Ο Γκάρυ (Cooper Hoffman) είναι ένας ταλαντούχος έφηβος, με όνειρα για μεγάλη ζωή, και η Αλάνα (Alana Haim) είναι μια 25χρονη γυναίκα, εξίσου ταλαντούχα, όμως με μικρή αυτοπεποίθηση και εγκλωβισμένη σε μια καθημερινότητα που απέχει πολύ από όσα θα ήθελε να έχει καταφέρει στην ηλικία της. Η απρόσμενη γνωριμία τους στη σχολική φωτογράφιση του πρώτου, όπου η Αλάνα εργάζεται ως βοηθός φωτογράφου, θα αποτελέσει και το ξεκίνημα μιας έντονης φιλίας, η οποία σύντομα θα εξελιχθεί σε ένα άβολο, μα και ταυτόχρονα ιδιαίτερα τρυφερό ρομάντζο μεταξύ των δυο τους. Ένα ρομάντζο όχι αυτονόητο όσο εξελίσσεται η πλοκή της ταινίας, σίγουρα όμως γεμάτο από παρεξηγήσεις, εμμονές, αλληλοεξαρτήσεις, ups and downs, ενίοτε απέχθειες και σίγουρα έντονο sexual tension.

Η ένατη ταινία του Paul Thomas Anderson είναι όμως πολλά παραπάνω από ένα συμπαθητικό ρομάντζο και μια coming-of-age ταινία για έναν 15χρονο και μια 25χρονη που προσπαθούν να βρουν τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους, όπως και να ερωτευτούν παράφορα, με τον ίδιο να στήνει το Licorice Pizza με φόντο την Αμερική, και πιο συγκεκριμένα το Los Angeles των ‘70s, σε μια δύσκολη περίοδο, στιγματισμένη από την προεδρία του Nixon, τον πόλεμο του Vietnam και την παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση. Και το ιστορικό αυτό πλαίσιο που επιλέγει ο σκηνοθέτης που μας χάρισε στο παρελθόν επικά κινηματογραφικά έργα όπως τα The Master, Inherent Vice και Phantom Thread, πέρα από την ανάλαφρη (και ποτέ ενοχλητική ή εξωραϊστική) νοσταλγία που χαρίζει απλόχερα στην ταινία του, αποτελεί στην πραγματικότητα και το κύριο κινηματογραφικό μέσο έκφρασης του βαθύτερου νοήματός της. Που δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι η νεότητα, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου και της ιστορίας κι αν μας έχει χαριστεί, αποτελεί ταυτόχρονα και το εισιτήριό μας για έναν κόσμο πλασμένο να μας προσφέρει άπειρες πιθανότητες, όπως και δυνατότητες. Δυνατότητες που είναι στο χέρι μας να τις εκμεταλλευτούμε με τρόπους που θα μας φέρουν πιο κοντά στην εκπλήρωση ακόμη και των πιο τρελών ονείρων μας.

Αυτή η συγκλονιστική μαγεία του απροσδόκητου στην Πίτσα Γλυκόριζα εκφράζεται μέσα από σκηνές που δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για τίποτε άλλο πέρα από αλληλουχίες φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους και εντελώς αυθόρμητων πράξεων, οι οποίες παρότι ξεγελούν εκ πρώτης όψεως τους θεατές, που νομίζουν ότι μπορεί και να μην υπάρχει καν σενάριο, τελικά δένουν τόσο καλά την ιστορία και την εξέλιξή της, καθηλώνοντάς μας για τις σχεδόν 2,5 ώρες διάρκειας της ταινίας.

Στην καθήλωση αυτή παίζουν ρόλο φυσικά πολλά περισσότερα από την αλληλουχία των σκηνών και των χαρακτηριστικών τεχνικών του Paul Thomas Anderson, όπως τα μεθυστικά του slow motion ή τα συχνά του μονόπλανα: το μουσικό score δια χειρός  Jonny Greenwood, που συνεργάζεται για ακόμη μια φορά με τον αγαπημένο σκηνοθέτη, όπως και το γενικότερο curation ενός soundtrack που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων μουσικές των David Bowie, Donovan, Paul και Linda McCartney, δημιουργούν ένα ιδανικό, ενθουσιώδες φόντο, γεμάτο προσδοκίες ως προς το πότε και αν τελικά θα εκτονωθεί η διαρκής έλξη μεταξύ του Γκάρυ και της Αλάνα. Οι ερμηνείες των οποίων είναι και η μεγαλύτερη και πιο ευχάριστη έκπληξη της ταινίας.

Από τη μια ο Cooper Hoffman στον ρόλο του συμπαθή Γκάρυ, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον γιο του εκλιπόντα και εξαιρετικά ταλαντούχου Philip Seymour Hoffman, η ομοιότητα μεταξύ των δύο δεν κρύβεται, τόσο ως προς τις υποκριτικές ικανότητες, όσο και στην εμφάνισή τους (οι δε εκφράσεις του Cooper Hoffman είναι ανά περιστάσεις ανατριχιαστικά ίδιες με αυτές του πατέρα του). Και από την άλλη, μια Alana Haim, γνωστή μέσα από το female μουσικό συγκρότημά της, Haim, στο οποίο και συμμετέχει μαζί με τις αδερφές της (οι οποίες και ερμηνεύουν τις αδερφές της ακόμη και στην ταινία), σε ένα μεγαλειώδες υποκριτικό ντεμπούτο στα 30 της χρόνια, ντεμπούτο που σίγουρα θα της εξασφαλίσει μια λαμπρή καριέρα στον κινηματογράφο εφόσον εκείνη το επιθυμήσει. Και βέβαια θα ήταν άδικο να μην αναφερθούμε και στους δεύτερους ρόλους της ταινίας, με αυτούς των Bradley Cooper, Sean Penn και Tom Waits να αποτελούν το κωμικό αλατοπίπερό της.

Η Πίτσα Γλυκόριζα θα σας αφήσει ένα αίσθημα γνώριμης ζεστασιάς μέσα από τη ανεπιτήδευτη κινηματογραφική της υφή, την απλότητά της και το feelgood πνεύμα της. Μια ζεστασιά που είναι μάλιστα αρκετή ακόμη και όταν στο τέλος της δεν γνωρίζουμε τελικά αν το ρομάντζο των δύο πρωταγωνιστών της έχει διάρκεια στο μέλλον ή περιορίζεται σε μια γλυκιά στιγμή της νεότητάς τους που θα θυμούνται όμως για πάντα.

Η ένατη ταινία του Paul Thomas Anderson είναι σπουδαία γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους και δεν θα μπορούσαμε να ζητήσουμε τίποτα καλύτερο για τη νέα κινηματογραφική χρονιά που μόλις ξεκίνησε.

Δείτε εδώ το trailer της ταινίας Πίτσα Γλυκόριζα:

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured