Όσοι παρακολουθούν στενά, έχουν ήδη εντοπίσει τον Νίκο Πλατύραχο και τις μουσικές του, έναν διακριτικό ως παρουσία δημιουργό που δίκαια έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις μεγαλύτερες ελπίδες της ελληνικής μουσικής. Το Avopolis μίλησε μαζί του με αφορμή το νέο του album, Από Την Αυτοκρατορία Των Σκιών, όπως και κάποιες live εμφανίσεις τις οποίες κάνει αυτόν τον καιρό...

 

Έδωσες το δισκογραφικό παρών με αρχειακό υλικό, με soundtracks τα οποία είχες συνθέσει για γερμανικές ταινίες την περίοδο 1991 - 1994. Γιατί πήρε τόσο καιρό η έκδοσή τους;

 

«Η έκδοση αυτή καθυστέρησε γιατί ...είχα δουλειά! Ακούγεται αστείο, αλλά περιέχει μεγάλη δόση αλήθειας. Εκτός αυτού όμως με συγκρατούσε και μία συναισθηματική φόρτιση που με συνέδεε πολύ έντονα με αυτές τις μουσικές, μιας και αντιπροσωπεύουν για μένα μια περίοδο ανεμελιάς, έντονου ερωτισμού και γόνιμων καλλιτεχνικών συνεργασιών που είχα τα χρόνια όταν βρισκόμουν στη Γερμανία. Τις κρατούσα προστατεύοντάς τις σα μικρά παιδιά πριν μπουσουλήσουν, μέχρις ότου ο χρόνος ενηλικίωσε αυτή τη σχέση και οδήγησε σ’ αυτήν την πολύ όμορφη και ατμοσφαιρική έκδοση».

 

Στην Ελλάδα υπάρχει ένα υποψιασμένο κοινό το οποίο γνωρίζει τις δουλειές σου, πολλοί όμως είναι και όσοι σε ξέρουν ως ενορχηστρωτή. Εσύ με ποια ιδιότητα θα προτιμούσες να είσαι διασημότερος;

 

«Κατ’ αρχήν θα ήθελα να διασαφηνίσω την άποψή μου περί ενορχήστρωσης. Πρόκειται  για την πιο γοητευτική μουσική διαδικασία, η οποία κανονικά θα έπρεπε να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της σύνθεσης και να εκτιμάται αναλόγως. Πολλοί παράγοντες την έχουν οδηγήσει σε πλήρη ανυποληψία και αυτό όσο να ’ναι δημιουργεί και μία εικόνα φτωχού συγγενή για τους κατ’ επάγγελμα ενορχηστρωτές. Όσο για μένα, δεν είμαι τίποτα κατ’ επάγγελμα. Δηλώνω μουσικός, προσπαθώ με ό,τι καταπιάνομαι να το κάνω καλά και κυρίως επειδή το θέλω και θα ήθελα η όποια φήμη να προκύπτει από όλα αυτά. Έχω ένα πολύ ωραίο φλερτ με τη διασημότητα, αλλά όταν κανείς την κάνει αυτοσκοπό γίνεται υποχείριό της».

 

Εδώ και αρκετά χρόνια μοιράζεις τον χρόνο σου μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας. Σε ό,τι αφορά τη δική σου δουλειά, ως συνθέτη μα και μουσικού, τι υπέρ και τι κατά έχεις εντοπίσει;

 

«Η εικόνα που χαρακτηρίζει σήμερα τη Γερμανία διακρίνεται από υψηλότατο δείκτη πολιτισμού, καλό βιοτικό επίπεδο, και κυρίως βροχή και συννεφιά, πολύ συννεφιά! Όπως καταλαβαίνεις, αυτό δημιουργεί ένα πολύ κινηματογραφικό σκηνικό, που με τη σειρά του πυροδοτεί εμπνεύσεις παρόμοιων αποχρώσεων. Το προηγούμενο έργο μου (Σεπτέμβριος) είναι κυριολεκτικά απόσταγμα αυτών των επιρροών. Η Ελλάδα βέβαια είναι αναντικατάστατη ως προς τις πολύ ισχυρές καταβολές που μας κληροδοτεί. Αυτό είναι και το χαρακτηριστικό για το οποίο όλοι οι Έλληνες όπου γης τείνουν πάντα να επιστρέφουν στην πατρίδα τους. Έχουμε σαφώς τα στραβά μας, όπως κάθε λαός, αλλά εγώ το βλέπω μάλλον σαν πρόκληση, παρά σα μιζέρια. Φαντάσου μελαγχολία να ζούσαμε σε μια χώρα όπου δε θα ’χαμε να διορθώσουμε τίποτα...».

 

Αποτελείς κι εσύ μια από τις ανακαλύψεις του Μάνου Χατζιδάκι. Τι θυμάσαι πιο έντονα από αυτόν;

 

«Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν χωράει δυστυχώς (και ευτυχώς) σε περιγραφές από άλλους. Είναι τέτοιο το εκτόπισμά του, ωστε να καθίσταται πολύ φτωχή έως αδύνατη η όποια περιγραφική προσέγγιση του πνεύματός του, της μουσικής του, της φιλοσοφίας του και της ανθρωπιάς του. Η εικόνα όμως που μού ’χει μείνει από τον Μάνο είναι ένα οικουμενικό, αμέριμνο και ανιδιοτελές χαμόγελο, ένας βαρύς γλυκός με τσιγάρο και κυρίως ο εντυπωσιακά νωχελικός τρόπος με τον οποίον αντιμετώπιζε τον χρόνο - ακόμα και η συντέλεια του κόσμου να επέρχετο. Και βέβαια, το κυριότερο, ότι μας έδωσε τον πιο ακριβό λόγο για ν’ αγαπάμε την Ελλάδα μας. Όσο κι αν «...όπου κι αν πάμε μας πληγώνει».

 

Σε ένα πρόσφατο άρθρο του, το Βήμα σε είχε κατατάξει στην Εθνική Ελπίδων του ελληνικού τραγουδιού. Σε αγχώνει καθόλου το ότι κάποιοι περιμένουν τόσα πολλά από εσένα;

 

«Το διάβασα και ήταν πράγματι ένα πολύ τιμητικό άρθρο. Παρ’ όλα αυτά όμως, πίστεψέ με, δεν τό ’χω καμία ανάγκη για να... αγχωθώ! Κακά τα ψέματα, η οποιαδήποτε εργασία περιέχει άγχος. Η τέχνη λοιπόν, στο προκείμενο, είναι μία πολύ επίπονη και σκληρή διαδικασία, που έχει σχεδόν τα χαρακτηριστικά του τοκετού. Βεβαίως υπάρχει πάντα και η αγωνία της αποδοχής του καλλιτέχνη από τον κόσμο, όμως αυτό δεν πρέπει να αγχώνει, γιατί έτσι  υποκύπτει κανείς στις όχι πάντοτε αθώες επιταγές της αγοράς. Το άγχος του καλλιτέχνη πρέπει να είναι γηγενές, αυθόρμητο, αισιόδοξο και ανυστερόβουλο. Το αν και πότε θα εξαργυρωθεί δεν το ξέρει κανείς».

 

Με τη Χορωδία Του Χαρίτωνα δοκιμάστηκες και στη σύνθεση τραγουδιών. Είναι κάτι που θα σε ενδιέφερε να το εξερευνήσεις περισσότερο, ή προτιμάς τη δίχως λόγια μουσική;

 

«Η δίχως λόγια μουσική και ειδικά η κινηματογραφική ομολογώ πως είναι μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες μου. Τώρα τελευταία όμως έχω αρχίσει να ενδίδω όλο και περισσότερο στη μεγάλη πρόκληση του τραγουδιού. Το τραγούδι είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση και για μένα ένα πολύ παρθένο πεδίο. Η επόμενη δουλειά που ετοιμάζω περιέχει τραγούδια εμπλουτισμένα από κινηματογραφικά στιγμιότυπα μιας ονειρικής ταινίας η οποία δεν γυρίστηκε ποτέ». 

 

Ποιοι θα έλεγες πως είναι οι τρεις κυριότεροι λόγοι που στην Ελλάδα η ορχηστρική μουσική θεωρείται ως ένα προνόμιο για την ελίτ, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες;

 

«Στην Ελλάδα η ορχηστρική μουσική... δεν θεωρείται τίποτε! Ο κύριος λόγος είναι η άγνοια, πρόβλημα που, όπως τα περισσότερα, ανάγεται στην παιδεία. Έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε ορχηστρική μουσική κάτι το πολύ δύσκολο, βαρύ και δύσπεπτο για τ’ αυτιά μας, αφού ποτέ κανείς δεν μας έμαθε τι είναι και πώς μπορούμε να το απολαύσουμε, να γίνουμε «συνένοχοί» του. Ο δεύτερος λόγος είναι καθαρά οικονομικός. Όπως καταλαβαίνεις, η Ελλάδα, ως πιο μικρή χώρα, αδυνατεί να στηρίξει μεγάλες και καλές ορχηστρικές παραγωγές στον βαθμό που αυτό συμβαίνει στις χώρες της βόρειας Ευρώπης. Παρόλα αυτά, πιστεύω ότι σήμερα έχουμε έναν αρκετά υψηλό δείκτη επιπέδου μουσικών, ορχηστρών, μαέστρων και συνθετών αναλογικά με το μέγεθός μας. Ο τρίτος λόγος έχει να κάνει με τις καταβολές μας. Είμαστε μια σαφώς «τραγουδιστική» χώρα. Αν με τον όρο ορχηστρική μουσική εννοούμε τη λεγόμενη κλασική, αυτή μας ήρθε εισαγόμενη, μιας και λόγω τουρκοκρατίας χάσαμε όλες τις τότε ευρωπαϊκές εξελίξεις (αναγέννηση, μπαρόκ κλπ.). Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι το «μπόλι» αυτό δεν έχει πιάσει στη χώρα μας. Ο σημερινός Έλληνας δεν μπορεί να νιώσει τον Bach, τον Mozart και τον Beethoven ως δικούς του. Ισως νά ’ναι και λογικό αυτό».

 

Διαθέτεις μία από τις πιο εντυπωσιακές ιστοσελίδες που έχω προσωπικά δει από Έλληνα καλλιτέχνη. Πόσο σημαντικό είναι νομίζεις κάτι τέτοιο στη δική μας εποχή;

 

«Εξαιρετικά σημαντικό! Πιστεύω ότι δεν θα έπρεπε σήμερα να νοείται ως εγγράμματος, άνθρωπος που δεν έχει  επαφή με τη σύγχρονη τεχνολογία - τουλάχιστον στο καθημερινό επίπεδο του διαδικτύου. Προσωπικά βεβαίως έχω και ένα ιδιαίτερο φετίχ με ό,τι έχει κουμπάκια, λαμπάκια και καλώδια, έτσι ώστε να μου γίνεται ευκολότερη η ζωή, σε σχέση κυρίως με τους υπολογιστές που υπηρετούν τη μουσική παραγωγή. Με την ευκαιρία, και αφού σε ευχαριστήσω για το σχόλιό σου, θα ήθελα να αναφέρω και τη web designer Ελένη Αγγελίδου, η οποία με πολύ καλλιτεχνικότητα και μεράκι δημιούργησε τη συγκεκριμένη ιστοσελίδα».

 

Τι πλάνα έχεις για το υπόλοιπο 2008;

 

«Αφού ολοκληρώσω μία σειρά εμφανίσεων με το κουαρτέττο ΟΙΣΤΡΟΝ στον ΙΑΝΟ και στο ΠΟΛIS STAGE μέχρι το Πάσχα, έχω σκοπό να προχωρήσω με την παραγωγή του καινούριου μου cd, που περιέγραψα σε παραπάνω παράγραφο. Εκτός αυτού εγκυμονείται η μουσική μιας κινηματογραφικής ταινίας γερμανικής παραγωγής του φίλου μου σκηνοθέτη Rainer Matsutani, καθώς και κάποιες καλοκαιρινές συναυλίες με το ΟΙΣΤΡΟΝ, το οποίο συμπράττει με το σύνολο ENCARDIA και το Νίκο Ξυδάκη».

 

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured