Ένα από τα πιο εντυπωσιακά δισκογραφικά ξεκινήματα των τελευταίων χρόνων είναι αυτό της Ελεάννας Ζεγκίνογλου. Η νεαρή καλλιτέχνης, μέσα από το Ένα Ταξίδι Που Δεν Έκανες Ποτέ, ξεδιπλώνει με μαεστρία το πολύπλευρο ταλέντο της. Και μιας και τέτοια ταλέντα δεν εμφανίζονται κάθε μέρα, το Avopolis Greek βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει μαζί της για τις ομορφιές, αλλά και τις δυσκολίες της δημιουργίας, της δισκογραφίας και της ελληνικής πραγματικότητας…

 

 

Αν και έχεις μία δεκαετή παρουσία στα μουσικά πράγματα η πρώτη προσωπική σου δουλειά κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό. Οι λόγοι αυτής της αναμονής υπήρξαν προσωπικοί ή οφείλονταν σε εξωτερικούς παράγοντες;

 

Θα έλεγα και τα δύο μαζί. Μέχρι τώρα δεν είχε παρουσιαστεί η ευκαιρία να φτιάξω ένα άλμπουμ με τις προϋποθέσεις που αναζητούσα, και απλώς περίμενα. Δύο ή τρεις φορές στο παρελθόν που έφτασα κοντά σε μια τέτοια πιθανότητα, δεν με είχε καλύψει το αποτέλεσμα και βρήκα τη δύναμη να το σταματήσω. Η ανάγκη της ουσιαστικής δημιουργίας υπερίσχυσε της ανάγκης για αναγνώριση του όποιου έργου. Για να είμαι ειλικρινής, δεν πιστεύω πως ένα προσωπικό άλμπουμ οφείλει να κυκλοφορεί σε χρόνο συγκεκριμένο. Πολλές φορές δεν έρχεται ποτέ, ή ακόμα χειρότερα κυκλοφορεί βιαστικά μόνο και μόνο για να υπηρετήσει τα....καλλιτεχνικά/υπαρξιακά του ερμηνευτή του. Και αυτό είναι κακό.

 

Εκτός από ερμηνεύτρια, είσαι όμως και συνθέτης, στιχουργός και ενορχηστρωτής. Ξεκίνησες από την αρχή με όλες αυτές τις ιδιότητες ή προέκυψαν στην πορεία;

 

Όλα αυτά είμαι εγώ!!! Δεν το έβλεπα έτσι. Ας πούμε ότι ξεκίνησα να εμφανίζομαι ως πιανίστρια σε διάφορα σχήματα. Ύστερα κατάλαβα ότι μπορώ να τραγουδήσω, μου πήρε αρκετά χρόνια για να νιώσω ότι η φωνή μου έχει κάτι ενδιαφέρον να πει. Αργότερα ήρθε η ενορχήστρωση, όχι από ψώνιο να προβληθεί αυτή μου η ιδιότητα, αλλά γιατί μου άρεσε να ντύνω τα τραγούδια με νότες ποικιλοτρόπως, όπως ακριβώς ένας ζωγράφος διαλέγει τα χρώματα για τον καμβά του. Όσο για την τραγουδοποιία, ακόμα και τώρα δεν μπορώ να αυτοαποκληθώ συνθέτης ή στιχουργός. Πέντε τραγούδια και δυο μουσικές δεν μπορούν να δώσουν αυτήν την ιδιότητα στο δημιουργό τους. Ο χρόνος πιστεύω θα δείξει αν οι γραφές μου θα πληθύνουν...

 

Θα ξεχώριζες κάποια ιδιότητα;

 

Σίγουρα το μικρόφωνο, τα φώτα, η σκηνή είναι μαγικά πράγματα... Το πιάνο, εκτός των άλλων, είναι και ο τρόπος να στέκεσαι όρθιος ως ερμηνευτής. Από την άλλη είναι εξίσου μαγικό να γράφεις μια μελωδία και να τη βγάζεις έξω απ' τη φωλιά για να ταξιδέψει στον χρόνο. Δεν ξέρων ειλικρινά, είναι μπερδεμένο, όλο μαζί είναι απλά μουσική!

 

Με το άλμπουμ Ένα Ταξίδι Που Δεν Έκανες Ποτέ σηματοδοτείς έναν πολύ ξεχωριστό και πλουραλιστικό ήχο, με έντεχνα, ροκ, ποπ ακόμα και ηλεκτρονικά στοιχεία. Εσύ πώς θα χαρακτήριζες τη μουσική σου και πού θα εντόπιζες τις επιρροές σου;

 

Είναι δύσκολο να χαρακτηρίσω μια τέτοια φόρμα, διότι δεν είχα κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου όταν ξεκινούσα να γράφω. Ο στίχος που είχα κάθε φορά μπροστά μου ήταν μουσική από μόνος του. Ίσως το μόνο το οποίο έκανα ήταν απλώς να την ανακαλύψω! Και φυσικά δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω την πολύ καθοριστική συμβολή του Γιώργου Ανδρέου σε όλο αυτό. Εκείνος έχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι δικό του στον ήχο και τη γενικότερη αισθητική του αποτελέσματος. Ως προς τις επιρροές, κι εκεί τα πράγματα είναι πολύ μπερδεμένα! Μέσα στ’ αυτιά μου, εδώ και πολλά χρόνια, «παλεύουν» οι βαρείς και σκληροπυρηνικοί στίχοι του Γκάτσου με τον λυγμό της Αραβίας, και η καθαρόαιμη βρετανική rock του 1960 και του 1970 με την ελαφρά και πιο pop διάθεση του σήμερα. Κι ας μην αναφέρω τη «ζημιά» που έχω πάθει από πιτσιρίκα με το έπος του Μπετόβεν και με τον ρομαντισμό του Σοπέν! Όλα αυτά τα στοιχεία είναι πολύ δύσκολο να συνταιριάξουν αρμονικά, αντί να αλληλοακυρώνονται μέσα στο έργο σου και ταυτόχρονα να ξεχωρίζει κάτι δικό σου, κάτι καινούργιο.

 

 

Αλήθεια, πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Γιώργο Ανδρέου;

 

Είναι τόσο απλό, ώστε θα μπορούσε να ακουστεί σαν παραμύθι! Είχε αρχίσει να με ανησυχεί λιγάκι η πάροδος του χρόνου χωρίς το δικό μου στίγμα. Βρισκόμουν διαρκώς πάνω στη σκηνή, έπαιζα και τραγουδούσα, αλλά στην ουσία δεν υπέγραφα τίποτα. Ο Γιώργος Ανδρέου ήταν ο πρώτος «θαρραλέος» του χώρου που σκέφτηκα ότι μπορεί να με βοηθήσει σε τόσο κορεσμένες εποχές, ώστε να ανοίξω ένα δρόμο. Κι έτσι έγινε. Παρακάλεσα κάποιον κοινό μας γνωστό να μας φέρει σε επαφή. Πήρα μαζί κάποια demos από τραγούδια τα οποία είχα σκαρώσει μέχρι τότε και πήγα να τον συναντήσω. Μου είπε ότι θα με βοηθήσει μόνο αν βρει το υλικό ενδιαφέρον. Κι από ότι καταλάβατε...το βρήκε!

 

Τι πιστεύεις ότι μπορούν να προσφέρουν προσπάθειες σαν κι αυτή του Γιώργου Ανδρέου στο υπάρχον δισκογραφικό περιβάλλον;

 

Ο μόνος τρόπος να ξεκολλήσουμε από τους «μεγάλους» των περασμένων δεκαετιών, είναι να δοθεί βήμα σε όσους περισσότερους γίνεται από τους συγχρόνους μας, με την ελπίδα να αφήσει κάτι δυνατό πίσω της και η δική μας η γενιά. Αυτό το γνωρίζει καλά ο «δάσκαλος» Ανδρέου και, πιστέψτε με, με αυτό που κάνει δεν έχει προσωπικό όφελος. Ίσα-ίσα, απ’ ότι έχω δει, αφιερώνει σχεδόν όλο του τον χρόνο σε αυτό τον στόχο, χωρίς καν να αφήνει να φανεί το μέγεθος της βοήθειας.

 

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ήχου σου είναι η έντονη χρήση των εγχόρδων. Να υποθέσω ότι για σένα η δημιουργία είναι συνυφασμένη μαζί τους;

 

Μάλλον ναι... Και λέω μάλλον γιατί, αν και κάποια στιγμή στο παρελθόν ένιωσα κουρασμένη από αυτόν τον ήχο –ειδικά στα ζωντανά που απαιτούν πάντα κάτι πιο «αιχμηρό» για να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον– ο συνδυασμός τους με μια αμιγώς ηλεκτρική τετράδα έδωσε την ενέργεια η οποία μου έλειπε. Δεν με βλέπω να απαρνιέμαι αυτόν τον ήχο για τα επόμενα χρόνια...

 

Αν και βιώνουμε συνθήκες κρίσης, καθημερινά βγαίνουν νέοι δημιουργοί με άποψη και λόγο ύπαρξης. Τελικά η δημιουργία ευδοκιμεί περισσότερο κάτω από δύσκολες συνθήκες;

 

Έτσι λέμε πάντα και μάλλον ήρθε η ώρα να αποδειχτεί αν είναι αλήθεια αυτή η σκέψη. Πάντως δεν ξέρω αν είναι η ιδέα μου, αλλά πέρα από την εμπορική νύχτα, η οποία είναι εμφανές ότι διανύει περίοδο ισχνών αγελάδων, παρατηρώ μια ελαφρά στροφή και στις ραδιοφωνικές επιλογές στον πιο βαρύ και ουσιαστικό στίχο. Μου αρέσει, για να πω την αλήθεια. Τα τραγούδια είναι για να ακούγονται σε βάθος χρόνου και όχι γιαουρτάκια ορισμένης ημερομηνίας λήξης, μετά την οποία ξινίζουν. Φτάνει!

 

Από την άλλη, έχεις σκεφτεί το ενδεχόμενο ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες κρίσεις υπάρχει πιο μεγάλος κίνδυνος να περάσουν απαρατήρητες αξιόλογες καλλιτεχνικές προσπάθειες;

 

Υπάρχει, όμως, και μια θεωρία που λέει ότι κανένας σημαντικός δημιουργός δεν πάει χαμένος. Αλλά και ο ευγενής ανταγωνισμός είναι πολύ όμορφο πράγμα. Λατρεύω να «παλεύω» γύρω μου με μουσικούς οι οποίοι με υπερβαίνουν! Μόνο έτσι το μυαλό είναι σε εγρήγορση και το αποτέλεσμα κάθε φορά γίνεται καλύτερο. Και στο φινάλε, προτιμώ χίλιες φορές να αποτύχω επειδή κάποιος άλλος το άξιζε περισσότερο, παρά επειδή δεν είχα καλές ...δημόσιες (ή πρέπει να πω «ιδιωτικές»;) σχέσεις!!!

 

Ποια πράγματα έχεις ξεχωρίσει τον τελευταίο καιρό και από την ελληνική και από τη διεθνή σκηνή;

 

Πολλά, πολύ περισσότερα από το πρόσφατο παρελθόν. Από την ελληνική σκηνή –συγχωρήστε μου την απροθυμία να αναφέρω ονόματα– με συγκινεί ιδιαίτερα αυτόν τον καιρό η γυναικεία τραγουδοποιία, η οποία πληθαίνει με ταχύτατους ρυθμούς στα χνάρια της «δασκάλας» Αφροδίτης... Από την ξένη σκηνή, έχω ενθουσιαστεί με το γεγονός ότι η νέα φουρνιά, σε ένα μεγάλο ποσοστό, έχει επιστρέψει στον ηλεκτρολυρισμό. Περίεργες αρμονίες, έντονες αναφορές στην κλασική γερμανική σχολή με πολλή ροκ αγριάδα!

 

Ποιες αντιλαμβάνεσαι να είναι οι αντιδράσεις, τώρα που παρουσίασες την πρώτη ολοκληρωμένη σου δουλειά;

 

Αμάν... Δύσκολα μου βάζεις! Δεν ξέρω, ειλικρινά δεν έχω ιδέα! Οι φίλοι δεν πιάνονται έτσι κι αλλιώς (γέλια)!

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured