και το διασκεδάζει αφάνταστα- ενώ ο Φάνης Μουρατίδης αποδεικνύεται η ήρεμη ερμηνευτική δύναμη της σεζόν, καθώς με μια εσωτερική και μετρημένη ερμηνεία καταφέρνει να μετατρέψει σε μια τραγική φιγούρα έναν χαρακτήρα, ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να εξελιχθεί σε καρικατούρα. Τέλος, ο θεατρικός Κώστας Μπερικόπουλος είναι η έκπληξη της νέας σεζόν, υποδυόμενος τον ανακριτή που έρχεται στους Παξούς για να εξιχνιάσει τον φόνο που ταλανίζει τους πρωταγωνιστές. Τόσο σαν μονάδα, όσο και σαν κωμικό ντουέτο με την Χάρις Αλεξίου, ο βετεράνος ηθοποιός γίνεται αυτομάτως ένα από τα πιο απολαυστικά στοιχεία αυτής της νέας σεζόν και αφήνει πολλές υποσχέσεις για τις μελλοντικές του εμφανίσεις στο σύμπαν της σειράς.

Το twitter λοιπόν, πιθανότατα θα συνεχίσει να υποκλίνεται και σε αυτό το 2ο μέρος του Maestro καθώς η Σοφία Αρβανίτη θα ψάχνει μάταια ποιος τη μάγεψε και της πήρε τα μυαλά -και καθόλου άδικα, μιας και ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης συνεχίζει με τον ίδιο ρυθμό και μεράκι να αποδομεί την νέο-ελληνική πραγματικότητα με τον τρόπο του, αφηγούμενος μια ιστορία με ενδιαφέρον, ρυθμό, ένταση, κορυφώσεις και στρωτή ροή. Μένει μονάχα η τρίτη και τελευταία σεζόν της σειράς, με προγραμματισμένη έξοδο το Φθινόπωρο του 2024, για να επικυρώσει το Maestro ως την καλύτερη δουλειά του Χριστόφορου Παπακαλιάτη μέχρι και σήμερα – και να αποδεσμεύσει τον Έλληνα δημιουργό από τη μικρή οθόνη για κάτι μεγαλύτερο.Το έχει κερδίσει πλέον και με το παραπάνω. 

https://www.youtube.com/watch?v=Td0x6DsU5nY&ab_channel=InfoMovies

Διαβάστε επίσης:

Όλα τα τραγούδια που ακούγονται στα έξι πρώτα επεισόδια της δεύτερης σεζόν του Maestro του Χριστόφορου Παπακαλιάτη 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured