View More

Meet Me In The Bathroom: Το indie revival της Νέας Υόρκης των ‘00s σε πρώτο πλάνο

Ένα νέο μουσικό ντοκιμαντέρ καταπιάνεται με την indie σκηνή που δημιουργήθηκε στη Νέα Υόρκη στις αρχές της νέας χιλιετίας. Τα καταφέρνει όμως όσο καλά θα ήθελε;

Ναταλία Πετρίτη
Ναταλία Πετρίτη

Έξι ολόκληρα χρόνια χρειάστηκε η δημοσιογράφος Lizzie Goodman για να συλλέξει το απαραίτητο υλικό και να γράψει το μουσικό βιβλίο Meet Me in the Bathroom: Rebirth and Rock & Roll in NYC 2001-2011. Και το έκανε πολύ καλά, αν σκεφτεί κανείς ότι από το 2017 όταν και αυτό κυκλοφόρησε, θεωρείται ένα από τα πληρέστερα έργα καταγραφής της πολυτάραχης indie σκηνής της πόλης για την περίοδο που εκκινεί ουσιαστικά μετά την πτώση των Διδύμων Πύργων, ενώ μέσα όπως το Pitchfork και το GQ το εξύμνησαν όσο λίγα αντίστοιχα μουσικά βιβλία της περασμένης δεκαετίας. Ο ενθουσιασμός, λοιπόν, στο άκουσμα της μεταφοράς του βιβλίου σε ένα ντοκιμαντέρ για τη μεγάλη οθόνη υπήρξε μεγάλος στους μουσικόφιλους κύκλους. Κι όμως, παρά την πληρότητά του σε υλικό και την έξυπνη καταγραφή του στο χαρτί (αυτή θα αναλυθεί στη συνέχεια), το ντοκιμαντέρ Meet Me In The Bathroom μάλλον απέτυχε στο να μας μεταφέρει νοητά σε όλα όσα συνέβαιναν μουσικά στο Μεγάλο Μήλο, όσο ο κόσμος όπως τον ξέραμε κατέρρεε στην αυγή της νέας χιλιετίας. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Σε σκηνοθεσία των Will Lovelace και Dylan Southern, το Meet Me In The Bathroom επιχειρεί να καταγράψει την αναγέννηση της indie και underground (τότε) σκηνής της Νέας Υόρκης και να δείξει στο κοινό πώς συγκροτήματα όπως οι Strokes, LCD Soundsystem, Yeah Yeah Yeahs και Interpol επηρέασαν μια ολόκληρη γενιά που βρέθηκε δίπλα τους από το ξεκίνημα της καριέρας τους στα clubs του Brooklyn όπου και πρωτοεμφανίστηκαν. Ταυτόχρονα, στο ντοκιμαντέρ εξερευνώνται θεματικές όπως η εναλλακτική youth culture της πόλης όπως και η μεταμόρφωσή αυτής εξαιτίας του βίαιου gentrification που αυτή υπέστη εκείνα τα χρόνια, η επιρροή της μουσικής βιομηχανίας από την άνοδο του Napster και τον «θάνατο» των φυσικών δισκογραφικών κυκλοφοριών, αλλά και φαινόμενα όπως η εμφάνιση του hipster/indie sleaze ανθρωπότυπου και της έκρηξης του Vice.

Και μπορεί η περιγραφή του περιεχομένου του ντοκιμαντέρ να ακούγεται ενδιαφέρουσα, ξυπνώντας στους 30άρηδες και τους 40άρηδες του σήμερα την αναμενόμενη νοσταλγία για εποχές που έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί, το Meet Me In The Bathroom το ‘χάνει όμως τελικά ως προς την υλοποίηση όσων υπόσχεται να κάνει πράξη στη μεγάλη οθόνη. Εν αντιθέσει με το εξαιρετικό βιβλίο της Goodman, η ταινία των Lovelace και Southern φαίνεται πως όχι απλά μένει στην επιφάνεια όσων θα ήθελαν οι δημιουργοί της να παρουσιάσουν τελικά, αλλά το κάνει χωρίς να χρησιμοποιεί καν ορθά και επαρκώς το πλούσιο υλικό που εκείνοι είχαν στη διάθεσή τους από το βιβλίο.

meet-me-in-the-bathroom-poster-2

Έτσι, οι ιστορίες επιφανών συγκροτημάτων της περιόδου που καταγράφονται σε βάθος σε αυτό, στο ντοκιμαντέρ αποσιωπώνται εγκληματικά, ενώ άλλα συγκροτήματα παρουσιάζονται αδίκως ως τέτοια (Eίναι άραγε οι Moldy Peaches σημαντικότερο act από τους Fisherspooner;). Επιπλέον, μία από τις κεντρικές θεματικές του βιβλίου, δηλαδή η επιρροή του αλκοόλ, του crack και της ηρωίνης στο έργο και τις ζωές των πρωταγωνιστών της σκηνής, παρουσιάζονται ως minor προβλήματα επιμέρους ανθρώπων αυτής (πιστέψτε με, δεν είχε μόνο ο Albert Hammond Jr. σοβαρό πρόβλημα εθισμού στην ηρωίνη), ενώ αυτό που πετυχαίνει αριστοτεχνικά το βιβλίο, δηλαδή την έκφραση του συλλογικού τραύματος των νέων ανθρώπων της πόλης έπειτα από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, στο ντοκιμαντέρ περιορίζεται δυστυχώς σε μερικά πλάνα του Paul Banks των Interpol, όσο περπατά στα χαλάσματα και καλεί τον κόσμο για αιμοδοσία στα νοσοκομεία της πόλης.

Το Meet Me In The Bathroom αδυνατεί να καλύψει αναλυτικά τους λόγους που η εν λόγω σκηνή κατέρρευσε σύντομα παρά τις δυνατότητές της και το ισχυρό της fanbase, δεν δίνει απαραίτητο feedback ως προς το που βρίσκονται σήμερα οι πρωταγωνιστές της, ενώ αφήνει παράλληλα στην απέξω και μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες της, όπως το beef μεταξύ James Murphy και Tim Goldsworthy που θα οδηγούσε στη διάλυση των LCD Soundsystem.

Τα παραπάνω, όμως, δεν είναι καν τόσο σοβαρά προβλήματα όσο το γεγονός ότι στο ντοκιμαντέρ δεν χρησιμοποιείται ούτε το 20% των συνεντεύξεων από τουλάχιστον 200 άτομα που διαβάζει κανείς στο ομώνυμο βιβλίο της Goodman. Και αυτές οι συνεντεύξεις είναι στην πραγματικά που κάνουν το βιβλίο να είναι τόσο έξυπνο και επιτυχημένο, αφού αυτό δεν αποτελείται από κείμενα της συγγραφέα που παρεμβάλλονται από αυτές, αλλά πρόκειται ουσιαστικά για μια συρραφή δηλώσεων, που όταν διαβαστούν μαζί δημιουργούν με έναν μαγικό τρόπο ένα συμπαγές έργο με γραμμική ανάπτυξη και ρυθμό που κρατά τον αναγνώστη παρά τις 621 σελίδες του.

Αυτό που είναι όμως πραγματικά ασυγχώρητο ως προς το ντοκιμαντέρ Meet Me In The Bathroom είναι το πόσο λίγη μουσική χρησιμοποιείται τελικά καθ΄ όλη τη διάρκεια της ταινίας – τόσο λίγη, που θα απορούσε κανείς για το αν όντως βλέπει ένα μουσικό ντοκιμαντέρ, για μια από τις τελευταίες μουσικές σκηνές στον κόσμο που απέκτησαν ισχυρό following, αποτυπώθηκαν στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα και έκαναν έστω και για λίγο πολλούς από εμάς να επιθυμούμε να εκδώσουμε ένα one way εισιτήριο για Νέα Υόρκη.

Το ντοκιμαντέρ Meet Me In The Bathroom προβλήθηκε στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας, ως μέρος του ετήσιου section μουσικού ντοκιμαντέρ του φεστιβάλ. Δεν έχει γίνει γνωστό το αν αυτό θα αποκτήσει περαιτέρω διανομή στις αίθουσες.

Δείτε το trailer του ντοκιμαντέρ εδώ:

m

Top