Ο γερμανο-ιταλός τροβαδούρος Vinicio Capossela επιστρέφει στον αγαπημένο του μουσικό τόπο εγκλήματος για τρεις μοναδικές βραδιές στο Gazarte. Η ευφορία, η έκσταση και η μυθολογία μπλέκουν αρμονικά με tango, mornas, Tom Waits, burlesque θέατρο και ρεμπέτικο. Ας ακούσουμε τί μας εξομολογήθηκε λίγο πριν τις πάντα ιδιόρρυθμες εμφανίσεις του…

Αλήθεια, ποιος ήταν ο πρώτος δίσκος που αγόρασες; Και ποιος αποτέλεσε τη μεγαλύτερη επιρροή ή κατά ένα τρόπο άλλαξε τη ζωή σου;
«Ο πρώτος δίσκος - για την ακρίβεια ήταν κασέτα - ήταν η Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν, που περιλάμβανε επίσης και τη σύνθεση “For Elise”. Ήμουν μόλις 10 χρόνων και παρακολουθούσα το πρώτος έτος του conservatoire. Τα κυριότερα ακούσματα στο σπίτι ήταν Andriano Celentano, Renato Carosone καθώς και χορευτική μουσική με ακορντεόν, γι’ αυτό το λόγο αμέσως αισθάνθηκα ένοχος που είχα ωθήσει τους γονείς μου να ξοδέψουν χρήματα για ένα δίσκο που δεν ήταν της αρεσκείας τους και που πιθανότατα να προκαλούσε υπνηλία στον πατέρα μου. Από την άλλη, ο δίσκος ο οποίος κυριολεκτικά με διαμόρφωσε είναι το Foreign Affair του Tom Waits. Tον άκουσα στο σχολείο, στην ηλικία των 17 χρόνων, κατά τη διάρκεια της πρώτης ώρας ενός μαθήματος. Από τότε απέκτησα τη συνήθεια να φυλάω στο ντουλαπάκι των αποδυτηρίων κάτι για να πίνω».

Το τελευταίο σου album Ovunque Proteggi έχει χαρακτηριστεί ανάμεσα σε άλλα και ως «αρχαιολογικό εύρημα» ή «γεωγραφικό» album. Εσύ πώς το αισθάνεσαι; Θα μπορούσες να μας πεις μερικά δύο λόγια για τη «φύση» αυτής της ιδιαίτερης δουλειάς;
«Θεωρώ ότι ο γεωγραφικός χώρος της Μεσογείου αποτελείται από ποικίλα στρώματα. Δεν ταξιδεύει κανείς μονάχα στην επιφάνεια της γης, αλλά και στα στρώματά της. «Κατεβαίνοντας» προς τα κάτω, διαπερνάς θραύσματα του χρόνου και μπορείς να αντιληφθείς τη σκόνη της ματαιότητας των πραγμάτων. Αν και η Ιταλία δεν είναι τόπος αχανής, μπορούμε με βεβαιότητα να βουτάμε και πιο βαθειά. Και να ανακαλύπτουμε ότι ο άνθρωπος παραμένει πάντα ο ίδιος. Η διαδικασία κατά την οποία ταλανίζεται - βασανίζεται, αναζητάει το δρόμο για το «τίποτα υπό το φως του ήλιου» ή που προσπαθεί να διατηρήσει τη χάρη και την αξιοπρέπειά του και να ανακαλύψει κάποιο σημάδι του Θεού, των Θεών, του χρόνου που έχουμε, όλα αυτά αποτελούν ανθρώπινη καταγραφή. Κατά συνέπεια η «φύση» αυτής της δουλειάς είναι μυθική. Ο άνθρωπος επινόησε πολλές ιστορίες για να εξηγήσει το ανεξήγητο, και υπάρχουν στ’ αλήθεια πολλά μέρη κάτω από τον ήλιο όπου αναζήτησε το ανεξήγητο».

Από το album All’ Una E Trentacinque Circa της δεκαετίας του 1990, φτάσαμε σήμερα στο εξαιρετικό Ovunque Proteggi. Ποιες διαφορές παρατηρείς μέσα σου ως καλλιτέχνης; Κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας τί είδους μουσική εμπειρία-περιπέτεια αποκόμισες;
«Όταν ξεκίνησα ήμουν αρκετά νέος, 24 χρόνων. Η αρχή έγινε με ένα στίχο του Bob Dylan που έλεγε «I was very young when I left home...» και κατόπιν συνέχισα με τα δικά μου λόγια. Ήταν τραγούδια αγάπης, piano και jazz scat μπαλάντες, κομμάτια που παίζονταν σε nightclubs. Ήθελα να γίνω πιανίστας σε nightclub και κρουαζιερόπλοια. Βασικά τα τραγούδια μου ήταν ανάλογα με πολλά του είδους, γνωστού ως «συναισθηματική μουσική». Ιστορίες που μιλούσαν για την αγάπη και το αλκοόλ. Με το διάβα του χρόνου, όμως, άρχισα να επικεντρώνομαι περισσότερο στον άνθρωπο, στην Ιστορία γενικότερα και λιγότερο στη δική μου ιστορία. Το 2000 δημιούργησα έναν δίσκο, το Canzoni A Manovella, σχετικά με τον περασμένο αιώνα όπου συνυπάρχουν ο πόλεμος, τα τρένα, η Ευρώπη, ακόμη και ένα συμβόλαιο για τα «Καρέλια» (κομμάτι "Φραγκοσυριανή") - τα τσιγάρα του Μάρκου Βαμβακάρη - και το ελληνοτουρκικό μέτωπο. Μετέπειτα, στο μέσο της ζωής μου, στα 40 μου χρόνια, ηχογράφησα το album Ovunque Proteggi που περιέχει βιβλικές φαντασιώσεις αλλά και επικές – προσωπικές και ευρύτερες. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια η περιπέτειά μου με τη μουσική συνιστά ένα ταξίδι. Ορισμένες φορές με οδήγησε σε παράξενα μέρη, άλλες ανάμεσα σε χριστουγεννιάτικα φώτα ή σε ορατά φαντάσματα της θάλασσας, όμως, πάντα με μία εσωτερική φλόγα και σπίθες καιόμενες, που καλύπτουν την καρδιά με στάχτες».

Θα μπορούσες να «αιχμαλωτίσεις» σε μία λέξη ή μία φράση το τί σημαίνουν για σένα: Tom Waits, Charles Bukowski, Renato Carosone, Καίτη Ντάλλη και ρεμπέτικο;
«Για μένα ο Tom Waits ήταν τα σύνορα, οι πελώριοι δρόμοι, τα καπό σπασμένων αυτοκινήτων και κατόπιν έγινε το τρένο για να πηδήξω μέσα, ένα τρένο για νομάδες που έχει την ικανότητα να σε ταξιδέψει σε διαφορετικά είδη της μουσικής και να σε κάνει να τα λατρέψεις.
Ο Bukowski μού χάρισε ένα σπουδαίο φίλο, τον Vincenzo Costantino, τον τελευταίο Chinaski (Henry Chinaski, αντι-ήρωας του τελευταίου μυθιστορήματος «Pulp» του Bukowski). Η μεγαλοσύνη του Bukowski έγκειται στο γεγονός ότι. αν και καταπιάνεται με παράδοξες καταστάσεις, έχει πάντα κάτι να διδαχτείς από αυτόν αναφορικά με τη κοινή λογική, ή μαθαίνοντας πώς να αποφεύγεις να καταλήγεις εκεί που εκ των προτέρων δεν έπρεπε να καταλήξεις και πώς να προφυλάσσεις τα προσωπικά σου σύνορα. Στο τέλος της ημέρας είναι τόσο άνετος όσο ένα ζευγάρι παλαιών παπουτσιών, και ήδη γνωρίζει την πορεία του μονοπατιού, ακριβώς όπως και ο φίλος μου ο Chinasky.
O Carosone αποτέλεσε το soundtrack της νιότης μου. Συνηθίζαμε να ακούμε τα τραγούδια του στο αυτοκίνητο και γνώριζα απ’ έξω όλους τους στίχους. Διαθέτει πολλά στοιχεία swing και ειρωνείας, διατηρώντας τη χιουμοριστική πλευρά αυτών. Αρκετά τραγούδια από τα πρώτα μου album οφείλουν το στοιχείο της ειρωνείας στον Carosone, για παράδειγμα το κομμάτι “Che Cossè L’ Amor” ή το “E Allora Mambo”.
Το ρεμπέτικο είναι η αγάπη που με οδήγησε στην Ελλάδα. Ήταν για μένα ένα είδος αποκάλυψης, πριν από δέκα χρόνια στη Θεσσαλονίκη, να γνωρίσω δηλαδή αυτή τη μουσική που ηχούσε μέσα μου ως «συνωμοσία». Πέρυσι επέστρεψα στην Αθήνα για να μάθω περισσότερα για το ρεμπέτικο και ανακάλυψα την «τεράστια» Καίτη Ντάλλη. Τραγουδούσε σαν άγαλμα με κλειστά μάτια, σκεπασμένη με λουλούδια που έπεφταν στα πόδια της. Μου θύμισε Chavela Vargas, Jimmy Scott και Patty Bravo, όλα μαζί σε ένα. Όμως, είναι η μοναδική Καίτη Ντάλλη και πρέπει να πίνω και να καπνίζω συνέχεια κάθε φορά που την ακούω. Εάν ήμουν σκηνοθέτης θα επιθυμούσα πολύ να γυρίσω μία ταινία με τη ζωή της. Το μόνο, ωστόσο, που χρειάζεται κανείς είναι να ακούει την ερμηνεία της και δημιουργείται μόνη της η ταινία, κλείνοντας απλώς τα μάτια. Και ακούγοντας, ακόμα, πόσα πολλά ακόμα έχασες από τη ζωή σου».

Πέρυσι δούλεψες πάνω σε ένα live project Fuggite Amanti Amor: Rime e Lamentazioni per Michelangelo, παρέα με το σολίστ τσέλου Mario Brunello. Πώς προέκυψε αυτή η δουλειά και ποιο είναι ακριβώς το θέμα της; Είσαι ανοιχτός σε άλλα καλλιτεχνικά πεδία όπως ποίηση, θέατρο, σινεμά ή και stand-up comedy;
«Για μένα η μουσική και η ποίηση στη μουσική είναι ένας τρόπος τού να σχεδιάζεις τη ζωή. Το να ζεις συγκεκριμένες καταστάσεις του νου, ενώ το γράψιμο ενός τραγουδιού είναι ένα έργο, ένα «κινητό θέατρο». Τώρα, ως προς τα σονέτα του Μichelangelo, είναι μία εμπειρία ομορφιάς και πόνου, έντασης για την ένωση, υποφέροντας για την επιθυμία. Τα σονέτα αυτά σου επιτρέπουν να συνθέτεις αρχαία μουσική. Αυτή η μουσική πηγάζει μέσα απ’ όλους τους στίχους που θρηνούν μαζί με το τσέλο και τη βιόλα. H δύναμη και η χάρη είναι τα στοιχεία με τα οποία καταπιαστήκαμε μαζί με το Mario Brunello στο Fuggite Amanti Amor».

Θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας την πιο σημαντική και την πιο δυσάρεστη ή περίεργη στιγμή της καριέρας σου;
«Είναι ένα είδος ευφορίας το γεγονός ότι ξεπερνάς τον εαυτό σου με τη μουσική, ιδίως μετά από τόσα χρόνια, που με κάνει να κλείνω τα μάτια και να βλέπω για μία στιγμή την αγκαλιά του κοινού σε όλο αυτό το τελετουργικό της συναυλίας, εκεί που πολλές νύχτες πήραν φωτιά. Πριν από μερικά χρόνια, την πρώτη φορά που ήταν να παίξω ένα «κακότυχο» κομμάτι, το “La Marcia Del Camposanto”, ο παραγωγός μού είπε ότι αυτό το κομμάτι δεν έπρεπε να γίνει. Κατά το μέσο του τραγουδιού, το οποίο το έπαιζα με κλειστά μάτια, άκουσα ένα μουγκρητό, κάποια σφυρίγματα και αμέσως σκέφτηκα, «γαμώτο, είχε δίκιο, δεν αρέσει το κομμάτι στο κοινό». Μετά άνοιξα τα μάτια μου και διαπίστωσα ότι τα μουγκρητά και οι φωνές προέρχονταν από τον κόσμο που στέκονταν πίσω, οι οποίοι πηδούσαν πάνω από τα προστατευτικά κάγκελα για να βρεθούν στη σκηνή. Έτρεχαν καταπάνω μας σα να τους καλούσε κάποιος «αυλητής» στην εκκλησία».

Τον περασμένο Απρίλη σε απολαύσαμε σε ένα ξεχωριστό live στο Half Note για επτά ημέρες, το περίφημο Oi Rebetiki Minotavroi και οι Rebetikos Gymnastas. Aυτή τη φορά τί είδους μουσικό αμάλγαμα θα χαρίσεις στο ελληνικό κοινό;
«Θα έχουμε τρεις εμφανίσεις στο Gazarte. Τις δύο πρώτες βραδιές θα παίξουμε το Onunque Proteggi με το οποίο περιοδεύσαμε στην Ευρώπη και στην Αμερική και που μπορεί να σας «επιτεθούν» ο Μινώταυρος, η Μέδουσα Cha Cha, οι μονομάχοι και οι πιάνο μπαλάντες μαζί με τη μπάντα μου. Η τρίτη βραδιά θα είναι μία συναυλία με Έλληνες μουσικούς, τον σπουδαίο Μανώλη Πάππο με το τρίο του, όπου θα ερμηνεύσουμε κομμάτια από το νέο album που ηχογράφησαμε μαζί, ειδικά για την Ελλάδα και που θα κυκλοφορήσει την επόμενη χρονιά με το τίτλο Rebetikos Gymnastas. Αυτά θα συμβούν Κυριακή βράδυ. Εύχομαι να είναι μία ευχάριστη έκπληξη για το ελληνικό κοινό. Σίγουρα, πάντως, θα είναι για μένα. Γειά σας, μάγκες, ευχαριστώ πολύ!».

Υπάρχουν κάποια σχέδια, ίσως κάτι διαφορετικό, για το μέλλον;
«Μόλις ολοκλήρωσα ένα album με τον τίτλο Da Solo που θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβρη. Είναι ένας δίσκος με τραγούδια παιγμένα με πιάνο και «ακαθόριστα» όργανα. Είναι ένα album, τύπου παλαιάς αμερικάνικης ατραξιόν. Και εύχομαι να παίξω κάποια μέρα με τη Καίτη Ντάλλη στη Νέα Υόρκη, για όλους τους Ιταλοαμερικάνους και Ελληνοαμερικάνους».

Θα ήθελες να μας πεις κάτι που δεν έχεις αναφέρει ή εξομολογηθεί ποτέ σε συνέντευξη;
«Ότι θα ήθελα να ήμουν, έστω και για μία νύχτα, ο Γιάννης Παπαϊωάννου όταν σπάνε ντουζίνες πιάτα γύρω του».

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured